Κυριολεκτικά, η λέξη «fiasco» (φιάσκο) σημαίνει στα ιταλικά ένα φλασκί κρασιού με στρογγυλό πάτο που συνήθως περιβάλλεται από άχυρο. Μεταφορικά, όμως, σημαίνει μια πλήρης αποτυχία, μια καταστροφή.
Παρόμοιες λέξεις είναι το fallimento, το insuccesso ή το disastro. Ολες, όμως, έχουν την ίδια έννοια και σημασία, παρόμοια βαρύτητα και, εδώ και λίγες ώρες, συνοδεύουν κάθε αναφορά για τη (νέα) ανεπιτυχή προσπάθεια της Ιταλίας να δώσει το «παρών» στο Παγκόσμιο Κύπελλο του καλοκαιριού, σε Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά και Μεξικό.
Το 2018, ήταν η Σουηδία που δεν επέτρεψε στην τετράκις παγκόσμια πρωταθλήτρια Σκουάντρα Ατζούρα να κλείσει το εισιτήριό της για τα γήπεδα της Ρωσίας, αποκλείοντάς την σε διπλούς αγώνες μπαράζ (1-0 στη Σόλνα, 0-0 στο Μιλάνο).
Το 2022, στον δρόμο προς το Κατάρ ήταν η Βόρεια Μακεδονία, με νίκη 1-0 σε ημιτελικό αγώνα μπαράζ στο Παλέρμο, η οποία έκανε δύο τους αποκλεισμούς των Ιταλών από τη διοργάνωση, που κατέκτησαν δύο διαδοχικές φορές το 1934 και το 1938, όντες οι πρώτοι που το κατάφεραν.
Εκτοτε, άλλαξαν πολλά. Η διοργάνωση γιγαντώθηκε (και άλλο), οι 32 ομάδες έγιναν 48 για πρώτη φορά και πλέον η Ευρώπη έχει 16 εισιτήρια, ως η ήπειρος με τις περισσότερες χώρες, αλλά και τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δυναμική.
Ακόμα και έτσι, όμως, η Ιταλία απέτυχε να εξασφαλίσει μία από τις 16 θέσεις. Στη φάση ομίλων τερμάτισε δεύτερη πίσω από τη Νορβηγία, χάνοντας με εμφατικό τρόπο τόσο στο Οσλο (0-3) όσο και στο Μιλάνο (1-4).
Στο πρώτο από τα τέσσερα μονοπάτια των μπαράζ της ευρωπαϊκής ζώνης, η ομάδα του Τζενάρο Γκατούζο, ο οποίος στη διάρκεια των προκριματικών διαδέχθηκε τον Λουτσιάνο Σπαλέτι, λύγισε με πολλές δυσκολίες τη Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέργκαμο (2-0) και, στον τελικό, παρότι προηγήθηκε πολύ νωρίς, έβγαλε μόνη της τα μάτια της.
Ο Αλεσάντρο Μπαστόνι αποβλήθηκε στο φινάλε του πρώτου ημιχρόνου και πλέον θεωρείται persona non grata στην Ιταλία, η γηπεδούχος Βοσνία-Ερζεγοβίνη έφτασε στην ισοφάριση, έστειλε το ματς στην παράταση και από εκεί στα πέναλτι, όπου Πίο Εσπόζιτο και Μπράιαν Κριστάντε αστόχησαν από την άσπρη βούλα, με αποτέλεσμα να καταδικάσουν τη χώρα τους σε τρίτο σερί αποκλεισμό.
Την ίδια ώρα, το νέο διευρυμένο φορμάτ του Μουντιάλ επέτρεψε σε τέσσερις πρωτάρες (Ιορδανία, Κουρασάο, Ουζμπεκιστάν και Πράσινο Ακρωτήρι) να δώσουν το «παρών», Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και Αϊτή επιστρέφουν μετά τη μοναδική τους παρουσία ύστερα από 52 χρόνια, το Ιράκ έπειτα από σαράντα, Αυστρία, Νορβηγία και Σκωτία ύστερα από 28, η Τουρκία έπειτα από 22 και η Τσεχία μετά από είκοσι.
Και όμως, ακόμα και έτσι, η Ιταλία των τεσσάρων Μουντιάλ απέτυχε να προκριθεί. «Ζητώ συγγνώμη από την Ιταλία, δεν τα κατάφερα», έλεγε με δάκρυα στα μάτια ο Γκατούζο, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο είχε ξεκαθαρίσει ότι θα αποχωρήσει σε περίπτωση αποκλεισμού. Ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, Γκαμπριέλε Γκραβίνα, του έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης για να παραμείνει, χαρακτηρίζοντας τον άλλοτε τεχνικό του ΟΦΗ ως «έναν σπουδαίο προπονητή».
Και η θέση του ιδίου του Γκραβίνα, βεβαίως, είναι ιδιαιτέρως επισφαλής, αφού μπορεί στις μικρές εθνικές ομάδες η Ιταλία να τα πηγαίνει αρκετά καλά, αλλά στους Ανδρες τα χαστούκια σε επίπεδο Μουντιάλ είναι υπερβολικά πολλά, έστω και αν ενδιάμεσα, το 2021, η εθνική ομάδα κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Και το έκανε στα πέναλτι, αυτά δηλαδή που την καταδίκασαν το βράδυ της Τρίτης (31/03) στη Ζένιτσα.
Τι σημαίνει, όμως, για την Ιταλία η απουσία από τρίτο διαδοχικό Παγκόσμιο Κύπελλο, εκτός από την τεράστια απογοήτευση που προκάλεσε σε μια χώρα που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο;
Η ομοσπονδία χάνει αρχικά περί τα εννέα εκατ. ευρώ που θα λάμβανε από τη FIFA ως επιβράβευση για τη συμμετοχή και για την αντιμετώπιση των τεράστιων εξόδων που προβλέπονται για τη μετακίνηση της αποστολής στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και τη διαμονή για αρκετές ημέρες.
Αυτό το ποσό θα έφτανε συνολικά στα 43 εκατ. ευρώ, εφόσον η εθνική ομάδα κατάφερνε να προχωρήσει μέχρι τον τελικό και την κατάκτηση, κάτι που πέτυχε τελευταία φορά το 2006, όταν μέλη της ομάδας ήταν ο νυν προπονητής, αλλά και ο γενικός αρχηγός, Τζιανλουίτζι Μπουφόν.
«Θα μείνω μέχρι τον Ιούνιο και μετά βλέπουμε. Για τους επόμενους τρεις μήνες θα είμαι στη διάθεση της ομοσπονδίας, η οποία και έδειξε εμπιστοσύνη σε εμένα», εξήγησε ο θρυλικός τερματοφύλακας, εκ των υπέρμαχων της πρόσληψης Γκατούζο, με τον οποίο ενδέχεται πλέον να αποχωρήσουν παρέα από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.
Εκτός από τα χρήματα που δεν θα λάβει η ομοσπονδία από τη FIFA, όμως, στα δέκα εκατ. ευρώ υπολογίζονται οι απώλειες από χορηγίες που θα ακολουθούσαν την προσπάθεια των Ατζούρι στα αμερικανικά γήπεδα.
Οσο για τον απλό λαό; Οι Ιταλοί θα ήθελαν δεδομένα να δουν από κοντά την εθνική τους ομάδα, τόσο ταξιδεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από κοντά, αφού η ιταλική κοινότητα στη χώρα αριθμεί περί τα 16, 17 εκατομμύρια ανθρώπους (!), με Ιταλούς δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενιάς.
Η απουσία της Σκουάντρα Ατζούρα από ένα τόσο μεγάλο γεγονός περιορίζει σημαντικά και το ενδιαφέρον όσων παραμείνουν στην Ιταλία για την παρακολούθηση του Μουντιάλ. Αυτό, σε μια εποχή όπου η ζέστη θα κυριαρχεί στη χώρα, σημαίνει λιγότερος κόσμος σε μπαρ και εστιατόρια, τα οποία πόνταραν στη διοργάνωση για να μαζέψουν φιλάθλους που θα ήθελαν να συνδυάσουν έξοδο για φαγητό ή ποτό με έναν αγώνα της παρέας των Σάντρο Τονάλι και Μοζέ Κεν.
Των ποδοσφαιριστών, δηλαδή, που περισσότερο πάλεψαν και με τα γκολ τους για να αποτρέψουν ένα φιάσκο που ξεπερνάει συνολικά τα εκατό εκατ. ευρώ και πληγώνει ανεπανόρθωτα μια παραγωγική διαδικασία που αναμφίβολα νοσεί και χρειάζεται γιατρειά.
Ποια είναι αυτή; Η πιο συστηματική ανάδειξη περισσότερων ταλέντων και, κυρίως, προσωπικοτήτων επιπέδου Μπουφόν, Γκατούζο, Πίρλο ή Καναβάρο, οι οποίοι το 2006 σήκωσαν περήφανοι και εν μέσω του σκανδάλου «Calciopoli» ένα τρόπαιο που αυτή τη στιγμή μοιάζει όνειρο μακρινό και απατηλό για τη γείτονα χώρα.
