Το «κάδρο» έδειχνε ταιριαστό για «κατανάλωση», για debate και ίσως και ίντριγκα. Μπροστά, η Γκαμπριέλα Χάκεζ, αδερφή του φόργουορντ των Μαϊάμι Χιτ, Χάιμε. Λίγο πίσω της η Λόρεν Μπετς, κόρη του παλαίμαχου Αγγλου σέντερ, Αντριου, ο οποίος από το 2000 έως το 2003 είχε αγωνιστεί στην ΑΕΚ και τη σεζόν 2009-10 είχε φορέσει και τη φανέλα του Αρη. Ηταν λίγα λεπτά αφού, τα ξημερώματα της Μ. Δευτέρας (6/4), το Πανεπιστήμιο UCLA, στο οποίο αγωνίζονται οι δύο κοπέλες, είχε κατακτήσει τον τίτλο του NCAA για πρώτη φορά στην ιστορία της ομάδας γυναικών του.
View this post on Instagram
Τα κορίτσια είχαν αφήσει λίγο πίσω το οικογενειακό ιστορικό. Η Λόρεν, ακόμη περισσότερο. Η Αμερικανίδα μητέρα της, Μισέλ, κατέκτησε κολεγιακό πρωτάθλημα στο βόλεϊ, το 1998 με το Λονγκ Μπιτς Στέιτ. Η κατά τρία χρόνια μικρότερη αδερφή της, Σιένα, είναι συμπαίκτριά της στο UCLA. Ομως εκείνη ήταν η στιγμή της Λόρεν και της Γκαμπριέλα.
View this post on Instagram
Η Χάκεζ είχε μετρήσει στον θριαμβευτικό τελικό (νίκη με το επιβλητικό 79-51) επί του Σάουθ Καρολάινα 21 π., 10 ριμπ. και 5 ασ. Η Μπετς είχε προσθέσει 14 π., 11 ριμπ., 2 κοψ. και 2 ασ. και με δεδομένο ότι ο τελικός μάλλον είχε κριθεί από το +31 του ημιχρόνου, το μοναδικό σασπένς ήταν ποια από τις δύο θα αναδεικνυόταν πολυτιμότερη παίκτρια του αγώνα. Τα στατιστικά της Χάκεζ ήταν πιο καλά. Μονάχα που το βραβείο Most Outstanding Player αφορά όλο το Final Four και η Μπετς είχε καταγράψει 16 π., 11 ριμπ., 3 ασ., 3 κοψ. στον ημιτελικό και τη «σκληρή» νίκη 51-44 επί του Τέξας. Η ανακοίνωση, ωστόσο, εξέπληξε την 22χρονη και ύψους 2,01 μ. σέντερ.
Η Μπετς δεν το πίστευε και έδειξε την Γκαμπριέλα σαν να της έλεγε «νόμιζα ότι θα ήσουν εσύ». Ο απόλυτος θρίαμβός της, στον τελευταίο αγώνα της στο NCAA, ήταν μία διπλή νίκη. Ηταν η ρεβάνς από την περσινή συντριβή με 85-51 στον ημιτελικό με το Κονέκτικατ. Ηταν, κυρίως, η νίκη που της θύμισε όχι ότι ξεπέρασε τον μπαμπά και τη μαμά, αλλά πως ξεπέρασε τον, πληγωμένο τα προηγούμενα χρόνια, εαυτό της.
View this post on Instagram
Το φως στην Ισπανία και το «σκοτάδι» (της) στην Καλιφόρνια
Η Λόρεν Μπετς γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2003 στη Βιτόρια της Ισπανίας. Είχαν περάσει μόλις λίγοι μήνες μετά την αποχώρηση του πατέρα της, Αντριου, από την ΑΕΚ και τη μεταγραφή του στην τοπική Ταουγκρές (νυν Μπασκόνια). Σε ένα κείμενό της στην ιστοσελίδα The Players’ Tribune, στις 19 Μαρτίου, είχε επισημάνει ότι «πριν καν πιάσω μπάλα στα χέρια μου, ήμουν απλώς ένα μικρό παιδάκι που ακολουθούσε τον μπαμπά μου σε όλη την Ευρώπη, ενώ εκείνος έπαιζε μπάσκετ επαγγελματικά. Οταν δεν ήμασταν στο σχολείο, ήμασταν στην παραλία ή κάπου έξω τρώγοντας καλό φαγητό. Κοιτάζω φωτογραφίες μερικές φορές και μένω κάπως έκπληκτη που είχα τόσο μαγικά παιδικά χρόνια, ζώντας στην Ισπανία και ταξιδεύοντας σε όλες αυτές τις χώρες. Οταν ήμουν στην τρίτη δημοτικού, μετακομίσαμε στο Κολοράντο και ήταν ένα είδος πολιτισμικού σοκ».
Στην πατρίδα της μητέρας της τα πράγματα μπήκαν σε μία σειρά σχετικά με το τι ήθελε να ακολουθήσει, όχι όμως και στο τι άκουγε. «Μεγαλώνοντας, άκουγα συνεχώς κριτικές για την εμφάνισή μου. Οταν είσαι νεαρή κοπέλα και είσαι ψηλή, οι άνθρωποι σου λένε συνέχεια “μια μέρα θα σου αρέσει πολύ”. Και εγώ ρωτούσα, “πότε;”. Δεν ήθελα να ξεχωρίζω. Ηθελα απλώς να είμαι σαν όλους τους άλλους. Τα παιδιά μπορεί να είναι πολύ σκληρά, ξέρεις». Οι συμμαθητές της την πείραζαν διαρκώς για την εμφάνισή της. Στο ίδιο κείμενο μίλησε για την απαιτητική πραγματικότητα του αθλήματός της, εξηγώντας ότι είναι δύσκολο να είσαι 16 ετών, να κρίνεσαι καθημερινά στην Εθνική ΗΠΑ, μη γνωρίζοντας πότε θα «κοπεί» και θα μαζέψει τα πράγματά της να φύγει. Μίλησε ανοιχτά για τα προβλήματα ψυχικής υγείας της, την ειλικρίνεια που της έβγαλε ένα βάρος από τους ώμους, βοηθώντας άλλους να αντιμετωπίσουν το δικό τους σκοτάδι.
«Δεν θέλω να το κάνω αυτό πια. Εχω κουραστεί από αυτό. Η ζωή είναι ΠΟΛΥ εξαντλητική. Αυτού του είδους οι σκέψεις με βασάνιζαν για τόσο πολύ καιρό, που δεν νομίζω ότι είχα καν συνειδητοποιήσει ότι βυθιζόμουν», άρχισε να γράφει. «Συνέβη τόσο τυχαία. Πριν από περίπου δύο χρόνια, αφού ένιωθα λίγο μούδιασμα για μήνες, ξύπνησα ένα πρωί νιώθοντας τα πάντα. Κάθε αγχωτική σκέψη που είχα ποτέ για τον εαυτό μου με χτύπησε μονομιάς. Το άγχος μου ήταν στο απόγειό του. Το μυαλό μου έλεγε, δεν θέλω να το κάνω πια αυτό… “Αυτό”, που σημαίνει ζωή. Πιθανότατα είχα κατάθλιψη για έξι μήνες. Ολα ξεκίνησαν στο τέλος του πρώτου έτους των σπουδών μου στο Στάνφορντ. Οταν μεταγράφηκα στο UCLA, υπήρχε φασαρία γύρω από το όνομά μου και δεν αντιμετώπιζα ποτέ τα συναισθήματά μου. Σταδιακά, η κατάσταση χειροτέρεψε πολύ, μέχρι που άρχισα να πνίγομαι.
»Ενιωθα ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να πάω σε ένα νοσοκομείο. Σκεφτόμουν απλώς πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Ή θα πάω εκεί ή είμαι καταδικασμένη. Ημουν απελπισμένη. Τηλεφώνησα στον γυμναστή μου εκείνη τη στιγμή και ήρθαν και με πήραν. Εκανα check in στο νοσοκομείο του UCLA. Θυμάμαι ότι δεν υπήρχαν καν αρκετά δωμάτια επειδή υπήρχαν τόσο πολλοί άνθρωποι στο ψυχιατρείο που χρειάζονταν απεγνωσμένα βοήθεια. Ετσι, με έβαλαν στον διάδρομο, με κόσμο να ουρλιάζει και να φωνάζει όλη νύχτα. Το φαγητό είναι απαίσιο. Δεν έχεις το τηλέφωνό σου, δεν έχεις τίποτα. Απλώς είσαι ξαπλωμένος εκεί, μόνος με τις σκέψεις σου». Τόνισε ότι δεν ήθελε να γυρίσει στην ομάδα της.
