Εξι μήνες με την κόρη μου στην Κρήτη

3' 44" χρόνος ανάγνωσης

ΔΙΑΦΟΡΑ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ

Η χρονιά του 1989 ήταν γεμάτη άγχος για μένα. Εκανα τα μεταπτυχιακά μου και είχε φτάσει ο καιρός να ταξιδέψω στο εξωτερικό και να αρχίσω την έρευνα στα αρχεία του Ηρακλείου Κρήτης. Η κόρη μου, η Χάνα (Hannah), ήταν μόλις ενός έτους. Καθώς ούτε ο σύζυγός μου ούτε εγώ θέλαμε να ήμασταν μακριά από τη Χάνα για ένα ολόκληρο χρόνο, καταλήξαμε σε μια σολομώντεια λύση. Η Χάνα θα έμενε στη Νέα Υόρκη, όπου ο πατέρας της εργαζόταν, για ένα εξάμηνο, και μετά θα ερχόταν κοντά μου στην Κρήτη και στην Κωνσταντινούπολη.

Οταν έφτασα στην Ελλάδα εκείνη τη χρονιά, πίστευα ότι την ήξερα καλά γιατί είχα πίσω μου μια τετραετή εμπειρία στη χώρα. Σύντομα, όμως, ανακάλυψα πράγματα που δεν είχα προσέξει παλιά, καθώς τώρα ήμουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα με την ιδιότητα της «μητέρας». Η πρώτη αποκάλυψη συνέβη πριν φθάσει η Χάνα στην Κρήτη και ήταν μια καθησυχαστική εμπειρία. Οταν είπα στους γνωστούς μου στις ΗΠΑ ότι θα άφηνα πίσω την κόρη μου για ένα εξάμηνο διέκρινα μια έκφραση αποδοκιμασίας. Ορισμένοι, μάλιστα, τόλμησαν να μου πουν ότι θα προκαλούσα στη Χάνα σοβαρό ψυχολογικό τραύμα. Αντίθετα, στην Ελλάδα είδα ανακουφισμένη τους ανθρώπους να μην τους προκαλεί το γεγονός καμία εντύπωση. Αυτό που πραγματικά τους σόκαρε ήταν το ότι την κόρη μου τη φρόντιζε ο πατέρας της! Δεν ήταν λίγες οι φορές που την είχαν ρωτήσει: «Μα δεν έχεις μάνα;».

Οταν έφτασε η Χάνα στην Κρήτη, έπρεπε να σκεφτώ ποιος θα τη φρόντιζε όση ώρα θα βρισκόμουν στο Ηράκλειο για την έρευνά μου. Αποφάσισα να δοκιμάσω ένα παιδικό σταθμό, λίγα χιλιόμετρα νότια της πόλης. Οι ελληνικοί παιδικοί σταθμοί ήταν μία εντελώς νέα εμπειρία για μένα. Πρώτα απ’ όλα, προερχόμενη από την Αμερική όπου το χρώμα του δέρματος είναι ευαίσθητο ζήτημα, που κανείς δεν έθιγε αν ήθελε να είναι αξιοπρεπής, αιφνιδιάστηκα από τον τρομερό ενθουσιασμό που προκαλούσαν τα χρώματα της κόρης μου. Η κόρη μου ήταν (και ακόμη είναι) ξανθιά και γαλανομάτα με λευκό δέρμα. Μόλις εμφανιζόταν, το προσωπικό του παιδικού σταθμού την καλωσόριζε, χειροκροτώντας φωνάζοντας «Α! έρχεται η ασπρούλα μας!».

Επίσης, οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές. Στους παιδικούς σταθμούς στην Αμερική, δίνεται ιδιαίτερο βάρος σε αυτό που λέμε, σε γενικές γραμμές, ανάπτυξη προσωπικότητας. Μαθαίνει το παιδί να είναι ανεξάρτητο; Να συνεργάζεται; Μαθαίνει να ακούει; κ. ο. κ. Στον παιδικό σταθμό του Ηρακλείου, τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από το μεσημεριανό γεύμα. Και όταν λέω γεύμα, δεν εννοώ τη χάρτινη σακούλα που θα φέρναμε στην Αμερική, με ένα σάντουιτς με φυστικοβούτυρο. Κάθε μέρα στρώνονταν μια μικρή ταβέρνα, καθώς ο παιδικός σταθμός οργάνωνε ένα πλήρες γεύμα κατά μήκος ενός μεγάλου τραπεζιού. Η Χάνα, όπως αποδείχθηκε, λάτρευε το ελληνικό φαγητό και κάθε μέρα καθάριζε το πιάτο της και ζητούσε κι άλλο. Ετσι, κέρδισα τον θαυμασμό του παιδικού σταθμού. Το γεγονός ότι μιλούσα ελληνικά, ότι έκανα διδακτορικό για να γίνω ιστορικός, τίποτε από όλα αυτά δεν τους έκανε εντύπωση. Αλλά όταν ήρθα να πάρω τη Χάνα μετά την πρώτη μέρα, με κοίταξαν με άλλα μάτια. «Πω, πω, πω!», μου είπαν. «Η κόρη σας είναι καλοφαγού!».

«Είσαι πολύ στοργική μητέρα. Το βλέπω…»

Το φαγητό ήταν στο επίκεντρο στη διάρκεια της εμπειρίας μου, ως μητέρα, στην Ελλάδα. Κάθε απόγευμα όταν έφτανα σπίτι με τη Χάνα, η σπιτονοικοκυρά μου ξεμύτιζε και με ρώταγε: «Τι θα ψήσεις απόψε;». Η ζωή δεν ήταν εύκολη για τη Χάνα και μένα, μόνες στο Ηράκλειο σε ένα διαμέρισμα με πέντε συμπράγκαλα.

Στην πραγματικότητα, δεν είχα πρόθεση να μαγειρέψω τίποτε. Ισως λίγα μακαρόνια για τη Χάνα και μια μπίρα με κράκερς για μένα πριν πέσουμε νωρίς για ύπνο. Αλλά δεν μου πήγαινε να πω την αλήθεια στη σπιτονοικοκυρά μου, γι’ αυτό της έλεγα ψέματα. Μια μέρα θα της έλεγα ότι θα μαγειρέψω κοτόπουλο, την άλλη κεφτέδες.

Οι ερωτήσεις της σπιτονοικοκυράς μου μού δημιουργούσαν εκνευρισμό και ανησυχούσα ότι μπορεί να σκεφτόταν ότι δεν ήμουν άξια μητέρα.

Ξαφνικά, τη μέρα που θα έφευγα από την Κρήτη, με πλησίασε και μου είπε ένα από τα ωραιότερα πράγματα που μου έχει πει ποτέ άνθρωπος σε όλη μου τη ζωή: «Είσαι πολύ στοργική μητέρα. Μην νομίζεις πως δεν το βλέπω»».

Η Molly Greene είναι ιστορικός, συγγραφέας και συνεργάζεται με το πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Princeton. Ως επιστημονικό αντικείμενο έχει την Κρήτη στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο της «Κρήτη, ένας κοινός κόσμος. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στη Μεσόγειο των πρώιμων νεότερων χρόνων» (μετ. Ε. Γκαρά, Θ. Γκέκου, Εκδόσεις 21ος, Αθήνα 2005). Το νέο της βιβλίο έχει θέμα την πειρατεία στη Μεσόγειο.

* Η Molly Greene έγραψε αυτό το άρθρο ειδικά για την «Καθημερινή».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT