Ελάχιστοι γνώριζαν την περιπέτεια της υγείας του. Ούτε καν ο ίδιος. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, Τάσος Μπαντής, νικήθηκε από τον καρκίνο την Κυριακή το απόγευμα. Ηταν μόλις 56 χρόνων. Το πλατύ κοινό τον γνώρισε με την πρώτη κινηματογραφική του παρουσία, στην ταινία «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη, στην οποία υποδυόταν τον παππού. Οι φίλοι του θεάτρου όμως, έμαθαν, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τον Θεατρικό Οργανισμό «Μορφές» στο παλιό τυπογραφείο του «Εμπρός» στου Ψυρρή. Εκεί, μαζί με τον Δημήτρη Καταλειφό και τη Ράνια Οικονομίδου, δίνουν άλλη μορφή σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά και ανεβάζουν -ανάμεσα στα τυπογραφικά στοιχεία και τις τυπογραφικές κάσες- παραστάσεις που είναι ακόμα στη μνήμη όσων τις παρακολούθησαν: «Σωσμένος» του Μποντ, «Μικρός Εγιολφ» του Ιψεν, «Αμερικανικός Βούβαλος» του Μάμετ, «Σαν Ελληνας» του Μπέρκοφ, «Αγριόπαπια» του Ιψεν, «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Λαμπίς, «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, κ. ά. Το 1999 η συνεργασία διαλύθηκε. Ο Τάσος Μπαντής ίδρυσε την Εταιρεία Θεάτρου «Εμπρός» και συνέχισε μόνος. Και περισσότερο απογοητευμένος. «Οι κύκλοι κλείνουν μόνοι τους. Ολοκληρώνουν κάποιες διαδρομές. Είμαι 55 χρόνων. Υπάρχουν στιγμές που νιώθω εξαιρετικά νέος κι άλλοτε να γερνάω. Οφείλει κανείς, με νύχια και με δόντια, να δώσει τον αγώνα του για όσα πιστεύει», έλεγε στη Γιώτα Συκκά πέρυσι στην «Κ».
Πόλη, Θεσσαλονίκη, Αθήνα
Ο Τάσος Μπαντής γεννήθηκε το 1950 στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου έφυγε με την οικογένειά του το 1964 και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί τελείωσε τη Σχολή Θεάτρου του Κυριαζή Χαρατσάρη και το 1972 τη Φιλοσοφική του ΑΠΘ. Ως ηθοποιός εργάστηκε στο ΚΘΒΕ, στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη και στο θίασο Καρέζη-Καζάκου. Από το 1976 ώς το 1981 συνεργάστηκε στο Τρίτο Πρόγραμμα με τον Μάνο Χατζιδάκι, ως παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών για το θέατρο και τη λογοτεχνία. Ηταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Θεάτρου «Η Σκηνή» και συνεργάστηκε με τον Λευτέρη Βογιατζή σε σκηνοθεσίες πολλών παραστάσεων. Μετά ήρθαν οι «Μορφές». Το 1996 τιμήθηκε με το Βραβείο Θεάτρου της Ενωσης των Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Δίδαξε υποκριτική και δραματολογία στη σχολή του «Εμπρός» και σε διάφορα σεμινάρια υποκριτικής για νέους ηθοποιούς. Στη σκηνή δεν εμφανιζόταν πολύ συχνά. Η περυσινή παράσταση, «Ενας αριθμός» της Κάριλ Τσέρτσιλ, έμελλε να είναι και η τελευταία του εμφάνιση. Επαιζε το ρόλο ενός πατέρα. «Τα τελευταία χρόνια έκανα κάποιες εξόδους ως ηθοποιός, ύστερα από έντονη προτροπή του Μ. Μαρμαρινού. Ετσι τόλμησα την «Ηλέκτρα» στην Επίδαυρο, την «Ορέστεια» του Γ. Μιχαηλίδη κι έπειτα την «Πολίτικη Κουζίνα». Ισως γλυκάθηκα. Το έργο της Τσέρτσιλ και το πρόσωπο του πατέρα με ώθησαν να πάρω την απόφαση», έλεγε στην «Κ». Και πρόσθετε: «Η σχέση με τον πατέρα μου ήταν κάπως περίπλοκη και τραυματική. Ισως ήταν ο βαθύτερος λόγος που με τράβηξε να ασχοληθώ μ’ αυτό το πρόσωπο…». Ο Τάσος Μπαντής δεν σταμάτησε ποτέ να αναζητεί στο χώρο του θεάτρου. Ηταν το μόνο που ονειρευόταν άλλωστε: «Δεν ονειρεύομαι τίποτα άλλο πέρα από ένα πεδίο αναζήτησης. Είναι μια συνεχής έρευνα με τον εαυτό μας και στα μέσα με τα οποία μπορούμε να οδηγηθούμε στη μέγιστη σκηνική αλήθεια, είναι έκθεση, είναι αποτελεσματικότητα, μέσα από την υποκριτική δουλειά. Το μεγάλο όπλο του θεάτρου είναι ο σπινθήρας, που μπορεί να ανάψει ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή». Ο σπινθήρας του θεάτρου «Εμπρός» έμεινε για χρόνια πολύ ισχυρός. Ευχή όλων, να παραμείνει.

