Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι μια διαχρονική πληγή για την κυβέρνηση και μια τρανταχτή υπενθύμιση του πώς λειτουργούν το πολιτικό μας σύστημα και ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται τον ρόλο του κράτους στη ζωή τους. Είναι σημαντικά όλα αυτά, πρέπει να τα θυμόμαστε. Να μη νομίζουμε ότι ανήκουν στο παρελθόν, ή ότι είναι χωμένα σε τίποτε μυστικές, κρυφές γωνιές, ένα «βαθύ κράτος» τόσο βαθιά κρυμμένο, που μια κυβέρνηση επτά χρόνια τώρα το αγνοούσε, δήθεν. Αλλά το σημαντικότερο μήνυμα από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι, νομίζω, ακριβώς αυτό. Το ποιος το εντόπισε, τελικά, αυτό το «βαθύ κράτος». Η ελληνική αστυνομία; Οχι. Δαιμόνιοι δημοσιογράφοι ή ΜΜΕ που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και θωρακίζουν τη δημοκρατία μας; Πάλι όχι. Το σκάνδαλο το αποκάλυψε και το έφερε στη Βουλή και στη δικαιοσύνη η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ένας θεσμός εκτός του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Το ότι ένας τέτοιος φορέας έφερε το θέμα στην επιφάνεια (και, παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες κάποιων, το κρατάει εκεί) υπογραμμίζει και την πεποίθηση των περισσότερων πολιτών ότι κανένας εγχώριος θεσμός δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Ολες οι χώρες του κόσμου έχουν διαφθορά. Παντού υπάρχουν πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτικών και πολιτών. Καθυστερημένες και άρρωστες είναι οι χώρες, όμως, που δεν έχουν κανέναν να ψάχνει, να ελέγχει θεσμικά. Κανένα ανάχωμα, κανένα φίλτρο. Οι βουλευτές αυτοί (έντεκα, είκοσι, όσοι είναι) θα αφήνονταν ανενόχλητοι να προσφέρουν διευκολύνσεις με αντάλλαγμα ψήφους, οι ψηφοφόροι θα αφήνονταν ανενόχλητοι να «πουλάνε» τις ψήφους τους σε όποιον τους κάνει τα χατίρια, και οι μεσάζοντες στη δημόσια διοίκηση θα συντόνιζαν αδιαμαρτύρητα και πρόθυμα το αλισβερίσι χωρίς συνέπειες και χωρίς τύψεις. Εμείς δεν θα μαθαίναμε ποτέ τίποτε. Δεν θα ακούγαμε ποτέ ότι υπάρχει αυτό το αστείο αρκτικόλεξο.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ή EPPO (European Public Prosecutor’s Office), λειτουργεί από το 2019. Είναι ένας οργανισμός που ερευνά εγκλήματα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας σε ολόκληρη την Ε.Ε.: τη διασπάθιση χρημάτων που προέρχονται από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Πάει κάποια χώρα να «φάει» παράτυπα λεφτά από τα ΕΣΠΑ; Επεμβαίνει η EPPO και κυνηγά αυτούς που κλέβουν. Λειτουργεί παράλληλα με την OLAF (που κυνηγά τη διαφθορά εντός των θεσμών της Ε.Ε. – οι δύο οργανισμοί δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις) και τη Europol και έχει την αρμοδιότητα να διεξάγει ανεξάρτητα έρευνες, να ζητά και να παίρνει στοιχεία από τις τοπικές αρχές και να σχηματίζει δικογραφίες τις οποίες τα κράτη-μέλη είναι υποχρεωμένα να διοχετεύσουν και να προωθήσουν στα επιμέρους συστήματα δικαιοσύνης τους. Είναι ένας οργανισμός που φτιάχτηκε όπως όλα τα άλλα όργανα της Ε.Ε.: πολύ αργά, ύστερα από αντιδικίες και εντάσεις, και με γκρινιάρηδες που αρνούνταν να συμμετάσχουν. Οπως και όλα τα άλλα όργανα της Ε.Ε., βεβαίως, τελικά φτιάχτηκε, λειτουργεί, φέρνει αποτελέσματα και, εκ των υστέρων, όλο και περισσότερες χώρες σπεύδουν να την αξιοποιήσουν.
Η ιδέα για ένα πανευρωπαϊκό όργανο καταπολέμησης της διαφθοράς συμπεριλαμβανόταν στη Συνθήκη της Λισαβόνας από το 2007. Η σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία πέρασε το 2013 και η εφαρμογή της ξεκίνησε το 2017 –αυτοί είναι οι ρυθμοί όταν καλούνται αν συμφωνήσουν 27-28 κράτη. Ο οργανισμός άρχισε να λειτουργεί το 2019, αλλά τότε μόνο 20 από τα 27 κράτη-μέλη είχαν δεχτεί να συμμετάσχουν. Σταδιακά, άρχισαν να μπαίνουν κι άλλα. Η Ολλανδία και η Μάλτα ζήτησαν να ενταχθούν το 2018. Η Πολωνία και η Σουηδία ζήτησαν να μπουν το 2024. Σήμερα μόνο η Δανία, η Ιρλανδία (στο επίπεδο της ειδικής συμφωνίας που έχουν με την Ε.Ε.) και άλλη μία χώρα δεν συμμετέχουν. Ποια είναι η άλλη χώρα που αρνείται να συμμετάσχει σε έναν οργανισμό που ερευνά τη διασπάθιση ευρωπαϊκών χρημάτων; Ποια άλλη; Η Ουγγαρία φυσικά, η πιο διεφθαρμένη χώρα της Ε.Ε.
Αλλά όπως γίνεται με όλους τους οργανισμούς και όλες τις πρωτοβουλίες ενοποίησης της Ε.Ε., η Ελλάδα ήταν μέσα από την αρχή. Υπάρχει ένας θεμελιώδης λόγος που θέλουμε πάντα να είμαστε μέσα σε όλα αυτά: το ότι σε ένα βαθύτερο επίπεδο ξέρουμε ότι τα έχουμε ανάγκη. Οτι τα κενά μας είναι τόσο μεγάλα και οι παθογένειες τόσο διαχρονικές κι επίμονες που δεν μπορούμε μόνοι μας. Δεν γίνεται. Χρειαζόμαστε κάποιον απ’ έξω να έρθει και να μας τακτοποιήσει. Δεν είναι παράλογο ούτε σπάνιο. Οταν και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που πέρασαν χούντες στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα απελευθερώθηκαν, έπεσαν με τα μούτρα στην ΕΟΚ, εκλιπαρώντας. «Η Ισπανία είναι το πρόβλημα», έλεγε ο Φελίπε Γκονζάλες, «η Ευρώπη είναι η λύση».
Αν δείχνει κάτι άλλο η ιστορία του ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι ότι μέσα στο χάος και τη σαπίλα οι φωτεινές εξαιρέσεις υπάρχουν. Πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να αλλάξουν πράγματα. Κάτι ξέμπαρκοι, αλλόκοτοι, εμμονικοί υπάλληλοι στη δημόσια διοίκηση, άλλης φιλοσοφίας και ανατροφής, που κάποιοι ανώτεροι, ίσως για να διασκεδάσουν δικές τους τύψεις, σπρώχνουν προς θέσεις-κλειδιά. Κάτι πρωτοβουλίες αναπάντεχες, κάποιες μετατοπίσεις παράταιρες και, τσουπ, να τη μια διαρροή, να ένα memo, να μια γραπτή έκθεση γραμμένη από απονενοημένα χέρια. Υπάρχουν και αυτοί, διάσπαρτοι, παντού. Απλά το σύστημα πέφτει να τους φάει με λύσσα σε όλες τις περιπτώσεις. Τα γρανάζια που κινούνται για να μην αποκαλυφθεί τίποτε, για να καθυστερήσουν οι όποιες διαδικασίες και για να απομακρυνθούν οι ενοχλητικοί δεν είναι «βαθύ κράτος». Το κανονικό κράτος είναι. Στην επιφάνεια όλα, μπορείτε να τα διαβάσετε (δυστυχώς πάντα εκ των υστέρων) στις εφημερίδες. Γι’ αυτό έως τώρα αυτές οι εξαιρέσεις δεν ήταν αρκετές. Ηταν πολύ σπάνιες και πολιτικά αδύναμες. Το σύστημα ήταν μπετόν.
Στο παρελθόν υπήρξαν και περιπτώσεις που το σύστημα ανέπτυξε άμυνες και αντισώματα από μόνο του. Η ιστορία του ΑΣΕΠ, ας πούμε, είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα, μια σπάνια εξαίρεση που το σύστημα έβαλε από μόνο του τρικλοποδιά στον πελατειακό του χαρακτήρα. Εχουν γίνει προσπάθειες κι άλλες, αλλά ήταν πολύ λίγες. Το αποτέλεσμα, 50 χρόνια δημοκρατίας τώρα, ασφαλώς δεν είναι ικανοποιητικό. Δεν γίνεται. Το σύστημα δεν έχει δυνάμεις, μυαλά και κουλτούρα αυτοελέγχου και αυτοβελτίωσης και, ασφαλώς, μην κοροϊδευόμαστε, ούτε καμία σοβαρή πολιτική πίεση για κάθαρση από το εκλογικό σώμα δεν υπάρχει. Οπότε μια εξωτερική παρέμβαση, ένας ανεξάρτητος καταλύτης από αλλού ήταν μάλλον το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να ρίξει πέτρες στα γρανάζια.
Αυτό είναι που βλέπουμε τους τελευταίους μήνες με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Θα μπορούσε ένας ελληνικός θεσμός να πετάξει εκτός πολιτικής βουλευτές και υπουργούς έτσι απλά; Θα μπορούσε να φέρνει στοιχεία και δικογραφίες, τεκμηριωμένες και πλήρεις, χωρίς να «πνιγούν» στην πορεία από τα πρόθυμα, ακονισμένα γρανάζια; Ας είμαστε ρεαλιστές.
Η Ελλάδα είναι το πρόβλημα. Η EPPO είναι η (ή, έστω, μια) λύση.
