Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο η κόντρα ενός πατέρα με τον γιο του σε έναν αγωνιστικό χώρο, ο ένας ως προπονητής και ο άλλος ως παίκτης. Ούτε, ενίοτε, η μονομαχία τους με την ιδιότητα του παίκτη, ο πρώτος στα τελειώματα και ο δεύτερος στα ξεκινήματά του, όπως είχε συμβεί για παράδειγμα στο ποδόσφαιρο με την οικογένεια του Εϊντούρ Γκουντγιόνσεν, Ισλανδού άλλοτε επιθετικού της ΑΕΚ ή στο μπάσκετ με αυτή του θρυλικού Ιταλού Ντίνο Μενεγκίν.
Είναι πολύ σπάνια, όμως, η μονομαχία πατέρα και γιου, με την ιδιότητα του προπονητή αμφότεροι. Στο ποδόσφαιρο και σε επίπεδο ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων έχει συμβεί μια φορά και, συγκεκριμένα, στις 24 Νοεμβρίου του 2005 στο Ολυμπιακό Στάδιο του Κιέβου, σε αναμέτρηση της Σαχτάρ Ντόνετσκ με τη Ραπίντ Βουκουρεστίου, στο πλαίσιο της φάσης ομίλων του Κυπέλλου UEFA (μετέπειτα Europa League).
Εκείνο το βράδυ, η ομάδα του γιου (Ραπίντ) νίκησε αυτήΝ του πατέρα (Σαχτάρ) με 1-0 και, μάλιστα, με γκολ που σημείωσε ο Μάριους Μαλνταρασάνου, τρία λεπτά πριν από τη συμπλήρωση των 90.
Μετά το τελευταίο σφύριγμα του Ουαλού διαιτητή Τσέρι Ρίτσαρντς ο γιος, ως φιλοξενούμενος, κατευθύνθηκε στην αίθουσα Τύπου του «Ολιμπίνσκι» για να δώσει πρώτος την καθιερωμένη συνέντευξη. Κάθισε στην καρέκλα, περίμενε τις ερωτήσεις, όταν ένιωσε κάποιον να στέκεται από πάνω του. Ηταν ο πατέρας του, ο οποίος στοργικά τον φίλησε στο κεφάλι και κάθισε δίπλα του, υπό το χειροκρότημα των παρευρισκόμενων.
Ηταν μια από τις σπάνιες φορές που ο Ραζβάν Λουτσέσκου, 36 ετών τότε, έδειξε δημοσίως τα συναισθήματά του. Βούρκωσε συγκινημένος, την ώρα που ο πατέρας του Μιρτσέα, 60 ετών τότε, τον καμάρωνε, παρότι λίγα λεπτά πριν τον είχε νικήσει.
Το νήμα της ζωής του Ρουμάνου θρύλου, το οποίο κόπηκε το βράδυ της Τρίτης (07/04) ύστερα από άνιση μάχη με την ασθενή καρδιά του, περιλαμβάνει αμέτρητες διακρίσεις και 35 τίτλους, επίδοση που τον κατατάσσει τρίτο στη λίστα με τους πολυνίκες προπονητές παγκοσμίως, πίσω μόνο από τον σερ Αλεξ Φέργκιουσον (49) και τον Πεπ Γκουαρδιόλα (40) και μπροστά από τον Κάρλο Αντσελότι (31), τον Ζοσέ Μουρίνιο (26) ή τον Αρσέν Βενγκέρ (21).
Ο ίδιος, όμως, θεωρούσε μεγαλύτερη «νίκη» τον γιο του, για χάρη του οποίου άλλωστε έφτασε στο σημείο να μετακομίσει σε ηλικία 32 ετών, όταν αγωνιζόταν στο Βουκουρέστι, με τη βαριά φανέλα της Ντιναμό.
Ενας φοβερός σεισμός 7,7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, ο οποίος άφησε πίσω του 11.000 τραυματίες και 1.578 νεκρούς, 1.424 εκ των οποίων στη ρουμανική πρωτεύουσα, τρόμαξε τόσο πολύ τη Νέλι, σύζυγο του Μιρτσέα, που του ζήτησε να φύγουν από την πόλη.
Προείχε η ασφάλεια του οκτώ ετών τότε Ραζβάν και η οικογένεια μετακόμισε στην Ουνετοάρα, μια πολύ μικρή πόλη στα δυτικά της χώρας, όπου ο μπαμπάς Λουτσέσκου έγινε παίκτης-προπονητής της Κορβινούλ, μια μικρή ομάδα της πρώτης κατηγορίας.
Εχοντας αναλάβει στα μέσα της σεζόν και με την ομάδα σε δεινή βαθμολογική κατάσταση, δεν μπόρεσε να τη γλιτώσει από τον υποβιβασμό. Ο φίλαθλος κόσμος, όμως, αναγνώρισε την προσπάθειά του και έφτασε στο σημείο να κάνει διαδήλωση (!) έξω από το γήπεδο για να του ζητήσει να παραμείνει.
Ο Λουτσέσκου το έκανε, επανέφερε την Κορβινούλ στην πρώτη κατηγορία και, υπό τις οδηγίες του, η ομάδα τερμάτισε τρίτη, καταφέρνοντας να εξασφαλίσει την παρθενική συμμετοχή της στο Κύπελλο UEFA.
Εκείνη την εποχή, ο Μιρτσέα αποφάσισε ότι είχε φτάσει η ώρα για το τέλος του ποδοσφαιριστή Λουτσέσκου, ενός εξαιρετικού εξτρέμ με 64 διεθνείς συμμετοχές που είχε προτάσεις από Μπορντό και Ρεν για να ξενιτευτεί, αλλά δεν του το επέτρεψε το κομμουνιστικό καθεστώς, προκειμένου να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ιδιότητα του προπονητή.
Ταυτόχρονα με την Κορβινούλ, άλλωστε, και παρά το νεαρό της ηλικίας του, η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ρουμανίας τον έχρισε ομοσπονδιακό τεχνικό, οδηγώντας την εθνική ομάδα στην παρθενική παρουσία της σε τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1984, ύστερα από ιστορική νίκη επί της Ιταλίας, παγκόσμιας πρωταθλήτριας μόλις δύο χρόνια πριν.
Στο πλευρό του, από πολύ μικρός, ο γιος του Ραζβάν. «Συνήθιζα να τον παίρνω μαζί μου στους αγώνες και στις προπονήσεις των ομάδων όπου εργαζόμουν» θυμάται ο μπαμπάς για τον γιο, ο οποίος μεγαλώνοντας έγινε τερματοφύλακας σε επίπεδο πρώτης κατηγορίας, αλλά με το μυαλό στραμμένο από πολύ νωρίς στο να βαδίσει στα χνάρια του Μιρτσέα.
«Διαπίστωσα ότι είχε τις απαραίτητες αρετές για να γίνει ένας καλός προπονητής, από τον τρόπο που σκεφτόταν στο τακτικό κομμάτι», εξηγεί ο περήφανος πατέρας, ο οποίος τον ενθάρρυνε να γίνει προπονητής όταν του ζήτησε σχετική συμβουλή, αφήνοντας όμως σε εκείνον την τελική απόφαση.
Ο χρόνος και οι επιτυχίες του Ραζβάν, τόσο στη Ρουμανία όσο (κατά κύριο λόγο) στον ΠΑΟΚ, επιβεβαίωσαν τη διορατικότητα του Μιρτσέα, ο οποίος παρακολουθούσε, όποτε οι υποχρεώσεις του το επέτρεπαν, όλα τα παιχνίδια του γιου του, ακόμα και μέσω Διαδικτύου.
«Ειλικρινά πιστεύω ότι τα συναισθήματα που νιώθω τώρα βλέποντας τις ομάδες του Ραζβάν είναι πιο δυνατά απ’ ότι αυτά που με διακατείχαν με τις ομάδες μου», έλεγε, ξεκαθαρίζοντας ότι «βλέπω την εξέλιξη του Ραζβάν ως προπονητή σαν την επέκταση της καριέρας μου».
Μια καριέρα που σταμάτησε οριστικά πριν από λίγες ημέρες, όταν ένιωσε αδιαθεσία στη διάρκεια προπόνησης της εθνικής Ρουμανίας, στον πάγκο της οποίας κάθισε σε δύο διαφορετικές θητείες μιας σταδιοδρομίας που κράτησε σχεδόν 50 χρόνια.
Μια ολόκληρη ζωή στα γήπεδα, όπου ως παίκτης απόλαυσε το προνόμιο (γιατί τέτοιο είναι) να του ζητήσει ο Πελέ να ανταλλάξουν φανέλες, στο περιθώριο της αναμέτρησης της Βραζιλίας με τη Ρουμανία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970.
Ως προπονητής, ανακάλυψε στην Μπρέσια έναν 16χρονο, αδύνατο πιτσιρικά που έμελλε να γράψει Ιστορία (βλέπε Αντρέα Πίρλο, ο οποίος τον αποχαιρέτησε-ευχαρίστησε με ένα μήνυμα όπου ανέφερε ότι «με μεγάλωσες σαν γιο σου»), εργάστηκε στην Ιντερ του Ρονάλντο το Φαινόμενο, κατέκτησε το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ με τη Γαλατάσαραϊ κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης των «galacticos», έγινε ο πρώτος ξένος προπονητής που κατέκτησε πρωτάθλημα στην Τουρκία με δύο από τις μεγάλες ομάδες της Κωνσταντινούπολης (Γαλατάσαραϊ και Μπεσίκτας) και έβαλε τη σφραγίδα του στη Σαχτάρ Ντόνετσκ, όπου μεταξύ άλλων πήρε και το Κύπελλο UEFA το 2009.
View this post on Instagram
Για χάρη της μεγάλης βραζιλιάνικης παροικίας στην ομάδα, έμαθε πορτογαλικά ώστε να βοηθήσει τους νεαρούς ποδοσφαιριστές να προσαρμοστούν πιο εύκολα, αναδεικνύοντας ταλέντα όπως ο Φερναντίνιο, ο (για λίγο μεσοεπιθετικός του Ολυμπιακού) Γουίλιαν, ο Φρεντ, ο Ντάγκλας Κόστα, ο Λουίζ Αντριάνο ή ο Αλεξ Τεϊσέιρα, από τον Ιανουάριο στην γραμμή κρούσης του Πανσερραϊκού.
Σε όλες τις ομάδες όπου εργάστηκε, δεν περιορίστηκε στο να τοποθετεί έναν παίκτη σε μια θέση ή σε μια άλλη, αλλά στο να κατανοεί γιατί συνέβη αυτή η φάση ή γιατί έπρεπε να πάρει μια συγκεκριμένη απόφαση στη διάρκεια του αγώνα.
Hταν, μάλιστα, από τους πρώτους προπονητές της Ανατολικής Ευρώπης που υιοθέτησε σύγχρονες μεθόδους προπόνησης, κατανοώντας τη σημασία της ψυχολογίας και της σχέσης μεταξύ του παίκτη και του τεχνικού, επιβάλλοντας την πειθαρχία όχι μέσω του φόβου, αλλά του σεβασμού.
Παρά το δέσιμό του με τους «ανθρακωρύχους», στον πάγκο των οποίων κάθισε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, δεν δίστασε να αναλάβει τα ηνία της μεγάλης τους αντιπάλου, Ντιναμό Κιέβου, προκαλώντας μια σιωπηρή «εξέγερση» στην Ουκρανία, εν μέσω μάλιστα της ρωσικής εισβολής. Και, βεβαίως, κατέκτησε και μαζί της το πρωτάθλημα.
Ποιος ξέρει, ίσως «το φως», όπως τον βάφτισαν στην Ιταλία για την τακτική του ευφυΐα, να μην το έκανε μόνο για τη λατρεία του στο ποδόσφαιρο («το αγαπώ από μικρό παιδί»), αλλά και για να βρίσκεται σχεδόν κάθε εβδομάδα στο γήπεδο όπου, τον Νοέμβριο του 2005, γνώρισε την πιο γλυκιά ήττα της καριέρας του από τον λατρεμένο του Ραζβάν…
