Μυήσαμε τους νέους της Κρήτης στην τέχνη

5' 31" χρόνος ανάγνωσης

Το Κέντρο Εικαστικής Δημιουργίας Ρεθύμνης -το οποίο προσφάτως μετονομάστηκε σε Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης- είναι μοναδικό παράδειγμα στα ελληνικά δεδομένα. Στα 14 έτη λειτουργίας του διοργάνωσε περίπου ενενήντα μονογραφικές και θεματικές εκθέσεις. Συσπείρωσε καλλιτέχνες, άνοιξε διάλογο με την εγχώρια αλλά και τη διεθνή σκηνή τέχνης, εισήγαγε πρωτοποριακά εκπαιδευτικά προγράμματα στην ελληνική επαρχία (όπου λ.χ. ο Ζογγολόπουλος ή ο Κεσσανλής μιλούσαν για το έργο τους), διοργάνωσε διαλέξεις, πραγματοποίησε δράσεις στον αστικό ιστό.

Επέζησε ακόμα και όταν οι κρατικές επιχορηγήσεις σταμάτησαν και οι υπάλληλοι και συνεργάτες του έμειναν απλήρωτοι για μήνες. Ιδού μια έμπρακτη απόδειξη για το πόσο γερά είχε στεριώσει στην τοπική κοινωνία. Πάνω απ’ όλα ο θεσμός πέτυχε κάτι πρωτόγνωρο: αγκαλιάστηκε από τους ίδιους τους εικαστικούς που δώρισαν έργα τους, φτιάχνοντας έτσι μια πλούσια συλλογή νεοελληνικής τέχνης. Οι εκθέσεις του έχαιραν πάντα κάλυψης στον Τύπο ενώ μετά τα εγκαίνια, καλλιτέχνες, θεωρητικοί, τεχνοκριτικοί, δημοσιογράφοι, τοπικοί άρχοντες έτρωγαν μαζί, συζητούσαν, διαφωνούσαν, ζυμώνονταν: η τέχνη είχε γίνει γιορτή, είχε γίνει ζωογόνος ουσία για την ίδια την πόλη. Το Ρέθυμνο παρήγαγε σύγχρονο πολιτισμό.

Επειτα από μια διετή κρίση λόγω οικονομικών προβλημάτων, ανοίγει ξανά τις πόρτες του στο κοινό, με μεγαλύτερο εκθεσιακό χώρο 1.000 τ.μ. που χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία του. Κινητήριος δύναμή του παραμένει η δημοσιογράφος και τεχνοκριτικός Μαρία Μαραγκού, που ίδρυσε το Κέντρο, το βοήθησε να κάνει τα πρώτα του βήματα και τώρα το βλέπει πλέον να ενηλικιώνεται. Μιλά στην «Κ» για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Κρήτης, τα προβλήματα, τις ελπίδες, τον αγώνα της να δημιουργήσει στην Ελλάδα έναν πολιτιστικό θεσμό που να μακροημερεύσει και να παράγει ουσιαστικό έργο.

Τα πρώτα βήματα

«Το Κέντρο ξεκίνησε ως Δημοτική Πινακοθήκη Ρεθύμνου το 1992, με δική μου πρωτοβουλία. Είχε μόλις πεθάνει ο θείος μου Λευτέρης Κανακάκις και ήθελα να συνεχίσω το έργο του. Ηταν εξαίρετος ζωγράφος, τεράστιας καλλιέργειας άνθρωπος. «Εφυγε» νεότατος και άφησε πίσω του παρακαταθήκη. Η συλλογή του δεν ήταν μεγάλη αλλά αποτελούσε μια καλή μαγιά. Το 1995, επί υπουργίας Μικρούτσικου έγινε το εθνικό πολιτιστικό δίκτυο πόλεων, κάναμε πρόταση και μπήκαμε στο πρόγραμμα με σύμβαση ανάμεσα στον Δήμο και το υπουργείο Πολιτισμού. Με τα τριάντα έργα του θείου μου και άλλα ογδόντα έργα νεότερης ελληνικής τέχνης ιδρύθηκε το Κέντρο Εικαστικής Δημιουργίας Ρεθύμνης. Δεχόμασταν το κοινό σε δύο δωμάτια αλλά γίνονταν δράσεις και σε άλλους χώρους».

Η ίδρυση του Κέντρου, ήταν μια τομή για την Κρήτη, λέει η Μαρία Μαραγκού. «Στο νησί, είναι μεγάλο το βάρος της ιστορίας και πολλές φορές όλα περιστρέφονται γύρω από το παρελθόν. Ως ενεργός δημοσιογράφος, γνώριζα καλά τα πράγματα. Δεν μου φαινόταν σωστό η Κρήτη να είναι προσκολλημένη στο χθες, ενώ θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ορισμένα πλεονεκτήματά της και να κάνει κάτι για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη, δεδομένου ότι δέχεται χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Οταν πρωτοξεκινήσαμε δεν ήταν πολύ δεκτικό το περιβάλλον. Μάθαμε να αφουγκραζόμαστε την τοπική κοινωνία. Είχαμε στήσει -θυμάμαι- ένα γλυπτό του Κατζουράκη σε δημόσιο χώρο και κάποιοι έστειλαν επιστολές στις εφημερίδες διότι δεν το θεωρούσαν τέχνη. Σιγά σιγά ο κόσμος αγκάλιασε το Κέντρο. Εγιναν συζητήσεις, ημερίδες, προβολές. Είχαμε το προνόμιο να συνεργαζόμαστε με το πανεπιστήμιο. Ο καθηγητής Νίκος Χατζηνικολάου μας βοήθησε στέλνοντας καλούς φοιητές από το μεταπτυχιακό, οι οποίοι έκαναν διαλέξεις και ξεναγήσεις».

Κατάλληλοι άνθρωποι

«Οι τοπικές κοινωνίες θέλουν υπομονή και τους κατάλληλους ανθρώπους για να γίνουν σωστοί θεσμοί» συνεχίζει η δημοσιογράφος. «Δεν γίνονται θαύματα. Στην αρχή πάντα σε αμφισβητούν και πρέπει να πορευτείς με τη βεβαιότητα ότι για την πλειονότητα των κατοίκων δεν είναι προτεραιότητα η τέχνη. Ομως το κοινό εκπαιδεύεται. Υπάρχουν σήμερα νέοι από το Ρέθυμνο που σπουδάζουν στην ΑΣΚΤ επειδή έβλεπαν τέχνη στο Κέντρο. Πάντα κάτι μένει από τις εκθέσεις. Το να κάνει ομιλίες ο Ζογγολόπουλος, να συμμετέχει ο Νίκος Κεσσανλής σε εκπαιδευτικά προγράμματα είναι μια σημαντική παρακαταθήκη. Είμαι υπερήφανη διότι υπάρχει μια φουρνιά νέων ανθρώπων στην Κρήτη που γνώρισε από κοντά και κουβέντιασε με πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες, έμαθε τι θα πει ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική, εγκαταστάσεις…».

Σύμφωνα με τη Μαρία Μαραγκού, η ευλογία του χώρου είναι ότι οι καλλιτέχνες και οι δημοσιογράφοι στήριξαν τον θεσμό από την αρχή: «Οι εικαστικοί έχουν δωρίσει καταπληκτικά έργα διότι μας είχαν εμπιστοσύνη και τους αρέσει να βλέπουν τη δουλειά τους στην περιφέρεια. Το Κέντρο δεν ήταν απλώς ένας εκθεσιακός χώρος αλλά πόλος έλξης, σημείο συνάντησης. Ενας επιμελητής της Tate, είδε μια αναδρομική του Μόραλη και έτσι ξεκίνησε μια αλληλογραφία μεταξύ τους. Και εμείς όμως βάζαμε τα δυνατά μας να κάνουμε εκθέσεις που να ανοίγουν νέους δρόμους. Είχαμε διοργανώσει αναδρομικές των Μόραλη, Γκίκα, Κεσσανλή αλλά διοργανώναμε και εκθέσεις όπως η «Made in Berlin» με καλλιτέχνες από το Βερολίνο που επέλεξε ο Χρήστος και η Μπρίργκιτ Ιωακειμίδη, η ομαδική «Ανθρωποι, Πρόσωπα, Μορφές», με έργα από την Επτανησιακή Σχολή μέχρι τις ημέρες μας, το αφιέρωμα «Πάσχον Σώμα» με έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Διοργανώναμε και δράσεις που ενέπλεκαν την τοπική κοινωνία. Το 1996 ο Αμερικανός γλύπτης Ρόναλντ Τζόουνς έκανε έκθεση μαζί με τον Αγγελο Σκούρτη «Στον Κήπο της Καρδιάς». Φύτευσαν δένδρα και λουλούδια σε σχήμα καρδιάς, μέσα στο Ψυχιατρείο στα Χανιά, ένα πρότζεκτ που κράτησε έναν χρόνο».

Συγκρατημένη αισιοδοξία

«Αντιλήφθηκα ότι η πόλη είχε δεθεί τόσο με το Κέντρο όταν άρχισαν τα οικονομικά προβλήματα. Δεν παίρναμε πια επιχορηγήσεις και δεν μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα. Υπήρξε μεγάλη ανησυχία να μη νεκρώσει η δράση. Για ένα μεγάλο διάστημα το προσωπικό ήταν απλήρωτο. Δεν μπορούσαμε να έχουμε εκθεσιακό πρόγραμμα όταν ο φύλακας του Κέντρου δεν είχε πληρωθεί για μήνες. Σήμερα πια έχουμε νέα δεδομένα. Διαθέτουμε μεγαλύτερο χώρο, καθώς ενσωματώσαμε το διπλανό κτίριο. Το παλιό ενετικό κτίσμα που αποτέλεσε στις αρχές του 20ού αιώνα έναν από τους πρώτους βιομηχανικούς χώρους του νησιού, με το εργοστάσιο σαπουνιού που φιλοξενούσε μέχρι τη δεκαετία ’70, σήμερα αποτελεί ένα σύγχρονο μουσειακό χώρο υψηλών προδιαγραφών».

Συμπαραστάτες

«Θα φτιάξουμε πωλητήριο. Ο δήμος είναι δίπλα μας, μας έχει δώσει ένα κονδύλι 250.000 ευρώ για τα λειτουργικά έξοδα. Θα βρεθούν και χορηγοί. Ορισμένοι Κρήτες όπως ο Μετάξας και ο Πορταλάκης μας έχουν συμπαρασταθεί. Δίπλα μας όμως είναι και άνθρωποι όπως ο Μπεργελές και ο Μιχάλης Γαβρίλος που έβαλαν πλάτη για να ανοίξει ξανά το Κέντρο».

Το πλαίσιο λειτουργίας έχει αλλάξει: «Η μέριμνα είναι να βρεθούν τρόποι όπου το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης να γίνει σταδιακά αυτοδύναμο. Προς το παρόν μπορεί να τα καταφέρει αν δεν κάνει φιλόδοξες εκθέσεις, μόνο με αφιερώματα από τη μόνιμη συλλογή που αριθμεί 400 έργα. Στην Ελλάδα υπάρχει ένας παραλογισμός από την πλευρά του κράτους. Σου δίνουν χρήματα για να ιδρυθείς και μετά σε ξεχνάνε. Ετσι και με άλλες εσφαλμένες πολιτικές είδαμε να χάνονται κέντρα στην Σκόπελο και τη Λάρισα… Είμαι αισιοδοξη. Δεν φοβάμαι να μπω στην περιπέτεια. Αν δεν είχε γίνει το Κέντρο δεν θα είχα ζήσει λύπες και ταραχές ούτε τις πολύ μεγάλες χαρές που πήρα».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT