Σοβαρές επιφυλάξεις για τον νέο οργανισμό του υπουργείου Πολιτισμού εκφράζει, με επιστολή του, και το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, τονίζοντας ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο «υποβαθμίζει την προστασία των μνημείων» και διαπνέεται από «μια κανονιστική νοοτροπία».
Στην επιστολή τους οι αρχαιολόγοι καθηγητές και ιστορικοί υπογραμμίζουν ότι η εξομοίωση του έργου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με τις υπηρεσίες για την ενίσχυση του σύγχρονου πολιτισμού «συγχέει ριζικά διαφορετικές λειτουργίες των υπηρεσιών».
Για τη δημιουργία των 10 περιφερειακών υπηρεσιών, σημειώνουν πως πολλαπλασιάζει τη γραφειοκρατία, αντίθετα από την εξαγγελλόμενη αποκέντρωση, ενώ ασαφείς παραμένουν «οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών αυτών σε σχέση αφενός με τις Εφορείες Αρχαιοτήτων, αφετέρου με τις κεντρικές υπηρεσίες του ΥΠΠΟ». Τονίζουν ακόμη ότι η σύνθεση των περιφερειακών συμβουλίων χωρίς τη συμμετοχή αρχαιολογικών υπαλλήλων δημιουργεί έντονες ανησυχίες, ενώ για την υπαγωγή των νεότερων μνημείων στις υπηρεσίες αναστήλωσης και τεχνικών έργων και η εξάλειψη της έννοιας «νεότερα μνημεία» αποτελεί «πρωτοφανή οπισθοδρόμηση και έρχεται σε προφανή αντίφαση με τις αρχές του προβάλλονται σε άλλα σημεία του Οργανισμού για την ενίσχυση της νεότερης και σύγχρονης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς».
«Ανιστορική» χαρακτηρίζουν, τέλος, την ονομασία των Τοπικών Αρχαιολογικών Ινστιτούτων με προσδιορισμούς που «αναδεικνύουν υποτιθέμενη τοπική ταυτότητα από τη Νεολιθική εποχή και εξής, αντί ενός γεωγραφικού προσδιορισμού (π.χ. Αρχαιολογικό ή και Ιστορικό Ινστιτούτο Πελοποννήσου, αντί Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών)».

