Ντέιβιντ Λοτζ: Ανελέητος σαρκαστής (και) σοβαροφανών «πολυτελείας»

Ντέιβιντ Λοτζ: Ανελέητος σαρκαστής (και) σοβαροφανών «πολυτελείας»

O επιδραστικός Ντέιβιντ Λοτζ (1935-2025) είχε εξομολογηθεί ότι «δημιούργησα ένα είδος σχιζοφρενικής ύπαρξης για τον εαυτό μου» και «όντας θεσμικά μονογαμικός, βίωσα τη σεξουαλική επανάσταση όχι ως πολεμιστής, αλλά ως πολεμικός ανταποκριτής»

4' 58" χρόνος ανάγνωσης

Ο λογοτέχνης, ακαδημαϊκός και κριτικός λογοτεχνίας Ντέιβιντ Λοτζ, ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς του 20ού και 21ου αιώνα, έφυγε από τη ζωή την πρώτη ημέρα του χρόνου, έχοντας κλείσει τα 89 του χρόνια. Το έργο του μεταφράστηκε σε πάνω από τριάντα γλώσσες και ένα παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό τον έμαθε, κυρίως, μέσα από την «πανεπιστημιακή λογοτεχνία» και τα «campus novels» του – μυθιστορήματα που έχουν σκηνή τους τον χώρο της ακαδημίας και των πανεπιστημίων.

Η απολαυστικά κωμική του ματιά πάνω στις ζωές των ακαδημαϊκών και στις νευρώσεις τους απλώθηκε σε μια τριλογία που εκδόθηκε μεταξύ 1975 και 1984, αποτελούμενη από τα «Changing Places: A Tale of Two Campuses» (1975), «How Far Can You Go?» (1980) και «Small World: An Academic Romance» (1984). Οι δύο τελευταίοι τίτλοι, μάλιστα, προτάθηκαν για το βραβείο Booker αλλά απέτυχαν, κάνοντας τους Times να γράψουν το 2018 πως ο Λοτζ ήταν «πιθανώς ο πιο διακεκριμένος μυθιστοριογράφος της γενιάς του που δεν το κέρδισε».

Οσο, όμως, και αν σατίριζε ανελέητα τον ακαδημαϊκό χώρο και των διανοούμενων, αποτελούσαν για εκείνον ένα «φυσικό περιβάλλον» που αγαπούσε και γνώριζε καλά: στο τελευταίο βιβλίο της τριλογίας, ένας εκ των πρωταγωνιστών λέει χαρακτηριστικά πως «αυτό που έχει σημασία στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικής δεν είναι η αλήθεια, αλλά η διαφορά. Εάν όλοι ήταν πεπεισμένοι από τα επιχειρήματά σου, θα έπρεπε να κάνουν όλοι το ίδιο με εσένα, κάτι που δεν θα προσέφερε καμία ικανοποίηση. Το να κερδίσεις αυτό το παιχνίδι, σημαίνει πως πρέπει να το χάσεις». Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, από το 1967 και μετά, ο Λοτζ κατείχε την έδρα της Σύγχρονης Αγγλικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ και συνέχισε τη συνεργασία του με το πανεπιστήμιο ως ομότιμος καθηγητής και μετά το 1987, όταν αποσύρθηκε για να αφοσιωθεί στο γράψιμο.

Γεννημένος το 1935 στο νότιο Λονδίνο, στο προάστιο του Μπρόμλεϊ, μεγάλωσε δίπλα στην Ιρλανδοβελγίδα μητέρα του με αυστηρή καθολική ανατροφή, κάτι που άφησε ένα βαθύ στίγμα και στην προσωπική του ζωή αλλά και στο συγγραφικό και ακαδημαϊκό του έργο.

Το 1952 ξεκίνησε τις σπουδές του στο University College του Λονδίνου, από όπου αποφοίτησε το 1955 και, σε ηλικία 18 ετών, γνώρισε τη μελλοντική του σύζυγο, Μαίρη Φράνσις Τζέικομπ, που ήταν επίσης φοιτήτρια. Το 1953 έγραψε το πρώτο του, ανέκδοτο μυθιστόρημα, «Τhe Devil, the World and the Flesh».

Το 1959 απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στο UCL κάνοντας μια διατριβή με θέμα την Καθολική λογοτεχνία, ενώ οι στοχασμοί του πάνω στον Καθολικισμό εκφράστηκαν και στο «The British Museum Is Falling Down» το 1965 αλλά και στο «Ηow Far Can You Go?» το 1980.

Το μυθιστόρημα «Therapy» (1995), μια συγκινητική και ταυτόχρονα σατανικά κωμική εξερεύνηση της κρίσης της μέσης ηλικίας, έγινε εμβληματικό. Ανάμεσα στα συνολικά 15 βιβλία που έγραψε, αξίζει να αναφέρουμε και το «Author, Author» του 2004, μια ημιμυθοπλαστική αναφορά στη ζωή του Χένρι Τζέιμς. Ο Λοτζ άφησε το αποτύπωμά του και ως δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Η συλλογή δοκιμίων του «The Art of Fiction» (1992) είναι ένα πολύτιμο έργο για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία, καθώς εξερευνά με διεισδυτικό τρόπο τις τεχνικές της γραφής. Το έργο του «Consciousness and the Novel» (2002) εστιάζει στη σχέση της λογοτεχνίας με την ανθρώπινη συνείδηση, ενώ η αυτοβιογραφία του «Quite a Good Time to Be Born: A Memoir 1935-1975» (2015) ρίχνει φως στη ζωή και την καριέρα του, που αποτέλεσε μια συνεχή μάχη μεταξύ δόγματος και ελεύθερου πνεύματος, ανθρώπινου δράματος και λυτρωτικού αυτοσαρκασμού.

Μιλώντας για τη διπολική του υπόσταση ως ακαδημαϊκός και ταυτόχρονα συγγραφέας, είχε πει: «Δημιούργησα ένα είδος σχιζοφρενικής ύπαρξης για τον εαυτό μου. Δεν λειτούργησα στο πανεπιστήμιο ως μυθιστοριογράφος. Δεν συζήτησα τα μυθιστορήματά μου, ούτε τα διάβασα σε κανέναν, ούτε δίδαξα δημιουργική γραφή, παρά υποδύθηκα έναν τυπικό ακαδημαϊκό καθηγητή. Αλλά, φυσικά, ήξερα ότι οι συνάδελφοί μου διάβαζαν τα μυθιστορήματά μου. Αυτός ήταν ο άλλος Ντέιβιντ Λοτζ – ένας άλλος κύριος. Αλλά αυτή η στάση γινόταν όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί, καθώς έγινα πιο γνωστός ως μυθιστοριογράφος και ταυτόχρονα ανέβηκα και στην ακαδημία. Γιατί υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ των δύο ρόλων: o ακαδημαϊκός έχει ένα είδος ευθύνης, ένα βάρος που έρχεται μαζί με τη δουλειά, ιδιαίτερα στη Βρετανία. Και ένας μυθιστοριογράφος είναι βασικά άναρχος ως προς τις οργανώσεις και τις ιεραρχίες – η δουλειά του είναι να ψάχνει για αντιφάσεις και να ανατρέπει επαγγελματικές παραδοχές».

Ταυτόχρονα, παρά την περίοπτη θέση του στον κόσμο του πνεύματος και της ακαδημίας, παρά το κοφτερό χιούμορ της πρόζας του, ο Λοτζ ήταν ένας άνθρωπος της θρησκείας, κάποιος που πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Είχε δηλώσει εμφατικά: «Δεν θέλω να αποκοπώ από τη μεγάλη παράδοση του Καθολικού Χριστιανισμού. Η θρησκεία είναι μια καταγραφή της ανθρώπινης σκέψης –μερικές φορές αρκετά ποιητική– σχετικά με θεμελιώδη ερωτήματα για τη ζωή και το μυστηριώδες ερώτημα του τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Δεν νομίζω ότι οι άνθρωποι που απορρίπτουν τη θρησκεία και την ιδέα του Θεού, αντιμετωπίζουν πραγματικά τις συνέπειες αυτής της θέσης. Δεν αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο δεν ζουν μια άνετη ζωή – ίσως ζουν μια άθλια ζωή. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα γι’ αυτούς αν αρνηθείς την εγκυρότητα των θρησκευτικών ιδεών. Για μένα, λοιπόν, η ελπίδα έχει αντικαταστήσει την πίστη: ελπίζετε ότι υπάρχει κάτι πέρα από τον θάνατο, που θα διορθώσει τα προφανή κακά και τις αδικίες αυτού του κόσμου». Μαζί, ήταν και αγνωστικιστής: «Δεν νομίζω ότι ο χριστιανισμός ή οποιαδήποτε από τις άλλες μεγάλες παγκόσμιες θρησκείες έχει σταθερά επιστημολογικά θεμέλια. Είναι απόπειρες εξήγησης ή αντιμετώπισης ορισμένων θεμελιωδών προβλημάτων: γιατί είμαστε εδώ, περί τίνος πρόκειται;».

Η «νευρωτική» του σχέση με τον Καθολικισμό και ο σαρωτικός αγγλικός σαρκασμός με τον οποίο την προσέγγισε τόσο δημιουργικά, λάμπει σε έναν μονόλογό του στο YouTube, ένα βίντεο του 2016, όπου ένας ογδοντάχρονος Λοτζ, στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, μιλάει για τη ζωή και το έργο του, και κάθε φράση, κάθε λέξη, μοιάζει σαν ένας θρίαμβος της αγγλικής γλώσσας. Εκεί, σχολιάζοντας τις ερωτικές περιπτύξεις στις οποίες είχε υποβάλει τους ήρωές του στην «πανεπιστημιακή» του τριλογία, ξεκαθαρίζει πως ήταν όλες τους προϊόν της φαντασίας του: «Οντας θεσμικά μονογαμικός, βίωσα τη σεξουαλική επανάσταση όχι ως πολεμιστής, αλλά ως πολεμικός ανταποκριτής»…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT