Οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια είναι σαφείς: οι πολίτες δεν θέλουν πια αυτόνομες κυβερνήσεις. Κανένα κόμμα δεν μοιάζει ικανό να συσπειρώσει αρκετά μεγάλη μειοψηφία για διεκδικήσει μια σαφή, καθαρή λαϊκή εντολή. Είναι λίγο-πολύ νομοτελειακό ότι, αν δεν συμβεί κάτι αναπάντεχο, σύντομα θα χρειαστεί στην Ελλάδα να φτιαχτεί μια κανονική κυβέρνηση συνεργασίας. Αλλά κανονική. Οχι ως έκτακτη ανάγκη, στη μέση ενός γιγάντιου οικονομικού σκανδάλου, ή ως τελευταία λύση μέσα στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας. Μια κανονική κυβέρνηση, υπό κανονικές συνθήκες, με προγραμματική συμφωνία, κανόνες, εμπιστοσύνη και, αναπόφευκτα, συμβιβασμούς. Ολες και όλοι οι αναλυτές αλλά και οι πολιτικοί με τους οποίους έχουμε συζητήσει αυτό το θέμα, μοιράζονται την ίδια γνώμη: δνε γίνεται. Για πολύ καιρό νόμιζα ότι αυτή η άρνηση οφείλεται μόνο στην έλλειψη φαντασίας, αλλά στην πραγματικότητα βασίζεται σε κάτι άλλο: σε βαθιά γνώση των μεμονωμένων ανθρώπων, των προσωπικοτήτων. Οι άνθρωποι που ξέρουν την «πάστα» του πολιτικού μας προσωπικού μού επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συνεργαστούν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει περίπτωση να συνεννοηθούν ποτέ. Αυτά που βλέπουμε στη Βουλή και στα πάνελ, λέει, δεν είναι τίποτε. Πίσω από τις κάμερες τσακώνονται χειρότερα.
Γι’ αυτόν τον λόγο θέλω να σας μιλήσω εδώ σήμερα για την τηλεόραση.

Εχθές στη Δανία είχαν βουλευτικές εκλογές. Για να δώσουμε το πλαίσιο, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι στο δανέζικο Κοινοβούλιο εκπροσωπούνται δώδεκα κόμματα. Το πρώτο κόμμα στις προηγούμενες εκλογές, οι Σοσιαλδημοκράτες της πρωθυπουργού Μέτε Φρεντέρικσεν, πήραν το 27,5% των ψήφων και κατέλαβαν 50 έδρες. Σχημάτισαν κυβέρνηση συνεργασίας μαζί με το δεύτερο και το τρίτο κόμμα, το φιλελεύθερο Venstre και τους κεντρώους Moderates, που έλαβαν 13,3% και 9,3% των ψήφων αντίστοιχα. Τα τρία κόμματα συνυπέγραψαν μια προγραμματική συμφωνία, ένα κείμενο 63 σελίδων που περιγράφει τις προτεραιότητες της κυβέρνησης και τους μεταρρυθμιστικούς της στόχους για την τετραετία. Στην ιστοσελίδα της κυβέρνησης, οι τρεις αρχηγοί των κομμάτων της συμμαχίας (η πρωθυπουργός, με τον υπουργό Αμυνας και τον υπουργό Εξωτερικών) κοιτάζονται με βλέμματα γεμάτα αλληλεγγύη και συντροφικότητα. Εξωγήινα πράγματα. Αλλά περιμένετε. Εχει και συνέχεια.
Πριν από λίγες εβδομάδες, με τις εκλογές να πλησιάζουν, οι αρχηγοί και των δώδεκα κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο πήγαν σε ένα κτίριο (πρώην κολέγιο) με μια βαλιτσούλα ο καθένας και η καθεμία. Αφησαν τα κινητά τους στην είσοδο και κλείστηκαν μέσα για 24 ώρες. Ολοι μαζί. Μόνο οι δώδεκα, χωρίς συμβούλους, γραμματείς και παρατρεχάμενους. Πέρασαν μια ημέρα παρέα, έφαγαν μαζί, κουβέντιασαν και κοιμήθηκαν (χώρια) σε ταπεινά και λιτά δωματιάκια. Μόνοι; Οχι ακριβώς. Μέσα στο κτίριο ήταν και οι κάμερες. Το 24ωρο καταγράφηκε σε κάμερες, και προέκυψαν τέσσερα επεισόδια που προβλήθηκαν στην τηλεόραση. Τα επεισόδια δείχνουν τους αρχηγούς των κομμάτων να κουβεντιάζουν για τις ανισότητες, για την ευτυχία, για το πώς έχει επηρεάσει η δουλειά που κάνουν την προσωπική τους ζωή, αλλά και να κάνουν δραστηριότητες και παιχνίδια μαζί (είδατε τη φωτογραφία στην αρχή αρχή; Αυτοί είναι, που τραγουδάνε), και να τρώνε μακαρόνια με κιμά, που μαγείρεψε ένας από αυτούς. O αρχηγός του ακροδεξιού κόμματος.
Αν δεν πιστεύετε ότι υπάρχει αυτό το πράγμα στον κόσμο μας, γραφτείτε εδώ και δείτε.
Δεν είναι πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, βέβαια. Οι Δανοί πήραν την ιδέα από τους Βέλγους, που το 2024 έκλεισαν τους δικούς τους (μόνο επτά) πολιτικούς αρχηγούς σε ένα κτίριο για ένα Σαββατοκύριακο.
Είναι όμως μια ιδέα που για τα δικά μας δεδομένα μοιάζει αδιανόητη. Εδώ η διεξαγωγή ενός απλού δίωρου debate στην τηλεόραση είναι προϊόν πολυήμερης διαπραγμάτευσης. Οι πολιτικοί αρχηγοί όχι απλώς δεν μιλάνε μεταξύ τους, αλλά προστατεύουν τη δημόσια εικόνα τους λυσσαλέα –και από οποιαδήποτε μη–προδιαγεγραμμένη επαφή με τους αντιπάλους τους.
Και εδώ θέλω να σας πω κάτι που είναι επίσης σημαντικό: οι Δανοί και οι Βέλγοι δεν είναι τίποτε υπεράνθρωποι. Δεν είναι καλύτεροι από εμάς. Στη Δανία το 2022 σχηματίστηκε κυβέρνηση συνεργασίας ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κόμμα –αλλά αυτό ήταν και για τα δικά τους δεδομένα αξιοσημείωτο και σπάνιο– είχε να συμβεί από το 1977. Το δε Βέλγιο είναι υπόδειγμα δυσλειτουργίας. Μετά τις εκλογές του 2024, τους πήρε έξι μήνες να συμφωνήσουν και να σχηματιστεί κυβέρνηση. Πεντακομματική. Και όποιος έχει γνωρίσει Βέλγο ή Δανό μπορεί να σας διαβεβαιώσει ότι αυτοί δεν είναι ούτε πιο καπάτσοι ούτε πιο έξυπνοι. Μπορεί να έχουν άλλα πράγματα (πολύ σημαντικά πράγματα, καλό εκπαιδευτικό σύστημα εδώ και πολλές γενιές, στιβαρούς θεσμούς που επιτρέπουν στο κράτος να λειτουργεί ακόμα και όταν δεν υπάρχει κυβέρνηση, κουλτούρα που χτίζεται σταδιακά) αλλά δεν είναι, ας πούμε, γονιδιακό το θέμα.
Και υπάρχει και το άλλο. Στη δική μας χώρα, ειδικά μετά την κοσμοϊστορική κρίση της δεκαετίας του ’10, ξεκαθάρισαν κάποια πράγματα. Με την εναλλαγή στην εξουσία διάφορων κομμάτων, την ολοκληρωτική ανανέωση των μηχανισμών (πόσα στελέχη του 2009 είναι ακόμα στα πολιτικά πράγματα το 2026;) και την κατάρρευση ρομαντικών «εναλλακτικών» προσεγγίσεων στη διακυβέρνηση, βρεθήκαμε σε ένα σημείο που οι άλλες χώρες θα έπρεπε να ζηλεύουν και εμείς θα έπρεπε να αξιοποιούμε για να αναπτύξουμε κουλτούρα συνεργασίας και αλληλοκατανόησης στο πολιτικό μας σύστημα. Ποιο είναι αυτό το σημείο; Μα, το 70% του πολιτικού συστήματος συμφωνούν στα βασικά. Στο πώς πρέπει πάνω-κάτω να λειτουργεί η οικονομία, στο πού βρισκόμαστε ως προς την Ε.Ε., τα δημοσιονομικά, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα. Διαφωνίες και αντιδικίες υπάρχουν (παντού, και στη Δανία) αλλά στα βασικά και τα σημαντικά, αν τους ακούσει κανείς χωρίς εικόνα και λεζάντες στα κανάλια, πάνω-κάτω τα ίδια λένε.
Αλλά δεν το αξιοποιούμε. Οι δικοί μας τσακώνονται πιο έντονα από ποτέ. Οι μεν παρακολουθούν τους δε με παράνομο software. Οι πρώην πήγαν στα δικαστήρια τους νυν, με σκευωρίες. Ολοι επιτίθενται σε όλους ad hominem, και ψάχνουν με το τουφέκι την επόμενη κρίση, για να την εργαλειοποιήσουν εναντίον των πάντων. Κι εμείς παρακολουθούμε αποσβολωμένοι, με την όποια εμπιστοσύνη μάς έχει απομείνει να εξατμίζεται μέρα τη μέρα.
Φαντάζεστε στο τοξικό μας περιβάλλον, λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, να παίρναμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Σωκράτη Φάμελλο, τον Δημήτρη Κουτσούμπα, τον Κυριάκο Βελόπουλο, τον Δημήτρη Νατσιό, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και (πλέον) τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη και να τους κλείναμε για ένα Σαββατοκύριακο, ξέρω γω, στο Μουσείο Μπενάκη; Χωρίς κινητά, χωρίς τους συνεργάτες τους μαζί, αλλά μπροστά στις κάμερες. Ασφαλώς, θα ήταν συναρπαστικό τηλεοπτικό προϊόν αυτό που θα προέκυπτε, ανώτερο όλων των Big Brother που έχουν προβληθεί ποτέ στη χώρα.
Αλλά δεν ξέρω αν μετά θα είχαν απομείνει πολιτικοί αρχηγοί για να γίνουν κανονικά εκλογές.
