Το προηγούμενο διάστημα έγιναν viral και συζητήθηκαν πολύ δύο κείμενα με θέμα την τεχνητή νοημοσύνη. Το ένα ήταν ένα εκτενέστατο δοκίμιο του CEO της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, στο οποίο χαρτογραφεί τους μεγάλους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη γρήγορη ανάπτυξη των πανίσχυρων εργαλείων ΑΙ που, κατά τη γνώμη του, έρχονται στο κοντινό μέλλον. Μεταξύ άλλων, ο Αμοντέι προβλέπει ότι μέσα στα επόμενα 1 έως 5 χρόνια το 50% των θέσεων εργασίας των υπαλλήλων γραφείου θα μπορούν να αντικατασταθούν από ΑΙ. Προβλέπει ακόμα ότι χάρη σε αυτά τα νέα θαυματουργά εργαλεία που θα είναι σύντομα διαθέσιμα, το παγκόσμιο ΑΕΠ θα εκτοξευθεί +10 ή και 20% πάνω από τα σημερινά του επίπεδα. Επίσης, ότι μέσα στα επόμενα 5-10 χρόνια χάρη στην ΑΙ θα παραχθεί όση επιστημονική γνώση είχε παραχθεί στα προηγούμενα 100. Ετσι πιστεύει. Και το πιστεύει αυτό επειδή θεωρεί ότι τα εργαλεία που έχουμε σήμερα, το Claude της δικής του εταιρείας, αλλά και τα άλλα αντίστοιχα άλλων εταιρειών, αναπόφευκτα θα εξελιχθούν πολύ γρήγορα σε «γενικές» τεχνικές νοημοσύνες, σε εργαλεία που δεν μπορούν μόνο να απαντάνε ερωτήσεις και να φτιάχνουν εικονούλες και βιντεάκια, αλλά μπορούν να κάνουν λίγο-πολύ ό,τι κάνει ένας άνθρωπος στον ψηφιακό κόσμο, και ακόμα καλύτερα. Παρόμοια είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στους FT και ένας άλλος ειδικός του κλάδου, ο συνιδρυτής της Deep Mind, Μουσταφά Σουλεϊμάν, ο οποίος βάζει το χρονικό ορίζοντα της αντικατάστασης των μισών υπαλλήλων γραφείου στους 18 μήνες. Το άλλο viral κείμενο των προηγούμενων εβδομάδων για το θέμα το έγραψε ένα πολύ χαμηλότερο στέλεχος στην αγορά της τεχνητής νοημοσύνης, ένας κύριος ονόματι Ματ Σούμερ, που προέβλεπε τα ίδια αλλά με πολύ πιο δραματικό τόνο και σε πολύ πιο στενό χρονικό πλαίσιο. Η μεγάλη ανατίναξη της αγοράς εργασίας έρχεται οσονούπω, από στιγμή σε στιγμή, λέει αυτός. Είναι θέμα χρόνου.
Μπορεί να είναι και έτσι.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και άλλοι που πιστεύουν ότι η ΑΙ είναι μια πολύ σημαντική, αλλά «κανονική» τεχνολογία. Πολύ ισχυρή, που θα δημιουργήσει εξαιρετικά εργαλεία και θα βελτιώσει την παραγωγικότητα, που θα χτίσει σημαντικές εταιρείες και χάρη στην οποία κόσμος θα βγάλει λεφτά, αλλά που, τελικά, δεν θα τινάξει στον αέρα την αγορά εργασίας. Δεν θα προκαλέσει επανάσταση σε ολόκληρη την οικονομία. Δυο ερευνητές που έγραψαν το αντίστοιχο paper πέρυσι το είπαν έτσι: «a normal technology», όπως άλλες στο παρελθόν. Και πολλοί ειδικοί έχουν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν αυτή η φουρνιά των LLMs μπορεί όντως να οδηγήσει σε πλήρη «γενική» τεχνητή νοημοσύνη (AGI). Ο Γιαν Λε Κουν, ο βετεράνος ερευνητής, εκ των «πατέρων» της πρόσφατης φουρνιάς εργαλείων ΑΙ, που εργαζόταν μέχρι πρότινος στη Meta, τώρα δίνει συνεντεύξεις δεξιά και αριστερά τονίζοντας πως τα LLMs δεν μπορεί να οδηγήσουν στην AGI. Θα χρειαστούν άλλες τεχνικές, άλλα άλματα για να φτάσουμε έως εκεί, πολύ αργότερα.
Μόνο η μία από τις δύο πλευρές έχει δίκιο.
Δύο πράγματα θέλω να σας γράψω σήμερα εδώ. Πρώτον, ότι κανένα από αυτά τα δύο σενάρια δεν είναι καλό για τον κόσμο μας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Απλά στη μία οι κίνδυνοι είναι μερικές τάξεις μεγέθους μεγαλύτεροι από ό,τι στην άλλη. Το άλλο πράγμα που θέλω να σας γράψω είναι πως η ανάπτυξη αυτών των εργαλείων από την πρώτη κατηγορία, από αυτούς που πιστεύουν πως καλπάζουμε προς την AGI, και πως όπου να ’ναι θα εκτιναχθεί η παγκόσμια οικονομία σε νέα αναπτυξιακά ζενίθ (ή στον αέρα), έχει ήδη σοβαρές συνέπειες στον κόσμο μας, και έχει ανατρέψει μια βασική, θεμελιώδη αλήθεια που όλοι πιστεύαμε για την τεχνολογία εν γένει.
Αλλά ας ξεκινήσουμε από το πρώτο. Ποιος έχει δίκιο; Ο Αμοντέι, ο Σουλεϊμάν και ο Σούμερ, ή ο Γιαν ΛεΚουν;
Πού να ξέρω εγώ. Πού να ξέρουμε εμείς. Οι ειδικοί της πρώτης κατηγορίας, που βλέπουν την ανάπτυξη αυτών των εργαλείων από μέσα, είναι εξ ορισμού αρμόδιοι να κρίνουν καλύτερα. Αλλά, αφενός και η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει ανθρώπους «από μέσα» και αφετέρου τα «red flags» των προβλέψεων της πρώτης κατηγορίας είναι σημαντικά. Πρώτα απ’ όλα, οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές τις εταιρείες βασίζονται στις υποσχέσεις. Είναι υποχρεωμένοι να υπόσχονται ένα μέλλον με αδιανόητο πολλαπλασιασμό της παραγωγικότητας, με μηχανές καλύτερες από τους ανθρώπους και με μια ραγδαία αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία επειδή, όπως έχουμε ξαναγράψει, αν αυτό δεν συμβεί, τότε οι επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων σε datacentres και υποδομές που γίνονται σήμερα και που έχουν ήδη γίνει, απλά θα σκάσουν. Οπότε έχουν ατομικό συμφέρον να φουσκώνουν λίγο τις υποσχέσεις, για να κρατάνε ζεστούς τους επενδυτές, από τους οποίους όλες οι (ζημιογόνες, στο σύνολο τους) εταιρείες τους εξαρτώνται. Παράλληλα, οι περισσότεροι από αυτούς είναι μηχανικοί ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ξέρουν τους χρόνους στη δική τους αγορά, και την επίπτωση που μπορούν να έχουν μικρές ή μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές στα εργαλεία, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Αλλά μοιάζουν πάντα να υποτιμούν το πώς λειτουργούν άλλες αγορές προϊόντων ή υπηρεσιών. Το έχω συζητήσει πολλές φορές με ανθρώπους οι οποίοι έχουν εταιρείες που φτιάχνουν πράγματα, υλικά, στον πραγματικό κόσμο. Και ακούνε αυτά που λένε οι ειδήμονες στο λογισμικό και κουνάνε λίγο το κεφάλι με συγκατάβαση. Γιατί στον πραγματικό κόσμο υπάρχει τριβή. Αλλου τύπου εμπόδια. Υπάρχουν αδειοδοτήσεις, δοκιμές, βλάβες, μηχανήματα, διαδικασίες. Ακόμα και σημαντικές τεχνολογικές εφαρμογές παίρνει πολλά χρόνια να περαστούν στην πραγματική παραγωγική διαδικασία και να έχουν σημαντική επίπτωση στον φυσικό κόσμο και την ευρύτερη οικονομία. Και άνθρωποι που έχουν δουλέψει σε πάγκο εργαστηρίου ακούνε τις εξαγγελίες περί «επιστημονικής γνώσης ενός αιώνα μέσα στα επόμενα 5-10 χρόνια» και γελάνε.
Αλλά να σας πω κάτι; Μπορεί να έχουν δίκιο. Αν έχουν δίκιο, και αν όντως είμαστε το παρά πέντε της εμφάνισης τόσο εξελιγμένων και ισχυρών ΑΙ, το πρόβλημα της οικονομικής αναταραχής είναι ίσως το λιγότερο. Γιατί εφόσον εξαπολύσουμε στην ανθρωπότητα πανίσχυρες μη ανθρώπινες νοημοσύνες, με τους θεσμούς ελέγχου και τις προδιαγραφές ασφάλειας που έχουμε διαθέσιμες σήμερα, ζήτω που καήκαμε. Ο Μουσταφά Σουλεϊμάν τα γράφει ωραία στο βιβλίο του, για το οποίο σας έχω γράψει, και ο Αμοντέι αναφέρει και αυτός τους κινδύνους αναλυτικά στο δοκίμιό του. Εχει εκδοθεί πρόσφατα και ένα άλλο βιβλίο γι’ αυτό το σενάριο, που έχει βάλει το συμπέρασμα των συγγραφέων αυτούσιο στον τίτλο: «If Anyone Builds It, Everyone Dies».
Αλλά αν κάνουν λάθος, και η τεχνητή νοημοσύνη είναι απλά άλλη μια «κανονική» τεχνολογία, τότε πάλι έχουμε πρόβλημα. Γιατί τότε θα έχουμε μια φούσκα, η οποία, ελλείψει θαυματουργών AGI που θα εκτοξεύουν το ΑΕΠ σε διψήφια νούμερα, κάποια στιγμή θα σκάσει.
Αλλά δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι τότε. Το δεύτερο πράγμα που ήθελα να σας γράψω σήμερα είναι οι οικονομικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στην αγορά της τεχνολογίας σήμερα. Πρόκειται για μια σοβαρή και πρωτοφανή στροφή, που δεν συζητιέται όσο θα έπρεπε. Μια στροφή, μάλιστα, προς τη λάθος κατεύθυνση.
Σκεφτείτε την αγορά της μνήμης RAM. Η μνήμη RAM είναι η «προσωρινή» μνήμη του υπολογιστή, εκεί που αποθηκεύονται δεδομένα για μικρό χρονικό διάστημα, καθώς ο επεξεργαστής κάνει τους υπολογισμούς του. Εδώ και δεκαετίες είχαμε συνηθίσει σε μια λειτουργία της αγοράς τόσο προβλέψιμη και επαναλαμβανόμενη, που έμοιαζε με φυσικό νόμο: οι τιμές έπεφταν. Κυκλοφορούσαν όλο και γρηγορότεροι επεξεργαστές, όλο και μεγαλύτεροι σκληροί δίσκοι, όλο και καλύτερα τσιπάκια με περισσότερη και ταχύτερη RAM, και όλα ολοένα και πιο φτηνά. Ο πρώτος υπολογιστής που μου αγόρασαν οι γονείς μου ως παιδάκι κόστιζε 350.000 δραχμές, σχεδόν 1.000 ευρώ, κοντά στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Πριν από λίγα χρόνια είχαμε φτάσει στο σημείο με 200-300 ευρώ να μπορεί κανείς να αγοράσει έναν πλήρη υπολογιστή, κυριολεκτικά χιλιάδες φορές ισχυρότερο από εκείνον που είχα πάρει εγώ τότε. Αλλά τώρα, για πρώτη φορά στην ιστορία τεχνολογίας, αυτό αλλάζει. Οι τιμές στους επεξεργαστές, αλλά και στη RAM, αυξάνονται. Γιατί; Επειδή υπάρχει τεράστια ζήτηση για μνήμες RAM από τις εταιρείες που φτιάχνουν γιγάντια datacentres για ΑΙ. Στους servers των datacentres χρησιμοποιείται μια ειδική μορφή μνήμης, βεβαίως (DDR5 ή, καλύτερα, HBM) πολύ συγκεκριμένων προδιαγραφών, που δεν είναι ίδια με αυτή που χρησιμοποιείται στους οικιακούς υπολογιστές ή τα κινητά τηλέφωνα. Αλλά στον κόσμο μας υπάρχουν μόνο τρεις εταιρείες που φτιάχνουν τσιπάκια μνήμης: δυο κορεατικές (η Samsung και η SK Hynix) και η αμερικανική Micron. Τέτοιες εταιρείες δεν έχουν τεράστια ευελιξία να αυξήσουν την παραγωγή τους απότομα. Φτιάχνουν καινούργια εργοστάσια, αναβαθμίζουν τις γραμμές παραγωγής, αλλά αυτό παίρνει χρόνια. Δεν μπορούν από τη μία μέρα στην άλλη να βγάζουν διπλάσια τσιπάκια. Οπότε, καθώς η ζήτηση για τις (πιο ακριβές, με μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους) κατάλληλες για datacentres μνήμες αυξανόταν ραγδαία τα τελευταία χρόνια, οι εταιρείες έστρεψαν την παραγωγή τους προς τα εκεί. Και έτσι η παραγωγή τσιπ μνήμης για τις υπόλοιπες χρήσεις (που, θυμίζω, περιλαμβάνει και διάφορες άλλες συσκευές, όπως όλα τα κινητά τηλέφωνα στον κόσμο) μειώθηκε, και οι τιμές, για πρώτη φορά στην ιστορία, άρχισαν να αυξάνονται. Κι όχι 10%. Μια συγκεκριμένη επέκταση μνήμης 32GB DDR4 που το 2020 κόστιζε 170 ευρώ, σήμερα μπορείτε να τη βρείτε στα καταστήματα με 342 ευρώ. Κι αυτό φυσικά δεν έχει συνέπειες μόνο σε όσες και όσους θέλουν να αγοράσουν επέκταση μνήμης για το gaming PC τους, αλλά σύντομα θα το δούμε να αντανακλάται στο κόστος του επόμενου λάπτοπ σας ή του επόμενου κινητού σας τηλεφώνου. Από ό,τι φαίνεται, πριν από την AGI, πριν οι τεχνητές νοημοσύνες φτάσουν στο σημείο να μας κλέψουν τη δουλειά, να μας υποδουλώσουν ή να μας μετατρέψουν σε συνδετήρες, χειροτερεύουν τη ζωή μας με άλλο, ηπιότερο, αλλά ύπουλο τρόπο.
Μας κάνουνε τα γκάτζετ ακριβότερα.
