«Πανικός στους δρόμους και στις καρδιές», αυτός ήταν ο τίτλος που πρότεινε ο Αντώνης Σαμαράκης για μια ατομική έκθεση του Γιώργου Ιωάννου, το 1973. Ο ζωγράφος ήταν τότε 47 ετών, έμπαινε στην πιο ώριμη φάση του, δημιουργική και παραγωγική. Το σχόλιο του Σαμαράκη, κεκαλυμμένα πολιτικό, μιλούσε για το έντονο αντιμιλιταριστικό πνεύμα των έργων και συνέδεε απευθείας τις ιστορίες που τα τελάρα «αφηγούνταν» με τη ζωή της πόλης και τους ανθρώπους της, με τις αγωνίες, την κοινωνική απομόνωση, το χάος και τη βαρβαρότητα του σύγχρονου μηχανικού κόσμου. Μπορεί όμως να υπήρξε όντως τόσο «σκοτεινός» ένας καλλιτέχνης που κυριολεκτικά έλουζε το έργο του στο χρώμα, αυτός που αγάπησε τα κόμικς και ενέταξε στοιχεία από την pop art στο ζωγραφικό του λεξιλόγιο;
«To έργο του Ιωάννου είναι φαινομενικά χιουμοριστικό, αλλά στο βάθος εφιαλτικό. Οι πίνακές του ενθουσιάζουν τα παιδιά, αλλά ταυτόχρονα κρατούν για ώρα το βλέμμα του ενήλικου θεατή, αναζητώντας επαναλαμβανόμενα μοτίβα που “ξεκλειδώνουν” τον εικαστικό κόσμο του», μας λέει ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής των εκθέσεων και δράσεων του ΟΠΑΝΔΑ, Χριστόφορος Μαρίνος, που επιμελείται τη μεγάλη αναδρομική έκθεση με τίτλο «Γιώργος Ιωάννου. Εσωτερική διαδρομή».


«Οι εικόνες του Ιωάννου μπορεί να μην προκαλούν αυθόρμητα το γέλιο, είναι όμως διασκεδαστικές, με τον ίδιο τρόπο που σε διασκεδάζει και σε ξεκουράζει η λύση ενός σταυρολέξου, η συμπλήρωση ενός απαιτητικού παζλ ή η ανάγνωση ενός εκτενούς μυθιστορήματος. Για να τις διαβάσεις, άλλωστε, και να συνδεθείς μαζί τους, είναι απαραίτητη μια νοητική, εσωτερική διεργασία», προσθέτει ο επιμελητής της έκθεσης.
Η συζήτησή μας με τον κ. Μαρίνο γίνεται μία ημέρα πριν από τα εγκαίνια της περασμένης Τετάρτης, και το στήσιμο της έκθεσης έχει ολοκληρωθεί. Στα δύο κτίρια της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων στο Μεταξουργείο φιλοξενούνται περισσότερα από 170 έργα του καλλιτέχνη, μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση της δουλειάς του, ακριβώς 20 χρόνια μετά την τελευταία αναδρομική του στο Κέντρο Τεχνών. Η επιμελητική γραμμή ακολουθεί χρονολογική πορεία με αφετηρία τη δεκαετία του 1960 και διατρέχει τη σταδιοδρομία του Ιωάννου μέσα στις επόμενες δεκαετίες καταλήγοντας στο 2008. Μέχρι σχεδόν το τέλος του βίου του –έφυγε από τη ζωή το 2017– συνέχισε να εργάζεται με επιμονή και πείσμα παρά τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του.
«Ο Ιωάννου ήταν ένας ζωγράφος-συγγραφέας – Κάθε πίνακάς του είναι και μια πυκνογραμμένη σελίδα», λέει ο Χριστόφορος Μαρίνος.
«Ο Ιωάννου ήταν ένας ζωγράφος-συγγραφέας», σχολιάζει ο κ. Μαρίνος. «Κάθε πίνακάς του είναι και μια πυκνογραμμένη σελίδα, ή τουλάχιστον έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Οπως τα εικονογραφημένα κόμικς, έτσι και η ζωγραφική του είναι κατεξοχήν αφηγηματική, έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και την επικαιρότητα. Επίσης ήταν ταυτόχρονα ένας ζωγράφος-συλλέκτης, με την έννοια ότι ο ζωγραφικός χώρος στους πίνακές του είναι ένα φανταστικό μουσείο, που περιέχει κάθε λογής παράξενες εικόνες και αντικείμενα. Υπάρχουν επίσης πόλεις, υπαρκτές και φαντασιακές, για την ακρίβεια οι μνήμες των πόλεων στις οποίες έζησε, εξέθεσε και ταξίδεψε. Εκτός από την αγαπημένη του Αθήνα, είναι το Παρίσι, το Μιλάνο, η Βενετία, η Οστάνδη, το Λονδίνο, το Σάλτσμπουργκ και η Βιέννη».
Το στοίχημα για τον ζωγράφο ήταν να κατορθώσει να ζωγραφίσει σαν παιδί, να διηγηθεί μύθους για μεγάλους εκφράζοντας τα συναισθήματά του αβίαστα και αφιλτράριστα. Αυτό δεν σημαίνει πως το έργο του στερείται προβληματισμών και κοινωνικής κριτικής. Στα έργα της περιόδου 1970-75 δεσπόζει η βία, η οποία άλλοτε είναι απροκάλυπτη κι άλλοτε υποβόσκει, συγκαλυμμένη από την τεχνική των κόμικς, δίνοντας στις εικόνες μια αθώα και παιχνιδιάρικη διάσταση. Ωστόσο τα σύμβολα και τα μοτίβα που χρησιμοποιεί μαρτυρούν μια κοινωνία του ελέγχου και της καταστολής: ελικόπτερα, πολυβόλα και περίστροφα, στιλέτα, σπίρτα, μασκοφόροι, ανθρώπινοι στόχοι, κρατούμενοι, στρατιώτες και τανκς, πολεμικά πλοία και αεροσκάφη, αεροπλανοφόρα, διαδηλωτές και μάχες.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο ζωγράφος αποτυπώνει στα έργα του διάφορα σύμβολα της περιβαλλοντικής καταστροφής. Η ζωγραφική του, ένα μεγάλο μέρος της τουλάχιστον, αποτέλεσε επίσης μια διαμαρτυρία για τη «φθορά των πραγμάτων», συνοδευόμενη από νοσταλγία για όσα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί, όπως οι φανοστάτες που ξηλώθηκαν από τους δρόμους της Αθήνας. Οι συμβολισμοί του είναι προσεκτικά μελετημένοι και πηγάζουν από μνήμες και (τραυματικά) βιώματα, τα οποία ξεκινούν από τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.
«Γιώργος Ιωάννου. Εσωτερική διαδρομή», έως 29 Ιανουαρίου.


