Το ποδόσφαιρο είναι το πιο δημοφιλές ομαδικό σπορ στο Ιράν, το οποίο εξάγει (ενίοτε) αθλητές στο εξωτερικό και καμαρώνει για τα επιτεύγματά τους, όπως συνέβη στο παρελθόν με τον Αλί Νταεΐ, ο οποίος υπήρξε πρώτος σκόρερ παγκοσμίως σε επίπεδο εθνικών ομάδων, μέχρι που τον ξεπέρασε ο «πάρ’ τα όλα» (αναφορικά με τα ρεκόρ) Κριστιάνο Ρονάλντο.
Το εθνικό άθλημα της ασιατικής χώρας, όμως, θεωρείται η πάλη, και όχι άδικα, αφού το εξασκούν από τα αρχαία χρόνια και έχει φέρει δεκάδες επιτυχίες. Η ομάδα ελευθέρας πάλης έχει κατακτήσει επτά φορές παγκόσμια πρωταθλήματα, ενώ οι αθλητές έχουν φέρει συνολικά 55 ολυμπιακά μετάλλια στο Ιράν.
Στο σκοτάδι που απλώνει ο πόλεμος, οι παράπλευρες απώλειες είναι πολλές και οδυνηρές. Ο αθλητισμός δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, όπως διαπιστώνουν οι Ιρανοί, και όχι μόνο, με την επικείμενη απουσία της εθνικής ομάδας της χώρας από το Παγκόσμιο Κύπελλο του καλοκαιριού, επειδή είναι μεν καλοδεχούμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά για την ασφάλειά της καλό θα ήταν να μην ταξιδέψει, όπως σχολίασε σχετικά ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Η εθνική γυναικών ποδοσφαίρου του Ιράν, αντίθετα, έγινε δεκτή με ανοιχτές αγκάλες στην Αυστραλία, όπου μάλιστα δεν δίστασαν να προσφέρουν άσυλο και βίζες παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, όταν κρατικά ΜΜΕ χαρακτήρισαν «εθνική προδοσία» την κίνηση των παικτριών να μην ψάλουν τον εθνικό ύμνο στον πρώτο αγώνα του Πανασιατικού Κυπέλλου, στον οποίο έλαβε χώρα το Ιράν μετά από πολλά χρόνια απουσίας.
Αρχικά, έξι παίκτριες και ένα μέλος του τιμ ζήτησαν άσυλο, αλλά εντέλει στην Αυστραλία παρέμειναν μόνο δύο, οι Φατεμέχ Πασαντίντε και Ατεφέχ Ραμεζανισαντέχ, οι οποίες προπονούνται με την Μπρισμπέιν Ρόαρ και δεν αποκλείεται να εξασφαλίσουν και συμβόλαιο.
Οι υπόλοιπες επέστρεψαν στην Τεχεράνη, όπου έγιναν δεκτές ως ηρωίδες, με την καθεμία να λαμβάνει ένα στεφάνι λουλούδια περασμένο στον λαιμό και να συνοδεύεται από ένα κορίτσι μέχρι να ανέβει σε μια σκηνή που τοποθετήθηκε ειδικά για να γνωρίσουν την αποθέωση από τον κόσμο.
«Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι αθλήτριες είναι πιστές στη χώρα, στη σημαία, στον Οδηγό (σ.σ.: αναφερόμενος στον Αγιατολάχ) και στην επανάσταση», υποστήριξε ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας του Ιράν, Μεχντί Ταζ, όντας περιτριγυρισμένος από τα μέλη της εθνικής ομάδας.
«Δεν περίμενα να έρθει τόσος κόσμος να μας υποδεχθεί, είμαι ευτυχής που είμαι κόρη του Ιράν», σχολίασε η μέσος Φατεμέχ Σαμπάν, στη σκιά των πληροφοριών που θέλουν τις παίκτριες να έχουν δεχθεί πιέσεις από το καθεστώς και απειλές για την ασφάλεια των οικογενειών τους, προκειμένου να επιστρέψουν στην χώρα.
«Το ιρανικό καθεστώς άρχισε να απειλεί τις οικογένειές τους, οι οποίες κατά κάποιον τρόπο απήχθησαν ως όμηροι. Για αυτόν τον λόγο υποχρεώθηκαν να αποσύρουν την αίτηση για άσυλο και επέστρεψαν στο Ιράν», ανέφερε σε ανάρτησή της η Σίβα Αμίνι, πρώην διεθνής ποδοσφαιρίστρια που ζει πλέον στην εξορία και εργάζεται για τα δικαιώματα των γυναικών.
«Ξέρουμε ότι κάθε ενέργεια αυτών των αθλητριών, όσο μικρή και αν είναι, παρακολουθείται στενά. Εχω δει ένα – δύο βίντεο όπου φαίνεται το καθεστώς να τους δίνει εντολή να δηλώσουν ότι ήθελαν να ζητήσουν άσυλο για θέματα που αφορούσαν το ποδόσφαιρο», προσθέτει η επίσης εξόριστη πρώην ποδοσφαιρίστρια Μασουμέχ Χασράτι, επισημαίνοντας ακόμα ότι «πρόκειται για προπαγάνδα και όλοι ξέρουμε ότι το έκαναν λόγω των απειλών σε εκείνες και τις οικογένειές τους».
Μια αν μη τι άλλο «περίεργη», πολύ άβολη υποδοχή με βάση τα έκπληκτα πρόσωπα των κοριτσιών, σε μια βαριά ατμόσφαιρα που έγινε ακόμα βαρύτερη με την είδηση της εκτέλεσης διά απαγχονισμού ενός 19χρονου παλαιστή.
Ο Σαλέχ Μοχαμαντί είχε μια ζωή μπροστά του και, σύμφωνα με τους ειδικούς, μια λαμπρή καριέρα στα τατάμι. Είχε, αλλά όχι πια, αφού η ισλαμική κυβέρνηση τον καταδίκασε σε θάνατο, μαζί με άλλα δύο άτομα, κατηγορούμενα για τη δολοφονία δύο αστυνομικών, στη διάρκεια των διαδηλώσεων κατά του καθεστώτος που ξεκίνησαν τον περασμένο Δεκέμβριο και πήραν μεγάλη έκταση τον Ιανουάριο, σε 180 πόλεις στις 31 επαρχίες της χώρας.
Πέραν αυτού, όμως, στην καταδικαστική απόφαση αναφερόταν ότι ο Μοχαμαντί είναι «εχθρός του Θεού» (κατηγορία που αρκεί για την καταδίκη σε θάνατο) και πράκτορας των ξένων δυνάμεων. Αρχικά, η εκτέλεσή του και των άλλων δύο καταδικασθέντων επρόκειτο να γίνει δημοσίως, αλλά αποφασίστηκε εντέλει να γίνει κεκλεισμένων των θυρών στην πόλη Κουόμ, η οποία θεωρείται ιερή για το Ισλάμ.
«Είναι ένα σχέδιο της Ισλαμικής Δημοκρατίας για να τρομοκρατήσει την κοινωνία επιτιθέμενη στους αθλητές», υποστήριξε η ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα Νίμα Φαρ, αναφερόμενης και στην προ εξαετίας εκτέλεση του επίσης παλαιστή Ναβίντ Αφκαρί, παρά τη διεθνή εκστρατεία για την απαλλαγή του.
Τότε, οι υπερασπιστές του είχαν υποστηρίξει ότι οι κατηγορίες εις βάρος τους προέκυψαν από πλαστογράφηση εγγράφων και στοιχείων. Τώρα, οι δίκες του Μοχαμαντί και των υπόλοιπων καταδικασθέντων έγιναν κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς νομικές εγγυήσεις και δικαίωμα έφεσης, με την έντονη υποψία ότι οι «ομολογίες» τους δόθηκαν ύστερα από βασανιστήρια…
