Δημήτρης Δημόπουλος στην «Κ»: Κωμωδία μετά συμφωνικής μουσικής

Δημήτρης Δημόπουλος στην «Κ»: Κωμωδία μετά συμφωνικής μουσικής

Ο κωμικός Δημήτρης Δημόπουλος μιλάει για τη σύμπραξη στην παράσταση «Stand-up Symphony» και το χιούμορ σήμερα

7' 20" χρόνος ανάγνωσης

Διαβάζοντας κάποιος το βιογραφικό του Δημήτρη Δημόπουλου, διακρίνει από την αρχή τη δισυπόστατη καλλιτεχνική του φύση. Βρίσκεται στον χώρο του stand-up comedy σχεδόν από την είσοδό του στην Ελλάδα, έχοντας στο ενεργητικό του τέσσερις μονολόγους. Aσχολείται επαγγελματικά με τις μεταγλωττίσεις και, παράλληλα, έχει γράψει το λιμπρέτο στις όπερες «Το λυκόφως των χρεών», «ΑirRossini» και «Yasou Aida!». Ακόμη, έχει σκηνοθετήσει παραστάσεις, με πιο πρόσφατη το μιούζικαλ «The last five years» στην Εναλλακτική Λυρική, το οποίο και μετέφρασε. Με την Εθνική Λυρική Σκηνή έχει συνεργαστεί μεταφράζοντας, μεταξύ άλλων, τα «Ωραία μου κυρία», «Once» και «Νυχτερίδα». Το 2019, οι δύο καλλιτεχνικές του φύσεις συνδυάστηκαν στο «Stand-up Symphony», που ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη, με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Η παρουσίαση της παράστασης στην Αθήνα αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας της COVID-19, αλλά επαναλήφθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2022. Φέτος, έξι χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα, ετοιμάζεται για το αθηναϊκό της ντεμπούτο, στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», με τη Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων σε διεύθυνση Φαίδρας Γιαννέλου. Μίλησε στην «Κ» γι’ αυτό το εκ πρώτης όψεως αταίριαστο πάντρεμα, για τη σκηνή του stand-up στη χώρα και για το χιούμορ στην εποχή της woke κουλτούρας

 
– Πώς γεννήθηκε η ιδέα να συνδυάσετε το stand-up με τη συμφωνική μουσική;

– H ιδέα δεν ήρθε σε εμένα, ήταν μια πρόταση της τότε καλλιτεχνικής διευθύντριας της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ), Ζωής Τσόκανου, με την οποία είχαμε συνεργαστεί στη «Νυχτερίδα» του Στράους, σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, στο πρώτο της ανέβασμα στο Ολύμπια. Μου πρότεινε να κάνουμε κάτι με την ΚΟΘ που να περιέχει και το stand-up comedy, συμφώνησα φυσικά και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πώς μπορεί να υλοποιηθεί. Στην πραγματικότητα, η παράσταση χτίστηκε πάνω στα έργα που είχε η βιβλιοθήκη της ΚΟΘ, αρχικά, και στη συνέχεια συνεισφέραμε ιδέες για το τι θα μπορούσε να λειτουργήσει κωμικά σε συνδυασμό με γνωστά μουσικά θέματα, αλλά και ολοκληρωμένα έργα, και έτσι δημιουργήθηκε σταδιακά η παράσταση. Ηταν μία από τις πιο αγχωτικές προετοιμασίες, διότι ό,τι κι αν σχεδιάζαμε στο χαρτί, η ορχήστρα κάνει πρόβα για πέντε ημέρες πριν από το ανέβασμα, και όταν αυτό είναι για μια τέτοια, διαφορετική, παράσταση αντιλαμβάνεστε πως η πρόκληση είναι μεγάλη. Μετά το τέλος της πρώτης βραδιάς είπαμε: «Πέτυχε! Πρέπει να ξαναγίνει». Είχε προγραμματιστεί να ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, αλλά την πρόλαβε η πανδημία, οπότε τώρα είμαι πολύ χαρούμενος που επιτέλους θα παρουσιάσουμε τη δουλειά μας στην Αθήνα.
 
– Το άγχος που είχατε για να πετύχει είχε να κάνει με το ότι παντρεύει δύο είδη φαινομενικά ασύνδετα;

– Και ναι και όχι. Προέρχομαι από ένα χώρο που με έχει μάθει να αγαπάω αυτή τη μουσική, οπότε δεν με φόβισε να τη χρησιμοποιήσω σαν υλικό. Το μεγάλο στοίχημα ήταν να κερδίσω την εμπιστοσύνη της ορχήστρας και των μουσικών, να αντιληφθούν ότι δεν έρχομαι να κοροϊδέψω τη μουσική, έρχομαι να τη χρησιμοποιήσω σαν ένα ισότιμο εργαλείο με την κωμωδία και σε καμία περίπτωση για να την υποτιμήσω. Πολλές φορές, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι η αντίδραση μπροστά στο –θα τολμήσω να το πω– μεγαλείο ενός είδους που δεν γνωρίζουμε είναι να το υποτιμάμε. Οπότε αυτό ήταν το μεγάλο μου ζήτημα, να πείσω τους μουσικούς ότι έρχομαι να κάνουμε μαζί αυτή την παράσταση και να περάσουμε όλοι μαζί ωραία. Ηταν μεγάλη μου χαρά όταν μετά το τέλος των παραστάσεων, έρχονταν από την ορχήστρα και μας ρωτούσαν πότε θα την επαναλάβουμε ή αν θα κάνουμε κάτι άλλο παρόμοιο.
 
– Τι έχει αλλάξει σε σχέση με την παράσταση του 2019;

– Εχουν αλλάξει κάποια μουσικά κομμάτια με βάση το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης της Συμφωνικής Ορχήστρας Δήμου Αθηναίων. Στο κείμενο, η μόνη ουσιαστική αλλαγή είναι ότι κάποια αστεία ήταν με έντονο άρωμα Θεσσαλονίκης, οπότε έπρεπε να αφαιρεθούν. Δεν θα ακουστεί για παράδειγμα το αστείο με την τούμπα – το όργανο και την Τούμπα, την περιοχή.

– Θεωρείτε πως μπορεί να γίνει χιούμορ και με κάτι που είναι σοβαρό, αν όχι και σοβαροφανές, όπως η κλασική μουσική;

– Μπορεί η κλασική μουσική να έχει μια σοβαροφάνεια ή και μια σοβαρότητα, θα τολμούσα να πω, αλλά όταν κανείς αποφασίζει να τη χρησιμοποιήσει για να εξυπηρετήσει έναν κωμικό σκοπό, λειτουργεί σαν ένα ακόμη εργαλείο, πράγμα που αποδείχτηκε και με τις συνεργασίες μου με τον Αλέξανδρο Ευκλείδη και τον Χαράλαμπο Γωγιό, στις όπερες «Το λυκόφως των χρεών», «ΑirRossini» και «Yasou Aida!». Το υλικό στο οποίο ήταν βασισμένες είναι πολύ σοβαρό, ειδικά της Αΐντα και του έργου του Βάγκνερ, αλλά υπήρξε η αφετηρία για μια σατιρική παράσταση. Ετσι κι εδώ, τα μουσικά έργα χρησιμοποιούνται σε ένα άλλο πλαίσιο. Για το κοινό που έχει έρθει για την κωμωδία, μπορεί αυτή η παράσταση να είναι και μια αφετηρία για να γνωρίσει τον συμφωνικό ήχο. Αυτό που ήταν σημαντικό στον σχεδιασμό της παράστασης είναι, στο τέλος, να υπάρχει ερμηνεία ενός συμφωνικού έργου ως έχει, χωρίς μεγάλο σχολιασμό. Θέλαμε ο απόηχος, η επίγευση να είναι το ποια είναι η πραγματική λειτουργία μιας συμφωνικής ορχήστρας, τι είναι αυτό που προσφέρει και μπορεί να κάνει. Οχι μόνο ένα πασπάλισμα κωμικό σε μια παράσταση.
 
– Η παράσταση απευθύνεται και σε κοινό μικρότερων ηλικιών. Μπορεί να φέρει κοντά τα παιδιά στο είδος του stand-up, στη συμφωνική μουσική ή και στα δύο;

– Η κωμωδία είναι πολύ πιο προσβάσιμη γύρω μας· αυτό που νομίζω πως μένει, τελικά, είναι η μουσική. Αυτή είναι η μεγάλη πρωταγωνίστρια της παράστασης. Ακούγονται αποσπάσματα από γνωστά έργα, που τα χρησιμοποιούμε σε σκετς και σε παιχνίδια με το κοινό – υπάρχει αλληλεπίδραση. Η εμπειρία μας, ειδικά μετά τις παραστάσεις με τα σχολεία, είναι ότι μπορεί να αποτελέσει μια αφετηρία, μια πρώτη σύσταση της συμφωνικής μουσικής σε παιδιά μικρότερης ηλικίας.

«Στο stand-up με οδήγησε η ανάγκη να θέλω να είμαι πάνω στη σκηνή»

– Είστε από τους παλαιότερους στον χώρο του stand-up comedy στην Ελλάδα, έχοντας ξεκινήσει από το 1996. Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με ένα τελείως άγνωστο –τότε– είδος;

– Είδα μια ανακοίνωση για ακρόαση σε κάποια εφημερίδα και, με άγνοια κινδύνου, δήλωσα συμμετοχή. Με οδήγησε σε αυτό το ένστικτο και η ανάγκη του να θέλω να είμαι επάνω στη σκηνή, και τη δεδομένη στιγμή αυτή ήταν η μόνη ευκαιρία που βρήκα. Θα έλεγα ότι έμαθα κωμωδία στις πλάτες του κοινού.
 
– Αυτή τη στιγμή, η σκηνή του stand-up βρίσκεται σε μια ξεκάθαρα ανοδική τάση. Ερχονται ξένοι κωμικοί, υπάρχει πληθώρα παραστάσεων σε όλη τη χώρα σε μικρά και μεγάλα θέατρα, ανεβαίνουν συνεχώς νέες παραστάσεις στο YouTube. Εσείς πώς βλέπετε τη δημοφιλία του είδους τώρα;

– Φέτος κλείνουμε 30 χρόνια από την «είσοδο» του όρου stand-up comedy στην ελληνική διασκέδαση και ψυχαγωγία, με τις πρώτες παραστάσεις που έκανε η Λουκία Ρικάκη με τις «Νύχτες κωμωδίας» το 1995. Αυτή τη στιγμή, η μεγαλύτερη χαρά μου είναι ότι λέγοντας stand-up comedy δεν αναρωτιέται κανείς τι θα δει, όπως γινόταν τότε, που μας ρωτούσαν αν φοράμε περούκες και λέμε ανέκδοτα. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι νέοι κωμικοί έχουν εδώ και χρόνια πρόσβαση σε ελληνόφωνο stand-up – εμείς είχαμε μόνο σε ξενόγλωσσο, και μπορούν πλέον να ξέρουν ότι αυτό το είδος κωμωδίας γίνεται και στη γλώσσα τους. Γενικότερα η πρόσβαση στο είδος και στα ερεθίσματα είναι πολύ πιο εύκολη πια, και μέσω των πλατφορμών όπου ανεβαίνουν ελληνικές και ξένες παραστάσεις.
 
– Γίνεται λόγος εδώ και καιρό για το πόσο επηρεάζεται το χιούμορ από τη woke κουλτούρα και την πολιτική ορθότητα. Πιστεύετε ότι κινδυνεύει η κωμωδία; Θεωρείτε ότι υπάρχει κίνδυνος λογοκρισίας;

– Αυτοί οι δύο όροι χρησιμοποιούνται από την ακροδεξιά ρητορική ως κατηγορία, η οποία πολύ συχνά δεν έχει βάση. Κανείς δεν βγαίνει να πει «είμαι woke», αυτό που ακούμε συχνά είναι ότι «είσαι woke». Οπότε, αποτελούν χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται για να κατηγορήσουν άτομα για κάτι που δεν έχουν δηλώσει ότι είναι. Ο όρος woke θα χρησιμοποιηθεί από κάποιον για να σου πει ότι είσαι κατά τη γνώμη του λάθος. Το χιούμορ και η σάτιρα αυτή τη στιγμή δεν περιορίζονται από κανέναν νόμο στην Ελλάδα. Κάθε καλλιτέχνης, κάθε κωμικός, θέτει τα δικά του προσωπικά όρια και τις δικές του καλλιτεχνικές παραμέτρους μέσα στις οποίες θέλει να δημιουργήσει. Σαφώς επηρεάζεται από την ιδεολογία και τα πιστεύω του. Οπότε για εμένα δεν νομίζω ότι υπάρχει λογοκρισία. Λογοκρισία είναι να έρθει κάποιος επίσημος φορέας ή να θεσπιστεί ένας νόμος που θα σου απαγορεύσει να πεις κάτι. Από την άλλη, ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι καθένας μπορεί να εκφράζεται όπως θέλει, δημοσίως, απαιτώντας να είναι στο απυρόβλητο. Οποιαδήποτε δημόσια θέση είναι ανοιχτή στην κριτική και η κριτική δεν αποτελεί λογοκρισία. 
 
– Είστε κωμικός, κάνετε μεταγλωττίσεις, γράφετε λιμπρέτα, σκηνοθετείτε και μεταφράζετε. Αν σας ζητούσαμε να περιγράψετε τον εαυτό σας, τι θα απαντούσατε;

– Αυτή η ερώτηση με απασχολούσε πάντα, πάρα πολύ. Συζητώντας το με μια φίλη, μου έδωσε την καλύτερη απάντηση: «Είσαι storyteller, παραμυθάς. Λες ιστορίες».
 
H παράσταση «Stand-up Symphony», με τον Δημήτρη Δημόπουλο και τη Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, σε διεύθυνση της Φαίδρας Γιαννέλου, 
θα παρουσιαστεί στο Ολύμπια Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας» την 1η Μαρτίου, 6 μ.μ. Ακόμη, θα πραγματοποιηθούν παραστάσεις για σχολεία στις 25, 
26, 27 Φεβρουαρίου, στις 10.30 π.μ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT