«Ο πατέρας ως μυθιστορηματικός ήρωας», γράφει ο Νίκος Βατόπουλος στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Ενα παιδί μεγαλώνει στην Αθήνα, 1934-1944», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο εκλεκτός συνάδελφος μας έχει συνηθίσει σε έξοχες αφηγήσεις, στις οποίες ο μυθιστορηματικός του ήρωας είναι η ίδια η Αθήνα με τις μνήμες της. Εδώ έχουμε μια μετατόπιση: η Αθήνα φωτίζεται διαθλαστικά μέσα από τον βίο του πατέρα του συγγραφέα, το ημερολόγιό του, τις φωτογραφίες του.
«Αυτή η Αθήνα του 1942», γράφει Νίκος Βατόπουλος, «είχε ακόμη γλεντζέδες που είχαν ξενυχτήσει παίζοντας μπακαρά, είχε σε ορισμένα διαμερίσματα κεντρική θέρμανση, αλλά αυτά ήταν οι ελάχιστες εξαιρέσεις, οι οποίες σχολιάζονταν αρνητικά. Στα πολλά σπίτια της Αθήνας κάποια παιδιά σηκώθηκαν με γυμνά πόδια στο παγωμένο πάτωμα να αντικρίσουν το χιόνι. Εκστατικά». Μια τοιχογραφία εποχής, με άλλα λόγια, και την ίδια στιγμή μια διεισδυτική ματιά πάνω στη σχέση του χθες με το σήμερα, της πόλης έτσι όπως απλώνεται μέσα από τη μνήμη. Η «Κ» προδημοσιεύει τον πρόλογο και τον επίλογο του Ν. Βατόπουλου από αυτό το νέο του πόνημα.

Προδημοσίευση
Το ημερολόγιο του πατέρα μου κοιμόταν για πολλά χρόνια στο συρτάρι ενός γραφείου. Η ύπαρξή του ήταν γνωστή, αλλά η χειμερία νάρκη είχε σημαδέψει την πορεία του στον χρόνο.
Ηξερα πως οι αράδες εκείνες ήταν γραμμένες από το παιδικό και εφηβικό χέρι του πατέρα μου στο διάστημα μιας δεκαετίας, από το 1934-1944. Το ημερολόγιο γέμιζε, όχι σε ημερήσια βάση αλλά όποτε υπήρχε κάτι αξιόλογο να καταγραφεί ή όταν –ανωτέρα βία– με την πίεση του παππού μου ο πατέρας μου αναγκαζόταν να στρωθεί και να γράψει. Οπως και να έχει, οι σελίδες που γέμισε –αρχικά με μολύβι και αργότερα με μελάνι– διαβάστηκαν ως ενιαίο κείμενο πολλά χρόνια αργότερα, όταν όλα όσα περιέγραφε ανήκαν σε ένα αδιόρατο και αχνό οικογενειακό παρελθόν.
«Ενα σημαντικό κομμάτι του μικρό- κοσμου στη ζωή του έφηβου πατέρα μου στα Πατήσια ήταν και ο αθλητισμός», γράφει ο Νίκος Βατόπουλος.
Η απόσταση του χρόνου μου επέτρεψε να δω την αντικειμενική αξία όσων είχαν τότε καταγραφεί μέσα από ένα φίλτρο παιδικού και εφηβικού βλέμματος, σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για την ιστορία της Αθήνας και του τόπου μας γενικότερα. Οι σελίδες γραμμένες στη διάρκεια της Κατοχής με έφερναν κοντά σε μια αδιανόητη για τις επόμενες γενιές καθημερινότητα, που, όμως, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και την ανέχεια, συνεχιζόταν με διαλείμματα χαράς και ανεμελιάς. Αυτή η δίψα για ζωή με συνέπαιρνε. Το ημερολόγιο είναι από μόνο του ένα ωραίο βιβλίο ως αντικείμενο. Βιβλιοδετημένο με καφέ δέρμα και με προσεκτική χρυσοτυπία, με πρωτοβουλία του παππού μου στη δεκαετία του ’30, έχει και μια συμβολική σημασία για το τι σήμαινε να κρατάει κανείς ημερολόγιο εκείνη την εποχή. Ανάμεσα στις σελίδες βρέθηκαν χαρτονομίσματα της δεκαετίας του ’40, που μαζί με τις προσεκτικές λίστες για το κόστος των τροφίμων είναι ένα απτό αποτύπωμα μιας συνθήκης ζωής κοινής για όλους τους Αθηναίους εκείνα τα χρόνια.
Μαζί με τη δυσκολία του οικογενειακού προϋπολογισμού, ξετυλίγονται μια σειρά από θέματα για τη ζωή της Αθήνας. Το ημερολόγιο γραφόταν όλα εκείνα τα χρόνια στο μικρό, οικογενειακό σπίτι στο Τέρμα Πατησίων και από αυτό το ορμητήριο είχε οργανωθεί ένα παρατηρητήριο του κόσμου.
Τα σχολεία της Κυπριάδου και αργότερα η Λεόντειος των Πατησίων, οι συμμαθητές, οι καθηγητές, η σχολική ζωή εν καιρώ πολέμου, οι πλάκες, οι φάρσες, η αγάπη ανάμεσα στους φίλους, το παιχνίδι στον δρόμο, οι έλεγχοι, τα γαλλικά, η Ιστορία ως μάθημα και η Ιστορία ως καθημερινότητα, είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο που μας μεταφέρει πτυχές της σχολικής εκπαίδευσης και της ζωής γύρω από το σχολείο.

Η λαχτάρα για θέατρο και σινεμά στη δεκαετία του ’40 ήταν επίσης ένα μεγάλο κεφάλαιο για την ψυχική ισορροπία και τη διασκέδαση, όπως και τα μπάνια στη θάλασσα το καλοκαίρι στον Μπάτη και στο Εδεμ, στο Παλαιό Φάληρο, ή στο Αστρος, όπου τα καλοκαίρια ήταν ξένοιαστα και ατελείωτα. Μέσα στον πόλεμο, τα ταξίδια από την Αθήνα ή τον Πειραιά προς την Πελοπόννησο δεν ήταν μια απλή υπόθεση…
Ενα σημαντικό κομμάτι του μικρόκοσμου στη ζωή του έφηβου πατέρα μου στα Πατήσια ήταν και ο αθλητισμός. Το Σπόρτιγκ, Ηλία Ζερβού και Σαρανταπόρου, ήταν η μεγάλη αγάπη, μια λέσχη φιλίας που κράτησε εφήβους και νέους δεμένους μια ζωή. Στη δεκαετία του ’40, με πρωτόγονες συνθήκες, το μπάσκετ ήταν μια διέξοδος και ταυτόχρονα μια ανάγκη για υπέρβαση από μια καθημερινότητα στενών οριζόντων.
Αυτή η καθημερινότητα πλάταινε με το μπάσκετ, όπως και με το κολύμπι και φυσικά με το ποδόσφαιρο. Γύρω από τον Παναθηναϊκό και το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είχε καλλιεργηθεί ένας κόσμος έκστασης, φαντασμαγορίας, ηρωισμού και δράσης για χιλιάδες παιδιά και νέους της Αθήνας. Ανάμεσά τους και ο πατέρας μου, που αγόραζε με μανία φωτογραφίες με στιγμιότυπα από τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και με επιμέλεια σημείωνε από πίσω τα ονόματα μαζί με την ημερομηνία».

Η τελετουργία του περάσματος της μικροϊστορίας στην κοινή θέα
Αυτά τα μικρά τεκμήρια μιας μακρινής καθημερινότητας ήταν ψηφίδες μια ζωής που άλλαζε γοργά. Η Αθήνα άλλαζε και αυτή και όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια θυμούνταν με απορία και νοσταλγία την προπολεμική εποχή, τουλάχιστον έως το 1950, μέχρι να πάρει η ζωή και πάλι πάνω της. Σε όσα καταγράφει ο πατέρας μου, ως παιδί και έφηβος, ξεχωρίζω την ημερήσια εκδρομή μαζί με συμμαθητές του στον Ποδονίφτη, στο ονειρικό τοπίο του Κηφισού, δυο βήματα από τη Λεόντειο και τα Πατήσια. Αυτή η Αθήνα συμπρωταγωνιστεί μέσα σε αυτόν τον δαιδαλώδη χείμαρρο σκέψεων και καταγραφών. Το ημερολόγιο αυτό γραμμένο πριν από περίπου 80 χρόνια σε ένα σπίτι στα Πατήσια αφυπνίζει ξεχασμένες ιστορίες και περισσότερο από όλα μας οδηγεί να σκεφτούμε και πάλι την αξία κάθε ύπαρξης ξεχωριστά στην απέραντη χώρα της λήθης.
Το ημερολόγιο αυτό στάθηκε η αφορμή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι σκέψεων, αναμνήσεων, επιθυμιών και συνειρμών. Ηταν κάθαρση και εφαλτήριο.
Ενα ημερολόγιο που γράφεται για να διαβαστεί εκ των υστέρων και σε απροσδιόριστο χρόνο από τρίτους ενέχει και ένα στοιχείο επιτηδευμένης αφήγησης και αυτοπροστασίας. Ωστόσο, οι σελίδες ημερολογίου ενός παιδιού και μετέπειτα εφήβου διασώζουν εν πολλοίς έναν στοιχειώδη αυθορμητισμό και μια ορισμένη αφέλεια. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία δίνουν και τον προσωπικό τόνο σε ένα κείμενο που, 80 χρόνια μετά, προκαλεί ένα ύστερο βλέμμα και οδηγεί σε μία άλλου τύπου ακτινογραφία της εποχής.
Το πρωτογενές βλέμμα του εφήβου καθώς συμπίπτει με μια ταραγμένη και σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας μας διαβάζεται ποικιλοτρόπως. Μαζί με τον πατέρα μου, χιλιάδες άλλα παιδιά και έφηβοι στην Ελλάδα βίωσαν παρόμοιες καταστάσεις λίγο πριν και λίγο μετά το 1940. Είναι μια παρακαταθήκη που αφορά κατά μία έννοια τους πάντες.
Επιχείρησα να προσεγγίσω αυτό το τεκμήριο περισσότερο ως κείμενο που περνάει στη σφαίρα της δημόσιας Ιστορίας παρά ως οικογενειακό κειμήλιο. Και ως τέτοιο το μοιράζομαι με την πεποίθηση ότι μπορεί να προκαλέσει περιέργεια, να αποτελέσει έναυσμα και να οδηγήσει σε μια σειρά άλλων και ίσως περισσότερο γόνιμων συνειρμών.
Η Αθήνα ως μήτρα αφηγήσεων αναβλύζει διαρκώς. Το πέρασμα της μικροϊστορίας στην κοινή θέα και η μετατροπή της ειδικής περίπτωσης σε συλλογικό βίωμα είναι μία άτυπη τελετουργία. Θυμίζει το πέρασμα στην ενήλικη ζωή και από εκεί στη χώρα της λήθης και της μνήμης.

