Το Oinoscent στην οδό Βουλής είναι από τα μέρη που μας κάνουν να θυμόμαστε γιατί τα wine bars όταν πρωτοεμφανίστηκαν στην Αθήνα, λειτούργησαν σαν «κανάλι» για να ανοίξει το κρασί στον κόσμο. Πρώτα ο Δάνης Αγαπητός και ύστερα μαζί με τον Aρη Σλαβενίτη έφεραν το κρασί σαν κάτι καθημερινό, ζωντανό, κοινωνικό. Ενα ραντεβού με ένα ποτήρι στο χέρι, μια συζήτηση με μια φιάλη στο τραπέζι. Το Oinoscent ξεκίνησε το 2008, είναι στο ίδιο σημείο από το 2012 και σήμερα είναι ένα καθιερωμένο στέκι που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, ωστόσο κάνει ό,τι χρειάζεται για να μένει σε φόρμα. Οσοι αγαπάτε το κρασί, περάστε.

Αφορμή για την επίσκεψη ήταν τα γενέθλια της Α. (της αρέσει το κρασί, άρα το μέρος είχε ήδη κλείσει). Από την τελευταία φορά που πήγα, τον Οκτώβριο, αυτό που άλλαξε ουσιαστικά είναι το φαγητό: ναι, μπορείς να πας απλώς για ένα ποτήρι στο μπαρ, ξεροσφύρι ή με ελιές και κάποιο από τα ωραία τυριά τους, αλλά πλέον υπάρχει κι ένα πολύ αξιόλογο σνακ μενού με μικρά πιάτα—ιδανικά τόσο για να τσιμπήσεις στο μπαρ όσο και για να ξεκινήσεις ένα κανονικό γεύμα. Μπορείς να απολαύσεις ένα ολοκληρωμένο δείπνο, ή μπορείς να έρθεις να πάρεις μια φιάλη από το κελάρι τους και να φύγεις για το σπίτι, καθώς λειτουργεί και ως κάβα. Με άλλα λόγια: οι επιλογές για τη βραδιά άνοιξαν πολύ. Το νέο του προφίλ, ειδικά αν συνυπολογίσεις πόσο ανέβηκε το φαγητό, θυμίζει περισσότερο ένα μοντέρνο resto με ασύλληπτη κάβα ενώ ταυτόχρονα παραμένει ένα εξαίσιο wine bar για κρασί.

Πήγαμε Τετάρτη βράδυ με βροχή… καρέκλες, ωστόσο είχε αυτή την ωραία αύρα, εντός κι εκτός: κόσμος που έμπαινε βρεγμένος και αμέσως χαλάρωνε, ποτήρια που τσούγκριζαν, φελλοί που άνοιγαν πού και πού. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό είναι το soundtrack του Oinoscent, μαζί με τις συζητήσεις των διπλανών τραπεζιών. (Συγγνώμη, δεν θυμάμαι αν έχει μουσική, αλλά, δεν μας έλειψε).
Ο σεφ τους, Γιάννης Τσικουδάκης, έκανε μια πιο ριζική αναβάθμιση μαγειρεύοντας πιο απλά, πιο καθημερινά και με πιάτα που ο κόσμος αναγνωρίζει από τη διεθνή κουζίνα, όπως το βιτέλο τονάτο, ένα steak πιπεριού, όλα φιλικά προς το κρασί.
Εμείς ξεκινήσαμε με ελιές gordal, χοντρούτσικες, σφιχτόσαρκες, πράσινες. Πήραμε την τερίνα, που έρχεται με αγγουράκι πίκλα, μαγιονέζα, μουστάρδα και βουτυρένιο ψωμάκι, για να στήσεις μόνος σου την ιδανική μπουκιά με λίγο απ’ όλα. Πήραμε και ψωμί με χούμους.

Οι μπρουσκέτες από το snack μενού με λαρδί, δεντρολίβανο και θυμαρίσιο μέλι ήταν από τις πιο δυνατές γεύσεις της βραδιάς. Γλυκό/αλμυρό/αρωματικό που σε κάνει να θες να ξαναπιείς αμέσως μια γουλιά.
Μετά περάσαμε στο κυρίως μενού, που έχει πιάτα πιο μεγάλα, για μοίρασμα. Από το παλιό μενού έχουν κρατήσει τα ευπώλητα χτένια ( υπάρχουν πιάτα-σταθερές που ο κόσμος τα ζητάει, κι αν τα βγάλεις τους κακοφαίνεται). Πήραμε μια πράσινη σαλάτα με φρέσκο τυράκι και πολλά διαφορετικά χόρτα και από την ισπανική cava του 2019 (49 ευρώ) περάσαμε στα ζυμαρικά και σε μια πολύ φινετσάτα με οξειδωτικές νύξεις λευκή Ριόχα, μια Viura (36 ευρώ) που έσβησε τη λιπαρότητα της pasta με την αλμύρα της. Xειροποίητα φετουτσίνε αλφρέντο με βούτυρο αλλά και τορτελόνι με ανθότυρο, βούτυρο και φασκόμηλο, με πασπαλισμένη γύρη – ίσως και αχρείαστη γευστικά, πολύ ταιριαστή αισθητικά. Στο τέλος, pepper steak με τηγανητές πατάτες. Μικρή προσωπική σημείωση: θα το προτιμούσα χωρίς αυτό το απαλό, σαν χιονάκι, τριμμένο τυρί από πάνω, αλλά αυτό είναι προσωπικό γούστο και όχι λόγος να μην το πάρει κάποιος.

Το κρασί, εδώ, εξακολουθεί να είναι η μεγάλη υπόθεση. Οι καταρτισμένοι σομελιέ προτείνουν αυτό που θα ταιριάξει πρώτα σε σας και μετά στο φαγητό — ιδανικά και στα δύο. Πάντα στο σωστό ποτήρι, στη σωστή θερμοκρασία, με την άνεση ανθρώπων που ξέρουν χωρίς να γίνονται κουραστικοί ή ξερόλες.
Οι επιλογές σε ποτήρι αλλάζουν μία φορά την εβδομάδα. Η λίστα έχει περίπου 1.000 ετικέτες από όλο τον κόσμο — 70% ξένες, 30% ελληνικές. Αυτό δεν σημαίνει λίγα ελληνικά κρασιά, μιλάμε για πάνω από 300 ελληνικές ετικέτες. Εχουν επίσης κρασιά που τα παλαιώνουν εδώ και τα βγάζουν, ενώ κάποια τα έχουν ακόμα… κρυμμένα (και αυτό, μεταξύ μας, είναι από τα πιο ωραία πράγματα σε μια σοβαρή κάβα, η αίσθηση ότι κάτι περιμένει την κατάλληλη στιγμή).

Η Α. έσβησε το κεράκι της πάνω σε ένα αφράτο γλυκό με καρύδα και μοσχολέμονο όσο οι άλλες βουτήξαμε σε ένα μεταλλικό ποτηράκι με κάτι σοκολατένιο και καραμελένιο. Φύγαμε χορτασμένες, ψυχαγωγημένες, φροντισμένες. Οπως θέλουμε να επιστρέφουμε από κάθε έξοδο.
Oinoscent, Βουλής 45-47, Σύνταγμα, Τ/210-32.29.374
*Τα καταστήματα και τα προϊόντα που προτείνονται είναι επιλογές της δημοσιογράφου και δεν έχουν εμπορικό σκοπό.
