Βύρων Λεοντάρης: «Κείμενα για την ποίηση». Εκδόσεις «Νεφέλη», 2001.
Αυτός ο απαρτιωτικός τόμος των κριτικών δοκιμίων του Λεοντάρη περιέχει τα επτά κείμενα που γράφτηκαν στη δεκαετία του ’70 και είχαν περιληφθεί στη μικρή συλλογή «Δοκίμια για την ποίηση» (Ερασμος, Αθήνα, 1985), με την προσθήκη έντεκα επιπλέον κειμένων που έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Σημειώσεις», από το τεύχος 23 (1984) ώς το τεύχος 48 (1997). Το μοτίβο που επανέρχεται με εφιαλτική εμμονή σε όλο το μήκος του βιβλίου, πέρα από τις επιμέρους αφορμές και στοχεύσεις, είναι η τραγική αντινομία στην καρδιά του ίδιου του πραγματικού (στο οποίο το «οντολογικό» και το «πολιτικό» δεν μπορούν να διαχωριστούν σε κανένα σημείο), που γεννάει την ποίηση και ταυτόχρονα την ορίζει σαν κατάρα: δραματικά αντίμαχη με την άμεση, βιωματική ζωή και ταυτόχρονα εχθρική προς την ποιητική, ως φυσικό ανθρώπινο ον. Τούτη η τελευταία διάσταση, η αντιμαχία με την ποίηση η οποία δεν μπορεί παρά να αποβεί συντριπτική για τον ποιητή, αναδεικνύεται ήδη από το πρώτο δοκίμιο («Το θεώρημα και το Ολοκαύτωμα»). Σε αντίθεση με ό,τι κοινώς πιστεύεται, και με ό,τι μια ουμανιστική ιδεολογία που ανύψωσε την «ποίηση» σε ολύμπιο και αρμονικό επίτευγμα του πνεύματος έχει έως τις ημέρες μας κάνει κοινό τόπο, η γλώσσα δεν είναι η εκπλήρωση, αλλά ο τόπος εξορίας του ποιητή. H έκθεσή του στη γλώσσα είναι η ταρίχευση της ζωντανής του ουσίας μέσα στη μορφή -η πραγματοποίηση (reification, ο ίδιος χρησιμοποιεί τον όρο), που αν εν πρώτοις νοείται σαν ένα σπαρακτικό υπαρξιακό συμβάν, ταυτόχρονα προσλαμβάνει συγκεκριμένες κοινωνικές και δημόσιες εκφράσεις, ως εκλαΐκευση και κατανάλωση, που είναι η αναπότρεπτη μοίρα της «ποίησης» και το έσχατο τεκμήριο συντριβής του δημιουργού της.
Ενα ζήτημα που απασχολεί σταθερά τον Λεοντάρη ως προς αυτό το τελευταίο, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, πλέον, είναι η συνειδητή -άμεση ή έμμεση- συνεργία του ίδιου του ποιητή στην κατανάλωσή του: η ερωτοτροπία του με τους μηχανισμούς δημοσιότητας, η αμοιβαία κανιβαλική σχέση που προσεγμένα εγκαθιστά με το κοινό του, συμπτώματα όλα μιας αιχμαλωσίας του «έργου τέχνης» και των παραγωγών του στο εμπορευματικό δίχτυ των μηχανισμών της αγοράς, το οποίο αδιάκοπα υφαίνεται από μιαν αδυσώπητη συνεργία ανεπτυγμένης βιομηχανίας και «ολοκληρωτικής δημοκρατίας» (και ο τελευταίος όρος, επινοημένος από τον ποιητή εν μέσω στρατιωτικής δικτατορίας δείχνει παρεμπιπτόντως πόσο λίγες αυταπάτες έτρεφε απέναντι στο αίτημα του «εκδημοκρατισμού» το οποίο συνήγειρε τόσους από τους συγχρόνους του). Εν πάση περιπτώσει, αν η ποιητική λειτουργία γίνεται κατανοητή με τον σπαρακτικό τρόπο του B. Λεοντάρη, σαν μια εκ-πολιτισμένη μεταφορά του λυγμού («Παραλλαγές σε ένα βέβηλο τετράστιχο»), όχι μόνο δεν τίθεται ζήτημα «επαναστατικής» ποίησης, αλλά και κάθε παρόμοιο αίτημα της στρατευμένης κριτικής εντάσσεται αυτοδικαίως στη σφαίρα της εκλαΐκευσης και της κατανάλωσης, όπως περιγράφηκε παραπάνω: «Επαναστατική ποίηση θα μπορούσε να ήταν μια μη-ποίηση, μια ποίηση τη στιγμή ακριβώς που παύει να υπάρχει, μια γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο» (σ. 65). Ολη αυτή η προβληματική συμπικνώνεται παραδειγματικά στον τρόπο που κατανοούνται οι περιπτώσεις του Βάρναλη και του Ρίτσου, δύο ποιητών οι οποίοι ενεπλάκησαν με διαφορετικούς τρόπους στις περιπέτειες της ελληνικής Αριστεράς (σ. 63-66, «Στον δεύτερο όρο της αντίφασης»).
Μια σημαντική άλλωστε στιγμή που κορυφώνει αυτήν την προβληματική, σημείο στο οποίο διασταυρώνονται όλα τα νήματα που συνυφαίνουν την αγωνία του B. Λεοντάρη με τις προσωπικές του επιρροές και ισόβιες δεσμεύσεις, είναι το κείμενο που επιγράφεται «Θέσεις για τον Καρυωτάκη». O Καρυωτάκης, πρέπει να θυμόμαστε, όχι μόνο έχει θέση ποιητικού προτύπου αλλά και λειτουργεί ως διαρκής «εσωτερικός» συνομιλητής του Λεοντάρη. Σε αυτό το συμπυκνωμένο κείμενο των επτά σελίδων όπου, εκτός των άλλων, βρίσκει το αποκορύφωμά της η αφοριστική ροπή του συγγραφέα, η οποία διαπερνά υφολογικά και τα υπόλοιπα δοκίμια, συμπυκνώνεται σε κρυσταλλική σχεδόν μορφή ο αισθητικοκοινωνικός στοχασμός του Βύρωνος Λεοντάρη – μια διεισδυτική εκτίμηση του Καρυωτάκη η οποία (χωρίς να το επιδιώκει) επρόκειτο να πυροδοτήσει μια νέα «ανακάλυψή» του από τη λεγόμενη γενιά του ’70, και μια οξεία κατανόηση της νεοελληνικής ποιητικής πραγματικότητας: «H νεοελληνική ποίηση δεν έχει εδεμική περίοδο… Στον Καρυωτάκη είναι εκπληκτικά αισθητή η απουσία κάθε θεότητας και μυθολογίας. Με τον Καρυωτάκη η νεοελληνική ποίηση για πρώτη φορά συναντά το αδιέξοδό της… Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την «κοινωνική σημασία» της ποίησης και τον «κοινωνικό ρόλο» του ποιητή… Ετσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση – και ο πρώτος βάσφημος κριτικός της…» (6.19-20 passim).
H ιδέα της θυσίας και της ενοχής είναι ένα άλλο Leitmotiv που συνέχει απ’ αρχής μέχρι τέλους τα κείμενα του βιβλίου. Σε ένα από τα βαθύτερα δοκίμια της συλλογής («H αγωνία του αμετουσίωτου»), συνδέεται με την ένοχη νοσταλγία της απλής, αδιαμεσολάβητης ζωής η οποία αποτυγχάνει να μετουσιωθεί μέσα στο ποίημα: «H ποίηση στο μεγαλύτερο μέρος της είναι χώρος θανάτου. Και θα ήταν οι μορφές της ποίησης ολότελα νεκρές και ο κόσμος της απέραντο νεκροταφείο αν δεν την διαπερνούσε ένα αιώνιο ρίγος νοσταλγίας για τη χαμένη, θυσιασμένη «ζωντανή» ζωή… Στις βαλπούργιες νύχτες της δημιουργικότητάς του αυτό που γυρεύει (ο ποιητής) είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση» (σ. 139-142, passim).
H ποιητική ενοχή όμως εμφανίζεται και με ένα άλλο πρόσωπο, που είναι η ενδοϋποκειμενική ανασύσταση του διπόλου ποίηση-ζωή, με την αποκάλυψη της οποίας ο ποιητής υποβάλλει και μια ιδιότυπη, βαθιά ιδιοσυγκρασιακή, όπως φαίνεται, θεωρία για την προέλευση της ποιητικής λειτουργίας («H ποίηση της προσωπικής ενοχής»). Πρόκειται για την προβληματική του «διπλού» του ποιητή ή αλλιώς αυτήν του «χαμένου φίλου» ως πηγής της ποιητικής εμπνεύσεως. Με λίγα λόγια, η ποίηση είναι εκείνη η νοσταλγία, ανάμικτη πάντα με ενοχή, για την πρώτη εφηβεία που χαρακτηρίζεται από μια «επιστροφή στον πρωτογενή ναρκισσισμό» και από τη σύναψη βαθιών, εξιδανικευμένα ομοερωτικών δεσμών φιλίας. Αυτή η αχαλίνωτη και προσηλωτική σχέση του δυνάμει ποιητή με το είδωλό του, τον «όμοιο άλλον», δονεί ολόκληρη την ύπαρξή του και γίνεται το υλικό, ψυχοσωματικό ισοδύναμο της έμπνευσης? αυτή όμως τη σχέση οφείλει να θυσιάσει στον βωμό της ενηλικίωσης και της «ωρίμασης», να φονεύσει τον ομόφυλο σύντοφο και να εξορίσει μια για πάντα από τη ζωή του τη φαντασίωση. H θαμπή ανάμνηση αυτής της θυσίας, του φόνου και της αποποίησης, είναι εκείνη που κάνει δυνατή την ποίηση – και εκείνη που τη φορτίζει, ταυτόχρονα, με μιαν ανεξάλειπη ενοχή.

