H κριτικογραφία του ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη

4' 49" χρόνος ανάγνωσης

H συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών δοκιμίων του Βύρωνα Λεοντάρη, όσων έχουν γραφτεί από το 1971 κι εντεύθεν (εκτός από τα δύο δοκίμια για τον Καβάφη που απαρτίζουν τον σχετικό τόμο), μας δίνει την ευκαιρία να επισκοπήσουμε το σύνολο της κριτικογραφίας του, η οποία συνοδεύει, πλαισιώνει και από πολλές πλευρές φωτίζει με ένα ερμηνευτικό φως την καθαυτό ποιητική του παραγωγή. Για λόγους πληρότητας ωστόσο, πριν συζητήσουμε το σώμα των κειμένων που περιέχει τούτη η έκδοση της Νεφέλης με τίτλο «Κείμενα για την ποίηση» (2001), θα ήταν σκόπιμο να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στις δύο μικρές συλλογές που δεν έχουν περιληφθεί και οι οποίες, άλλωστε, κυκλοφορούν εδώ και χρόνια ως αυτόνομα βιβλία από τον «Ερασμο», με τους τίτλους «H ποίηση της ήττας» και «Καβάφης ο έγκλειστος».

Εχουμε ξαναπεί πως η ουσιαστική ανυπαρξία θεωρητικού στοχασμού στην Ελλάδα είναι αποκαρδιωτικά εμφανής και στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικογραφίας. Ιδίως εδώ, μάλιστα, είναι που γίνεται οδυνηρό το παράδοξο, σε μια χώρα με πληθωρική πρωτογενή παραγωγή, κυρίως ποίησης και διηγηματογραφίας, να μην μπορεί να αναδειχθεί ένας αντίστοιχα σημαντικός και βαρύνων κριτικός λόγος. Και παραμένει διδακτικό επ’ αυτού το πολυπαρατηρημένο άλλωστε, ότι οι σημαντικότεροι κριτικογράφοι ήταν οι ίδιοι μείζονες ποιητές – παραδείγματον χάριν ο Παλαμάς, ο Σεφέρης…

Στη μεταπολεμική περίοδο, δύο μόνον είναι οι μείζονες αισθητικοί δοκιμιογράφοι, που δεν ήταν οι ίδιοι ποιητές: ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (ο ίδιος δοκιμάστηκε στην ποίηση, αλλά με πενιχρούς αισθητικούς καρπούς) και ο Μανόλης Λαμπρίδης. Πολύ κοντά στον τελευταίο, από άποψη προσωπική, θεωρητική και υφολογική βρέθηκε ένας αστερισμός νεότερων διανοουμένων, οι οποίοι συσπειρωμένοι γύρω απόμια σειρά περιοδικών, τα οποία ξεκινούν από τις «Μαρτυρίες» των αρχών της δεκαετίας του ’60 και φτάνουν ώς τις «Σημειώσεις» της μεταπολιτευτικής περιόδου, συνέστησαν έναν από τους γονιμότερους πυρήνες στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα με ισομερή παρουσία στην ποίηση και στην κριτική. H ομάδα, όπως είναι γνωστό, συστάθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50, μέσα από τις πολεμικές στο πλαίσιο της τότε αριστερής «Επιθεώρησης Τέχνης», όπου ο Μανόλης Λαμπρίδης πρώτος προκάλεσε, επί φιλολογικού εδάφους, τον αποστεωμένο δογματισμό της σταλινικής κριτικής καταδεικνύοντας τη φτώχεια του λεγόμενου σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Ο Βύρων Λεοντάρης, μικρότερος αδελφός του M. Λαμπρίδη και ίσως ο ποιητικά σημαντικότερος της ομάδας, είναι ταυτόχρονα ένας κριτικός δοκιμιογράφος με εξαιρετικά ιδιοσυγκρασιακό ύφος που, σε αντίθεση με τη ρητή αντιθεωρητική του στάση, είναι υπεύθυνος για μερικές από τις βαθύτερες και πιο διεισδυτικές παρατηρήσεις πάνω στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, στην οποία θεματικά αυτοπεριορίζεται. Στο μέλλον θα είναι δύσκολο, πιστεύω, η φιλολογική έρευνα να εκτιμήσει τις ιστορικές προϋποθέσεις και τις αισθητικές πραγματώσεις της ελληνικής ποίησης στον αιώνα που πέρασε χωρίς να λάβει υπ’ όψιν της τις ποιητικοκριτικές μελέτες του Βύρωνος Λεοντάρη.

Πριν ακόμη το ποιητικό του έργο κατασταλάξει και αποτιμηθεί, ο Λεοντάρης έγινε ευρύτερα γνωστός στους φιλολογικούς κύκλους ως δοκιμιογράφος και κριτικός χάρη στην περίφημη, γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’60, διαμάχη στο εσωτερικό της Επιθεώρησης Τέχνης γύρω από τη λεγόμενη «ποίηση της ήττας» – όρος ο οποίος έμελλε να προκαλέσει ατυχέστατες χρήσεις και συνειρμούς, και σχεδόν ποτέ δεν κατανοήθηκε στην αδιαχώριστα οικουμενική, υπαρξιακή και πολιτική του διάσταση… Εν πάση περιπτώσει, το βιβλίο που σήμερα επιγράφεται «H ποίηση της ήττας» περιλαμβάνει το παραπάνω άρθρο μαζί με την ανταπάντηση του ποιητή στον Τάσο Βουρνά, καθώς και μια σειρά μεταγενέστερων κριτικών του δοκιμών όπως «H ιδεολογία της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης», «Από την εκφραστική στο βίωμα», «H ανολοκλήρωτη ποιητική λειτουργία» κ.ά. Ειδικά η πρώτη απ’ αυτές θα μπορούσε ανεπιφύλακτα να χαρακτηριστεί υπόδειγμα κριτικής δοκιμιογραφίας: μια γενετική-δομική ανάλυση της ποιητικής χειρονομίας του Βάρναλη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Σικελιανού, του αντιστασιακού ρεαλισμού (Ρίτσος, Βρεττάκος), του αντιστασιακού πεσιμισμού και μηδενισμού (από τον Αναγνωστάκη ώς τον Μιχάλη Κατσαρό), καθώς και των μεταπολεμικών ποιητικών διλημμάτων, η οποία εντάσσει αλάθευτα την αντίστοιχη χειρονομία στα ειδικά κοινωνικά της συμφραζόμενα και εξάγει από την ανελέητη παραβολή του έργου προς το ιστορικό του πλαίσιο τις βαθύτερες σημασίες του – συχνά αντίθετες από εκείνες τις ρητές σημασίες που ήθελε ο ποιητής να του προσδώσει.

Το «Καβάφης ο έγκλειστος» απαρτίζεται από δύο δοκίμια του Βύρωνος Λεοντάρη πάνω στον Αλεξανδρινό ποιητή: το ομότιτλο, και ακόμη ένα με τίτλο -που είναι παράφραση της γνωστής φράσης του Baudelaire- «Hypocrite poete…». Πρόκειται (αυτό το δεύτερο) για μια αναμέτρηση του κριτικού με τα αδημοσίευτα ποιήματα του Καβάφη (που παρουσιάστηκαν από τον Γ. Π. Σαββίδη σε μια επιμελημένη φιλολογική έκδοση το 1968), στο οποίο ανιχνεύει τις μισοφωτισμένες «πίσω πλευρές» τούτης της ποιητικής και κυρίως τις αγωνίες για τη μορφή, οι οποίες δίνουν στην ποίηση αυτή την οριστική φυσιογνωμία και τον εσωτερικό χαρακτήρα της.

Το πρώτο από τα δύο δοκίμια, το «Καβάφης ο έγκλειστος», πρέπει να θεωρείται από τις μεγάλες στιγμές της δοκιμιογραφίας του Βύρωνος Λεοντάρη. Εδώ διακυβεύεται όχι μόνο μια ορισμένη και βαρύνουσα ερμηνεία της καβαφικής ποιητικής ως προς ορισμένα βαθιά σημεία της, αλλά και ένας τολμηρός αναστοχασμός πάνω στην ίδια την ποίηση, ως δέσμευση, μοίρα και πεπρωμένο. Αυτός ο αναστοχασμός συνδέεται με την ίδια την ποιητική στάση του Καβάφη, γιατί, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, πρόκειται για τον ποιητή εκείνον ο οποίος θεματοποιεί όσο κανένας άλλος την ίδια του τη σχέση με την ποίηση. Ετσι, με αφετηριακό σημείο τον Καβάφη και τον αισθητικό του αυτοεγκλεισμό, ο κριτικός (και προπάντων ο ποιητής που κρύβεται πίσω από τον κριτικό Βύρωνα Λεοντάρη) διατυπώνει μια πρόταση, η οποία έχει αναμφίβολα αυτοβιογραφική βαρύτητα: «Ομως αποσιωπάται και συσκοτίζεται συστηματικά κάθε τι που σχετίζεται με την ποίηση νόσημα, καταδίκη, πάθημα του ανθρώπου.

Ανθρωποι χωρίς τη σφραγίδα κανενός ιδιαίτερου προορισμού, άνθρωποι που δεν ήθελαν να είναι και δεν αισθάνονταν τίποτε άλλο παρά άνθρωποι, άδολοι θαμώνες της ποίησης όπως και κάθε άλλης ανθρώπινης έκφανσης, βρίσκονται κάποτε σε μια κρίσιμη ώρα που τους αποκαλύπτεται άξαφνα ότι ανυποψίαστα, αδιόρατα, «ανεπαισθήτως» παγιδεύτηκαν και έχουν προσβληθεί ανίατα από την ποίηση, που γίνεται πια αυτή η μόνη μοίρα και καταδίκη τους, ο μόνος χώρος τους, καταφύγιο και φυλακή τους, αποκλείοντάς τους κάθε άλλη μορφή κοινωνικής ύπαρξης, κάθε άλλο τρόπο επιβεβαίωσης του εαυτού τους». (σ. 10).

Θα συνεχίσουμε την επόμενη Τρίτη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT