Η ουρά δεν είναι ακριβώς ελληνικό σπορ. Δεν την κουβαλάμε ως κοινωνικό αντανακλαστικό όπως οι Βρετανοί, για αυτούς είναι κάτι σαν εθνικό γνώρισμα· για εμάς μάλλον μια δοκιμασία νεύρων. Οπότε το να υπάρχουν στην Αθήνα πια αρκετά καταστήματα στα οποία η πολύωρη αναμονή είναι προϋπόθεση για ένα γεύμα, είναι από μόνο του αξιοπερίεργο. Πόσο μάλλον το γεγονός πως υπάρχουν μαγαζιά που μας κάνουν να περιμένουμε χωρίς ιδιαίτερη γκρίνια. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να σημαίνει πως παραδινόμαστε στο hype, στην άλλη ότι αναγνωρίζουμε πως στο δια ταύτα υπάρχει κάτι που αξίζει να το περιμένεις. Δηλαδή νοστιμιά, εξυπηρέτηση, άνεση και μια τιμή που δεν σε κάνει να μετανιώνεις για την ορθοστασία.

Το Kuchisabishii είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Το νέο ιαπωνικό «ταβερνάκι» του Κουκακίου δεν σε βάζει να περιμένεις για μια ναρκισσιστική, δήθεν εμπειρία, αλλά για ένα φαγητό που έρχεται γρήγορα, τρώγεται με χαρά και έχει μια πολύ παρήγορη σχέση ποιότητας και τιμής. Είναι μαγαζί ταχύτητας, αλλά όχι βιασύνης. Αν και ανοιχτό μόλις δυο εβδομάδες, η κουζίνα δουλεύει με ρυθμό. Καυτό ιαπωνικό comfort food που πατάει στην κουλτούρα του φαγητού του δρόμου και στη λογική της καθημερινής τροφής.
Αν αυτή η άφιξη πάντως λέει κάτι για την πόλη, είναι πως οι Αθηναίοι συνεχίζουν να ψάχνουν το καλό ασιατικό φαγητό. Οι πραγματικά προσεγμένες, αυθεντικές και οικονομικά λογικές ασιατικές διευθύνσεις δεν είναι πολλές· γι’ αυτό και όταν ανοίγει μία που το πετυχαίνει, ξεχωρίζει αμέσως. Κάπως έτσι είχε συμβεί και με το Tuk Tuk, το ταϊλανδέζικο του ίδιου ιδιοκτήτη, που από την πρώτη στιγμή κέρδισε το κοινό επειδή ήταν νόστιμο, αληθινό, προσιτό και με μοναδικό ντεκόρ, μια απίθανη thai-kitsch ατμόσφαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι πίσω και από τα δύο εγχειρήματα βρίσκεται ο Μπάμπης Ασκερίδης. Στο Kuchisabishii συνεταιρίστηκε με τον πολύ έμπειρο μπαρτέντερ Γιάννη Πέτρο Πετρή από το γειτονικό Tiki bar.

Πήγαμε Τρίτη στις 6.30 το απόγευμα και βρήκαμε αμέσως δυο θέσεις στο μπαρ μπροστά στην ατμίζουσα κουζίνα. Το μέρος σούπερ γουστόζικο. Μια pop εκδοχή ιαπωνικότητας, με χαριτωμένα kitsch αντικείμενα, πολύ ξύλο, κόκκινες πινελιές και έντονα χρώματα, σε μια ατμόσφαιρα που φλερτάρει διακριτικά με τα 80s, ακόμη και στις τουαλέτες. Τα κοκάλινα κουτάλια για τις σούπες, τα πιατάκια και τα μπολ, όλα θέλεις να τα πάρεις για το σπίτι.
Από τα πρώτα πιάτα και τα ορεκτικά καταλαβαίνεις τι θα γίνει. Τα yaki guriru σε σουβλάκι είχαν μια εθιστική νοστιμιά που σε κάνει να θες κι άλλο. Δοκιμάσαμε την τηγανητή πέτσα κοτόπουλου και τα tsukune, τα κεφτεδάκια, ζουμερά και πολύ μυρωδάτα. Πολύ ωραίο ήταν και το kare pan, ένα ψωμάκι παναρισμένο απ’ έξω και γεμιστό με κάρι και κοτόπουλο, από τα πιο ολοκληρωμένα πιάτα της παραγγελίας. Η πολυεπίπεδη δομή και γεύση του μας κέρδισε: πρώτα η κρούστα, ύστερα η ζεστή μυρωδάτη γέμιση και έπειτα η γλυκιά αίσθηση των πολύ μαλακών φαγητών, που στην ιαπωνική κουζίνα είναι ολόκληρο κεφάλαιο από μόνη της.

Θέλαμε να πάρουμε και το χοιρινό κότσι, αργομαγειρεμένο και καραμελωμένο, από τα πιάτα που σε βάζουν να κάνεις λίγη δουλειά πριν το φας, να το ξεψαχνίσεις, και να γεμίσεις με τα χέρια τα αφράτα bao που έρχονται δίπλα ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Υπάρχει κάτι πολύ ωραίο σε τέτοιου τύπου «συναρμολογούμενα» πιάτα που σε βγάζουν από την παθητικότητα και σε βάζουν μέσα στη χαρά του φαγητού.
Πολύ απολαυστικές ήταν και οι ebi furai, γαρίδες πανέ με πικάντικη διάθεση ήδη στο πανάρισμα, που γίνονταν ακόμη πιο ζωηρές με το καυτερό sauce στο πλάι. Από την κατηγορία menrui, δηλαδή των noodles, πήραμε τα sinew stew udon, το μοναδικό πιάτο που δεν με κέρδισε το ίδιο. Κυρίως επειδή δεν είχα υπολογίσει ότι αυτού του τύπου τα noodles πατούν συχνά πάνω σε έναν πολύ απλό, καθαρό ζωμό, σχεδόν διαυγή, που εδώ αγκάλιαζε ένα σιγομαγειρεμένο μοσχάρι μαλακό μεν, όχι όμως ιδιαιτέρως βαθύ σε γεύση. Αντίθετα, το ramen, που ήρθε καυτό όπως πρέπει, ήταν ένα ποίημα. Το Sakana ramen, με τη συνταγή του να παραπέμπει στο Χοκάιντο, είχε έναν διαυγή ζωμό ψαριού με υποδειγματικό umami, bok choy, σολομό περασμένο σε καλαμάκι, κροκέτα ψαριού, αυγό και φρέσκο κρεμμυδάκι.

Ηπιαμε ζεστό sake και μας πρόσφεραν ένα επιδόρπιο που δεν θύμιζε τίποτα από όσα έχω δοκιμάσει. Λευκή σοκολάτα, επικάλυψη που το εντάσσει στην κατηγορία κρεμ μπρουλέ και μέσα παγωτό. Φύγαμε με τη σκέψη ότι ναι, θα ξαναπάμε ακόμη κι αν χρειαστεί να σταθούμε λίγο στην ουρά. Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο κατά την έξοδο, είπαμε στους αναμένοντες πως άξιζαν και το hype και η αναμονή.
Υπολογίστε 20 ευρώ/άτομο χωρίς τα ποτά.
Φαλήρου 36, Κουκάκι, Τηλ. 211-00.64.220
*Τα καταστήματα και τα προϊόντα που προτείνονται είναι επιλογές της δημοσιογράφου και δεν έχουν εμπορικό σκοπό.
