Ηταν πριν από ακριβώς 11 χρόνια. Ιούλιος του 2001, μια προγραμματισμένη εκδρομή στη Σπιναλόγκα, ένας ακόμα σταθμός στο πρόγραμμα των ελληνικών διακοπών της Βικτόρια Χίσλοπ. Τίποτα στον ορίζοντα δεν προμήνυε την ανοιχτή στροφή που θα έπαιρνε η ζωή αυτής της όμορφης, πολύ ζωντανής γυναίκας από το Κεντ, εκείνο το απόγευμα.
Το καΐκι που έκανε το δρομολόγιο Πλάκα – Σπιναλόγκα επιβίβασε τους οκτώ Βρετανούς τουρίστες. Επιστρέφοντας από το νησί, ένα νησί που από μακριά έμοιαζε σαν όλα τα άλλα, τίποτα δεν θα ήταν ίδιο πια για μία από τους επιβάτες. Στα φαινομενικά ανέμελα 40 λεπτά που διήρκεσε η βόλτα ανάμεσα στα ερείπια και τα φαντάσματα της Σπιναλόγκας, η φαντασία της είχε τρέξει πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά. Εκεί θα ανάβλυζε από μέσα της μια επιθυμία που δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Θα έγραφε. Και η ιστορία της θα είχε αρχή και τέλος το απόκοσμο αυτό κομμάτι γης καταμεσής του κόλπου της Ελούντας που είχε μόλις ανακαλύψει.
Τη συνέχεια την ξέρετε. «Το Νησί» της Βικτόρια Χίσλοπ έγινε ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή μπεστ σέλερ των τελευταίων ετών. Ούτε λίγο ούτε πολύ έχει πουλήσει περισσότερα από 2,2 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Για την ίδια την πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, συγγραφέα υπήρξε το πιο συναρπαστικό βάπτισμα του πυρός στα βαθιά και απαιτητικά νερά της μεγάλης αγοράς της ψυχαγωγικής λογοτεχνίας που θα μπορούσε να ευχηθεί για τον εαυτό της. Ακολούθησε ο «Γυρισμός» με θέμα τον ισπανικό εμφύλιο, για να επιστρέψει πολύ γρήγορα σε ελληνική θεματολογία με το «Νήμα», το τελευταίο της μυθιστόρημα, αυτή τη φορά με φόντο την πολυεθνική Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Την επόμενη Κυριακή η «Κ» προσφέρει το «Νησί» στους αναγνώστες της και είναι μια ευκαιρία να θυμηθούμε πώς άρχισαν όλα και πού βρίσκεται σήμερα η σχέση της με την Ελλάδα, μοιραία τη δεύτερη πατρίδα της.
– Θυμάστε τη στιγμή που είπατε στον εαυτό σας «αυτό το μέρος πρέπει να γίνει βιβλίο»;
– Τη θυμάμαι, σαν να συνέβη χθες. Ημασταν στην Κρήτη και εκείνο το απόγευμα, πρέπει να ήταν κοντά στις 4, θα κάναμε ένα τουριστικό τουρ στη Σπιναλόγκα. Ευτυχώς το καΐκι ήταν μικρό, κάτι που έκανε την αίσθηση ότι συμμετέχεις σε κάτι τουριστικό λιγότερο οδυνηρή. Κατεβήκαμε στη Σπιναλόγκα και περπατήσαμε για 40 λεπτά πριν επιστρέψουμε στην Πλάκα. Στη διάρκεια αυτής της βόλτας αισθάνθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου ότι θέλω να γράψω. Καταλαβαίνετε τι επίδραση είχε μέσα μου ό, τι έβλεπα. Στο τέλος ήμουν αποφασισμένη. Θα έγραφα το πρώτο μυθιστόρημα στη ζωή μου και το επίκεντρο της ιστορίας θα ήταν η Σπιναλόγκα.
– Γνωρίζατε τι σημαίνει Σπιναλόγκα, το ειδικό βάρος του τόπου;
– Οχι. Ο τουριστικός οδηγός που είχα αγοράσει είχε μια μικρή παράγραφο για τη Σπιναλόγκα και μια πρόταση για το θέμα της λέπρας. Με συνάρπαζε η ιδέα ότι είχα μπροστά μου μια ιστορία σχεδόν πρόσφατη, μια ιστορία που έφτανε μέχρι το 1957. Δεν ξέρω πόσο θα είχα συγκινηθεί από τη Σπιναλόγκα αν ήταν τοποθετημένη ιστορικά στον 17ο ή στον 18ο αιώνα.
«Κάντε διακοπές στην Ελλάδα»
– Μετά την αρχική ιδέα, πώς οργανώσατε την απόφασή σας να γράψετε;
– Θυμάμαι ότι ήταν Πέμπτη η μέρα που κάναμε το τουρ στη Σπιναλόγκα. Δυστυχώς το ξενοδοχείο μας ήταν μακριά από την Πλάκα και δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε εύκολα. Αλλά ήθελα οπωσδήποτε να επιστρέψω, για να αγοράσω δύο μικρούς οδηγούς στα αγγλικά. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο τους διάβασα και αμέσως άρχισε να τριγυρνάει η κεντρική ιδέα στο μυαλό μου. Θυμάμαι ότι δεν είχα καθόλου χαρτί για να γράψω. Ευτυχώς βρήκα φακέλους αλληλογραφίας και κράτησα σημειώσεις εκεί. Η ιδέα ήταν να γράψω για μια γυναίκα που, αντίθετα με ό, τι θα περίμενε κανείς, δεν ήθελε να αφήσει τη Σπιναλόγκα επειδή ήταν ερωτευμένη με τον γιατρό του νησιού.
– Μοιραστήκατε τον ενθουσιασμό σας ή την πρόθεση να γράψετε για πρώτη φορά με κάποιον δικό σας άνθρωπο εκείνες τις ημέρες στην Ελλάδα;
– Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Οταν γύρισα στην Αγγλία άρχισα αμέσως έρευνα για την ιστορία της λέπρας. Ηρθα σε επαφή με μια σημαντική γυναίκα στο London School of Hygiene, ειδική στη λέπρα. Ηταν ένας άνθρωπος που με βοήθησε πολύ. Μαζί της κατάλαβα ότι μπορούσα να γράψω το βιβλίο. Γιατί αυτό που με ενδιέφερε από την αρχή ήταν μια ιστορία για κανονικούς ανθρώπους και όχι για αρρώστους που υποφέρουν στο κρεβάτι.
– Εχετε μια εξήγηση για το γεγονός ότι χρειάστηκε μια Αγγλίδα για να θυμίσει στους Ελληνες την ιστορία της Σπιναλόγκα;
– Νομίζω είναι πιο εύκολο αν είσαι λίγο πιο έξω να δεις ή να εκτιμήσεις ορισμένα πράγματα. Το ίδιο συμβαίνει και στα σπίτια μας: ζεις μια ζωή σε ένα διαμέρισμα και ποτέ δεν έχεις προσέξει τον πίνακα που κρέμεται για χρόνια πάνω από την τραπεζαρία. Με τον καιρό έχει γίνει κομμάτι του τοίχου. Ερχεται λοιπόν η ώρα της μετακόμισης, κατεβάζεις τον πίνακα και αναρωτιέσαι: «γιατί δεν είχα προσέξει πόσο όμορφος είναι αυτός ο πίνακας;». Ετσι είναι, η απόσταση βοηθάει.
Η σύγχρονη Ελλάδα
– Μετά τον ισπανικό εμφύλιο επιστρέψατε με το «Νήμα» σε ένα ακόμα ελληνικό θέμα, στην πολυεθνική Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Αισθάνεστε ότι η πρόσφατη ελληνική ιστορία έχει ένα μυθοπλαστικό ενδιαφέρον που δεν έχει αξιοποιηθεί επαρκώς από την ξένη λογοτεχνία;
– Το πιστεύω ακράδαντα. Ο κόσμος έχει την τάση να εστιάζει στην αρχαία Ελλάδα και είναι φυσικό λόγω της εκπαίδευσης. Στην ίδια την Ελλάδα, όσο μπορώ να ξέρω, η σύγχρονη ιστορία σας απασχολεί ιδιαίτερα την ελληνική λογοτεχνία. Δυστυχώς ένα πολύ μικρό τμήμα είναι μεταφρασμένο και παρά την πρόοδό μου στα ελληνικά δεν είμαι ακόμα σε θέση να διαβάσω ένα μυθιστόρημα. Είναι αλήθεια όμως ότι χάρη στα βιβλία μου ένας κόσμος που δεν έχει επαφή με τη νεότερη ελληνική ιστορία έρχεται σε επαφή. Το «Νήμα», για παράδειγμα, σημείωσε μεγάλη επιτυχία στη Μεγάλη Βρετανία και υπάρχουν τρία σημεία που κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση στους αναγνώστες μου που δεν είναι Ελληνες. Το πρώτο είναι η ανταλλαγή πληθυσμών. Ελάχιστοι, ακόμα και από ανθρώπους που έρχονται στην Ελλάδα για διακοπές κάθε χρόνο, έχουν ακόυσει κάτι γι’ αυτό. Το δεύτερο είναι η ισχυρή εβραϊκή παράδοση της Θεσσαλονίκης. Και το τρίτο η Κατοχή και η πείνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οταν μιλάς σε έναν Βρετανό για την πείνα στην Ελλάδα σοκάρεται. Πρώτον γιατί δεν το γνωρίζει και δεύτερον γιατί εδώ στη Μεγάλη Βρετανία η εμπειρία του πολέμου ήταν πολύ διαφορετική. Χάσαμε πολλούς ανθρώπους, αλλά ο πόλεμος συνέβη κάπου μακριά.
– Ποια ήταν η σχέση σας με την Ελλάδα πριν από το «Νησί» και ποια σήμερα;
– Συνοπτικά θε έλεγα ότι πριν από το «Νησί» η σχέση ήταν αυτή ενός τουρίστα. Ερχομαι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο από το 1977. Για το «μετά» θα έλεγα ότι αισθάνομαι λιγότερο «ξένη» (σ. σ. χρησιμοποιεί την ελληνική λέξη). Οταν έκανα την έρευνα για το βιβλίο μου που αναφέρεται στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, μια περίοδος τριών ετών, οι προτεραιότητες άλλαξαν προς στιγμήν, καθώς έπρεπε να βρίσκομαι συχνά στην Ισπανία. Οταν τελείωσα με το βιβλίο ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να πάω στο Ελληνικό Κέντρο, στο Λονδίνο, και να γραφτώ στα μαθήματα ελληνικών. Ομολογώ ότι η εκμάθηση της γλώσσας άλλαξε και τη σχέση μου με τον τόπο. Είναι τόσο διαφορετική η αίσθηση. Και στην Κρήτη υπάρχει το σπίτι μας. Φτάνω εκεί την άλλη Παρασκευή, την ημέρα που στο Λονδίνο θα αρχίζουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες και θα παρακολουθήσω την τελετή από τη βεράντα μου…
– Είστε αρκετά δραστήρια στην υπεράπσπιση της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία, γράψατε πρόσφατα και ένα μεγάλο άρθρο στους «Τάιμς» του Λονδίνου. Αισθάνεστε ένα είδος άτυπης πρέσβειρας της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία αυτούς τους δύσκολους καιρούς;
– Αυτό που βασικά κάνω είναι να προτρέπω τους φίλους και τους αναγνώστες μου να κάνουν τις διακοπές τους στην Ελλάδα. Ο κόσμος διαβάζει στις εφημερίδες ότι δεν υπάρχουν φάρμακα και πως οργανώνονται κοινωνικά συσσίτια και σκέφτονται ότι ίσως αυτό δεν είναι το πιο ελκυστικό μέρος για διακοπές. Γενικά θα έλεγα πως θέλω να κάνω τους ανθρώπους που είναι κοντά μου ή με διαβάζουν να αισθάνονται συμπάθεια για τους Ελληνες και όχι να κριτικάρουν.
Το «Νησί» στην «Κ»
Την επόμενη Κυριακή 29 Ιουλίου η «Κ» προσφέρει στους αναγνώστες της το «Νησί», το διεθνές μπεστ σέλερ της Βικτόρια Χίσλοπ. Εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες από κάθε άκρη της γης ανακάλυψαν για πρώτη φορά την ιστορία της Σπιναλόγκας: τα δικαιώματα του βιβλίου πουλήθηκαν σε 29 χώρες με περισσότερες από 2,2 εκατ. πωλήσεις παγκοσμίως μέχρι σήμερα. Και δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι χάρη στη Χίσλοπ και την εκκωφαντική της επιτυχία και στην ελληνική αγορά (320.000 αντίτυπα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διόπτρα») η Σπιναλόγκα επέστρεψε στον ελληνικό χάρτη. Για δεκαετίες ένα πέπλο αποστροφής και προκαταλήψεων σκέπαζε το «Νησί» που από τη μια μέρα στην άλλη έγινε σημείο αναφοράς της λαϊκής κουλτούρας.
Οσο για την πλοκή, στην περίπτωση που δεν την γνωρίζετε ήδη: η Αλέξις λαχταρά να μάθει για το παρελθόν της μητέρας της, Σοφίας, που εκείνη τόσα χρόνια έκρυβε. Ξέρει μόνο ότι η μητέρα της μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό της Κρήτης προτού φύγει οριστικά για το Λονδίνο. Οταν η Αλέξις αποφασίζει να επισκεφθεί την Κρήτη, η Σοφία τής δίνει ένα γράμμα για μια παλιά της φίλη και της υπόσχεται πως απ’ αυτήν θα μάθει την αλήθεια. Εκπληκτη η Αλέξις ανακαλύπτει πως η ζωή της οικογένειάς της συνδέεται άμεσα με το μικρό και εγκαταλελειμμένο νησί της Σπιναλόγκα – την πρώην αποικία των λεπρών. Μαθαίνει την ιστορία της γιαγιάς της και της μητέρας της, όπως και τη διάλυση της οικογένειάς της από την τραγωδία, τον πόλεμο και τα πάθη…

