Επί δύο τουλάχιστον δεκαετίες, ο ισχυρισμός ότι το έθνος-κράτος οδεύει προς την παρακμή προβλήθηκε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, ιδίως στην Ευρώπη. H εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης, η αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση, η ανάδυση νέων διεθνών οργανισμών και η δύναμη των πολυεθνικών, για να μην αναφέρουμε την Ευρωπαϊκή Ενωση, υποδήλωναν ότι το μέλλον ανήκε σε νέες μορφές παγκόσμιας και περιφερειακής διακυβέρνησης. Επρόκειτο όμως για ψευδαίσθηση. Το αντίθετο συμβαίνει. Τα έθνη-κράτη θα είναι οι πρωταγωνιστές στο παγκόσμιο προσκήνιο τις επόμενες δεκαετίες.
Αυτό είναι ήδη ξεκάθαρο όσον αφορά τις ΗΠΑ. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η χώρα αυτή συμπεριφερόταν σαν μια υπερδύναμη που δεσμευόταν από τους συμμάχους της. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου δρα σαν Προμηθέας που έσπασε τα δεσμά του, ένα έθνος-κράτος που δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του. Ακόμα κι αν εκλεγόταν ο Τζον Κέρι στην προεδρία, η Αμερική δεν θα επέστρεφε στην προ 11ης Σεπτεμβρίου συμπεριφορά της. O Κέρι μπορεί να έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη σημασία των συμμάχων, αλλά τα εγωκεντρικά ένστικτα της μοναδικής υπερδύναμης θα ήταν αδύνατον να ξανακλειστούν μέσα στο μπουκάλι.
Η Ευρώπη
Η αδυναμία της Ευρώπης ως παγκόσμιου παράγοντα υπογραμμίζει και αυτή την αποτελεσματικότητα του έθνους-κράτους. Οικονομικά, η Ευρώπη παραμένει μια τεράστια δύναμη που ανταγωνίζεται την αμερικανική οικονομία. Ως πολιτικός παίκτης, ωστόσο, φαίνεται πολύ χλωμή και ασήμαντη σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Αδυνατώντας να δράσει με αποφασιστικότητα ακόμα και στα Βαλκάνια, έδειξε πανηγυρικά την αδυναμία της στην περίπτωση του Ιράκ, όπου η Ευρωπαϊκή Ενωση διασπάστηκε στα εξ ων συνετέθη, με πιο ενδεικτικό παράδειγμα την αντίθεση ανάμεσα στη Βρετανία και στη Γαλλία.
Οποιες κι αν είναι οι ανησυχίες για τους κινδύνους που εγκυμονεί το ευρωπαϊκό «υπερκράτος», είναι απίθανο ν’ αλλάξουν τα πράγματα στο προβλεπτό μέλλον. H Ευρώπη δεν μπορεί να δράσει συντονισμένα στο εξωτερικό της γιατί αποτελείται από κράτη που τα συμφέροντά τους παραμένουν διαφορετικά και αποκλίνοντα. H πρόσφατη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα ενισχύσει αυτήν την τάση, με αποτέλεσμα η Ευρώπη να εξακολουθήσει να είναι ένας αδύναμος και περιθωριακός παίκτης στις παγκόσμιες υποθέσεις.
Και το Ιράκ
Ακόμα και το ίδιο το Ιράκ υπενθυμίζει τη σπουδαιότητα του έθνους-κράτους. Πριν από την εισβολή, εκείνοι που θα τους αποκαλούσα «φιλελεύθερους ιμπεριαλιστές» τόνιζαν με ζήλο ότι η εθνική κυριαρχία έχει τα όριά της και εξήραν τις αρετές της ιμπεριαλιστικής δύναμης που δρα για να προωθήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, επεμβαίνοντας για να «εκπολιτίσει τους απολίτιστους».
Τελευταία έχουν πάψει να μιλάνε με τόση αυτοπεποίθηση, για δύο λόγους νομίζω. Κατ’ αρχάς, οι ΗΠΑ έχουν συμπεριφερθεί όπως έκαναν πάντα οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι η αμερικανική υπερδύναμη προώθησε ποτέ σοβαρά και συστηματικά τη δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα έξω από την επικράτειά της. Και, δεύτερον, το αντιστασιακό κίνημα του Ιράκ υπενθυμίζει στον κόσμο πόση δύναμη έχει ο πόθος της αυτοδιάθεσης, η βαθιά δυσαρέσκεια που αισθάνεται ένας λαός όταν του επιβάλλεται η κυριαρχία μιας ξένης, αλλόθρησκης κι αλλόφυλης δύναμης.
Αυτό ήταν ένα δίδαγμα του αντιαποικιακού αγώνα το οποίο κατά κάποιο τρόπο ξεχάστηκε, επειδή έτσι βόλευε μερικούς. H εθνική κυριαρχία και η ανεξαρτησία είναι πολύ σημαντικές, όχι μόνο για χώρες όπως η Βρετανία που τις απολαμβάνουν εδώ και αιώνες, αλλά και για χώρες για τις οποίες αποτελούν σχετικά νέα ιστορική εμπειρία.
Πληθυσμιακή δύναμη
Υπάρχει και μια άλλη σκοπιά, ωστόσο, από την οποία μπορούμε να δούμε την ισχύ του έθνους-κράτους. O τελευταίος αιώνας κυριαρχήθηκε στο πρώτο μισό του από μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκά έθνη-κράτη, κι έπειτα από τις σχετικά μεγαλύτερες ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση. Από τα σημερινά μεγαλύτερα σε πληθυσμό κράτη του κόσμου -Κίνα, Ινδία, ΗΠΑ, Ινδονησία και Βραζιλία- μόνο οι ΗΠΑ υπήρξαν μείζων παγκόσμια δύναμη τον τελευταίο μισό αιώνα. H εικόνα αυτή, ωστόσο, πρόκειται να αλλάξει – ήδη έχει αρχίσει να αλλάζει, με δεδομένη την ενίσχυση της Κίνας.
Τον επόμενο μισό αιώνα, ο κόσμος πιθανότατα θα πάρει ένα αρκετά διαφορετικό σχήμα. Για πρώτη φορά στη διάρκεια των νεότερων χρόνων, οι δύο χώρες με τον μεγαλύτερο πληθυσμό θα γίνουν μείζονες παίκτες στην παγκόσμια σκακιέρα. Αυτό θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές στις παγκόσμιες υποθέσεις από τη γέννηση του σύγχρονου συστήματος των εθνών-κρατών.
Η Κίνα και η Ινδία, οι οποίες μετρούν πάνω από το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού, θα αναδειχθούν σε καθοριστικούς παράγοντες για το μέλλον όλων μας. Ας σκεφτούμε ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία ήταν οι κυρίαρχες δυνάμεις στον κόσμο, ενώ μετρούσαν μόλις το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού (χωρίς τις αποικίες τους, φυσικά).
Η ανάδυση της Κίνας και της Ινδίας ως παγκόσμιων δυνάμεων, σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας, θα φέρει ένα είδος αδρής δημοκρατίας στο παγκόσμιο σκηνικό. Ακόμα και με τους πιο γενναιόδωρους υπολογισμούς, η Δύση, που εξακολουθεί να είναι η συντριπτικά κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο, αντιπροσωπεύει μόνο το 17% της ανθρωπότητας.