Λυτρωτική επιστροφή και οι κόουτς που την απελευθέρωσαν
Η Μπετς συνέχισε την αφήγησή της γράφοντας στο The Players’ Tribune ότι «ένιωθα ότι απογοήτευα τις συμπαίκτριές μου. Ντρεπόμουν πολύ και ήμουν θυμωμένη με τον εαυτό μου. Εχασαν μερικά παιχνίδια κατά τη διάρκεια της απουσίας μου, και σκέφτηκα, “η ομάδα μου με χρειάζεται πραγματικά αυτή τη στιγμή. Τι κάνω;” Ολο αυτό το διάστημα που ήμουν στο νοσοκομείο, σκεφτόμουν την ομάδα μας. “Τι σκέφτονται για μένα; Πώς θα αντιδράσουν;”. Ντρεπόμουν τόσο πολύ. Η μαμά μου και η κόουτς Κόρι Κλόουζ με ενθάρρυναν να αντιμετωπίσω ό,τι συνέβη και να μιλήσω από καρδιάς, μπροστά σε όλες. Τους είπα, “θέλω απλώς να ξέρετε πως αντιμετωπίζω την κατάθλιψη. Αυτό συμβαίνει στο κεφάλι μου. Και ναι… σας αγαπώ τόσο πολύ. Και λυπάμαι που έπρεπε να φύγω. Ολες είπαν “είμαστε τόσο χαρούμενες που φρόντισες τον εαυτό σου και σε αγαπάμε”. Εκείνη τη στιγμή, μάλλον μπορούσες κυριολεκτικά να δεις το άγχος να φεύγει από το σώμα μου. Θυμάμαι ότι η μισή ομάδα έκλαιγε».
Η Λόρεν Μπετς έχει αναφέρει πως «όταν άρχισα να παίζω μπάσκετ, ήταν απίστευτα απελευθερωτικό. Εγινε το μέρος της χαράς μου. Για μια φορά, οι άνθρωποι δεν με κοιτούσαν μόνο επειδή ήμουν ψηλή. Στο γυμνάσιο, κρυβόμουν συνέχεια, προσπαθούσα να “συρρικνωθώ”, σαν να κουλουριάζω το σώμα μου». Η διαφυγή της στο παρκέ έγινε θρίαμβος και το UCLA κατέκτησε τον τίτλο. Η 22χρονη σταρ δεν χάθηκε στη χαρά της. Ευχαρίστησε την κόουτς Σάνον ΛεΜπεφ, πρώην βοηθό στο UCLA η οποία πλέον είναι χεντ κόουτς στο Πανεπιστήμιο Ράτγκερς «και ήταν άλλη μια μητρική φιγούρα για μένα».
Και θυμήθηκε τον «προπονητή μου στο γυμνάσιο, Ερβιν Τζόνσον», αποκαλύπτοντας πώς την έβγαλε από το «καβούκι» της: «Μια φορά, με έβαλε να σκίσω ένα κομμάτι χαρτί από το σημειωματάριό μου και να γράψω όλους τους στόχους μου. Σημείωσα πράγματα που μου φαίνονταν πολύ μακρινά, αδύνατα. Εριξε μια ματιά στο κομμάτι χαρτί μου και είπε “Λόρεν, θα τα καταφέρεις όλα”. Μια άλλη φορά, μπροστά σε όλο το σχολείο μου, με φώναξε και είπε: “Αυτό το κορίτσι θα είναι στην τηλεόραση. Θα γίνει η καλύτερη παίκτρια μπάσκετ στη χώρα”. Και το είπε αυτό μπροστά σε όλα αυτά τα παιδιά που με βασάνιζαν τα τελευταία τρία χρόνια. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι το έκανε αυτό για μένα».
Ο κόουτς Τζόνσον είχε δίκιο. Η Λόρεν Μπετς «επιβίωσε», τονίζει ότι «η μάχη με την κατάθλιψη δεν σταματά», όμως πέταξε ένα μεγάλο βάρος από τους ώμους της και όπως καταλήγει στο The Players’ Tribune, «τώρα, παίζω ελεύθερα, με χαρά. Οπου κι αν πάω από εδώ και πέρα, ξέρω ότι έχω διανύσει μεγάλη απόσταση. Και γι’ αυτό, νιώθω εξαιρετικά γενναία».
View this post on Instagram
