Μπερνάρντο Ριμπέιρο και εφημερίδα «Record» είναι έννοιες ταυτόσημες. Ο έμπειρος Πορτογάλος δημοσιογράφος έχει εργαστεί σε τρεις διαφορετικές περιόδους στο συγκεκριμένο αθλητικό έντυπο, από τα πρώτα σε πωλήσεις στη χώρα, μαζί με τις εφημερίδες «A Bola» και «O Jogo».
Πλέον κατέχει τη θέση του διευθυντή και, με αυτή την ιδιότητα, εξαπέλυσε πριν από λίγο καιρό σκληρή επίθεση κατά του προπονητή της Σπόρτινγκ Λισαβόνας, Ρουί Μπόρζες, υποστηρίζοντας ότι «είναι ένας από τους χειρότερους προπονητές στην ιστορία της Σπόρτινγκ, σε ό,τι έχει να κάνει με τις κινήσεις και την ευελιξία του στη διάρκεια ενός αγώνα».
Το απόγευμα της Τρίτης (17/3) ο 44χρονος τεχνικός απάντησε όπως ξέρει να κάνει καλύτερα: με τη δουλειά του. Κόντρα στην ομάδα-θαύμα του φετινού Champions League, την Μπόντο Γκλιμτ, τα «Λιοντάρια» άγγιξαν την τελειότητα.

Περιόρισαν σε ρόλο κομπάρσου ένα σύνολο που προερχόταν από τέσσερις διαδοχικές, σπουδαίες νίκες επί Μάντσεστερ Σίτι, Ατλέτικο Μαδρίτης, Ιντερ (εις διπλούν), ενώ μία εβδομάδα πριν τους είχε υποχρεώσει σε μια βαριά ήττα (3-0) που τους έφερνε στο χείλος του αποκλεισμού στους «16» της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης.
Ο Μπόρζες προετοίμασε άψογα τη ρεβάνς, απενεργοποίησε τα όπλα των Νορβηγών και έβγαλε την καλύτερη εκδοχή της ομάδας του, η οποία σημείωσε μία από τις μεγαλύτερες ανατροπές στην ιστορία της διοργάνωσης, αφού ισοφάρισε το σκορ του πρώτου αγώνα και έστειλε το ματς στην παράταση, όπου και ολοκλήρωσε τον θρίαμβό της (5-0).
HISTORY MAKERS 💫 pic.twitter.com/cbKhnOvWTZ
— Sporting CP (@SportingCP) March 17, 2026
«Περίμενα περισσότερους δημοσιογράφους μετά από αυτή την επική νίκη της Σπόρτινγκ. Πιστεύω ότι, αν δεν είχαμε προκριθεί, θα ήταν περισσότεροι», ήταν η πρώτη ατάκα-καρφί του Μπόρζες, ο οποίος, νιώθοντας (και λογικά) καβάλα στο άλογο, ξέσπασε για την άδικη αντιμετώπιση που θεωρεί πως έχει από τον Τύπο (βλέπε –και– Ριμπέιρο).
«Συνεχίστε να λέτε ότι ο προπονητής είναι ο αδύναμος κρίκος της Σπόρτινγκ, ότι ο προπονητής δεν έχει την ικανότητα για να κατευθύνει τη Σπόρτινγκ. Αλλά ξεχνάτε ότι ο προπονητής είναι πρωταθλητής και αξίζει περισσότερο σεβασμό», συνέχισε ο τεχνικός ο οποίος τόλμησε πέρυσι τον Δεκέμβριο να παραλάβει μια ομάδα που βρισκόταν σε… τρικυμία.
Ο Ζοάο Περέιρα, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον υπερεπιτυχημένο Ρούμπεν Αμορίμ όταν αυτός αποχώρησε με προορισμό τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (με πολύ αρνητική κατάληξη, ως γνωστόν), δεν τα είχε πάει καθόλου καλά και η διοίκηση επέλεξε να καταβάλει 4,1 εκατ. ευρώ στη Βιτόρια Γκιμαράες για να σπάσει το συμβόλαιο του Μπόρζες.
Με αυτόν στο τιμόνι, η Βιτόρια (σημαίνει «νίκη» στα πορτογαλικά) έγραψε Ιστορία ως η μοναδική πορτογαλική ομάδα με ένα αήττητο σερί 13 αγώνων σε ευρωπαϊκή διοργάνωση (Conference League), όπου κατέγραψε δέκα νίκες και τρεις ισοπαλίες, προτού αποκλειστεί στους «16» από τη μετέπειτα φιναλίστ Μπέτις.
Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία μιας καριέρας που χτίστηκε σε μικρομεσαίες και άσημες ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών, με πρώτη την ομάδα της γενέτειράς του, Μιραντέλα, στην οποία και έκλεισε τη σταδιοδρομία του ως ποδοσφαιριστής, όντας ένα φιλότιμο, πλην περιορισμένων δυνατοτήτων εξτρέμ, το «πικ» του οποίου ήταν η δεύτερη ομάδα της Μπράγκα.
Το όνομά του άρχισε να συζητιέται όταν οδήγησε τη Μορεϊρένσε στην έκτη θέση της βαθμολογίας, την καλύτερη της ιστορίας της, προτού αναλάβει τη Βιτόρια και, πλέον, τη Σπόρτινγκ, με την οποία κατέκτησε πέρυσι το νταμπλ και ψηφίστηκε ως ο κορυφαίος προπονητής της σεζόν στην Πορτογαλία.
Στα πανηγύρια για τους τίτλους αλλά και για νίκες όπως αυτή της Τρίτης (17/3), ο πρώτος που του έρχεται στο μυαλό είναι ο παππούς του Ζοσέ Πέδρο. Τσαγκάρης στο επάγγελμα, του έμαθε να επισκευάζει σόλες παπουτσιών και να μην πετάει τίποτα που θα μπορούσε να επισκευαστεί. Του έμαθε να δίνει αξία στα πιο μικρά πράγματα.
Ηταν η αδυναμία του και μεγάλωσε στο πλευρό του, αφού έμενε μαζί τους στο σπίτι των γονιών του. «Μου λείπει κάθε μέρα», εξηγεί για τον άνθρωπο, το πρόσωπο του οποίου έχει κάνει τατουάζ στο μπράτσο του για να μην τον ξεχάσει ποτέ. Είναι, όπως λέει, το πιο σημαντικό άτομο στη ζωή του, μαζί βεβαίως με τη σύζυγό του Aννα Λουίζα, παιδικό του έρωτα από το σχολείο, αλλά και τον γιο του Μάριο, ο οποίος γεννήθηκε όταν ο Ρουί ήταν μόλις 19 ετών.
«Εγινα πατέρας πολύ μικρός και αυτό με δυσκόλεψε. Κοιτάω πίσω και διαπιστώνω ότι έχασα στιγμές της ζωής του, κάτι που προσπαθώ να καλύψω τώρα με τις βαφτισιμιές και τα ανίψια μου. Δεν απόλαυσα τον γιο μου, τον άνθρωπο που αγαπώ περισσότερο στον κόσμο», λέει συγκινημένος για τον Μάριο, στην αγκαλιά του οποίου γιόρτασε την επική νίκη επί της Μπόντο Γκλιμτ.
Πλέον στον ορίζοντα εμφανίζεται η κατά πολλούς κορυφαία ομάδα στην Ευρώπη αυτή τη σεζόν: η Αρσεναλ του παλιού γνώριμου Βίκτορ Γκιόκερες, τον οποίο ο Μπόρζες περιμένει με ανοιχτές αγκάλες και ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης για τη συνεργασία λίγων μηνών που είχαν στη Σπόρτινγκ, προτού ο Σουηδός επιθετικός μετακομίσει στην Αρσεναλ αντί 73,5 εκατ. ευρώ.
Ο ίδιος, παρότι πλέον έχει ένα συμβόλαιο που του αποφέρει πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ (μεικτά) τον χρόνο, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ένα ρολόι Casio των 20 ευρώ, το οποίο είχε αγοράσει σε ένα μαγαζί στην κεντρική πλατεία της γενέτειράς του.
Οποτε το κοιτάει, δεν το κάνει μόνο για να βλέπει την ώρα, αλλά για να θυμάται ότι έφτασε μέχρις εδώ με ταπεινότητα και χωρίς ποτέ να αφήσει τα μυαλά του να πάρουν αέρα, παρότι πλέον το όνομά του «παίζει» για ομάδες σπουδαιότερων πρωταθλημάτων, αφού δείχνει εμπράκτως ότι είναι άξιος διάδοχος της πορτογαλικής προπονητικής σχολής που έγινε της μόδας κυρίως από τη στιγμή που έκανε το «μπαμ» ο Ζοσέ Μουρίνιο.
«Δεν υπήρξα μεγάλος παίκτης, δεν σπούδασα, είμαι απλώς ο Ρουί Μπόρζες από τη Μιραντέλα, με όλα τα μειονεκτήματα, όλες τις αρετές, ένα παιδί που πίστεψε σε ένα όνειρο και έσπειρε τον δρόμο του με αξία και ικανότητα», ήταν τα πρώτα λόγια του μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος πριν από λίγους μήνες.
Εκείνη την επιτυχία, όπως και αυτή επί της Μπόντο, την πανηγύρισε τρώγοντας το αγαπημένο φρούτο του, το ρόδι. «Ο παππούς μου δεν είχε ποτέ πολλά υπάρχοντα, αλλά είχε μια ροδιά στο σπίτι και μου έφερνε σακούλες γεμάτες. Ηταν ο τρόπος του να μου δείξει ότι με αγαπούσε», θυμάται για το πώς απέκτησε λατρεία στα ρόδια. Εσχάτως, στο τιμόνι της Σπόρτινγκ, αποκτά τη συνήθεια της νίκης, απαντώντας στις κριτικές όπως οφείλει να κάνει: με τη δουλειά του.
