Τα πέναλτι είναι λοταρία. Αν μπουν, είσαι θριαμβευτής, αν όχι, είσαι αποτυχημένος. Μια απαραίτητη, αλλά επί της ουσίας άδικη διαδικασία που μπορεί να κρίνει τη δουλειά ενός προπονητή και την επιτυχία του (ή όχι) στο τιμόνι μιας ομάδας.
Ο Σεσκ Φάμπρεγας δεν άφηνε ποτέ τίποτα στην τύχη του. Ούτε ως ποδοσφαιριστής, όντας ένας από τους κορυφαίους κεντρικούς μέσους της γενιάς του, ούτε τώρα ως προπονητής, που θεωρείται κατά πολλούς, και όχι άδικα, ως ο επόμενος σπουδαίος καθοδηγητής, στα χνάρια των Ζοσέ Μουρίνιο, Πεπ Γκουαρδιόλα, Γιούργκεν Κλοπ και πάει λέγοντας.
Ως παίκτης, όμως, έκρινε μια διαδικασία πέναλτι που άλλαξε για πάντα την ιστορία της εθνικής Ισπανίας, όταν στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2008 σφράγισε από την άσπρη βούλα την πρόκριση εις βάρος της Ιταλίας στα προημιτελικά και αποτίναξε μια για πάντα τη στάμπα του λούζερ που ακολουθούσε μόνιμα τους «φούριας ρόχας».
Ο Σεσκ υπήρξε επιφανές μέλος της ομάδας που έγραψε ιστορία με τη διαδοχική κατάκτηση δύο Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων και ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, καθοδηγούμενος από δύο προπονητές που τον σημάδεψαν.
Αποτελώντας τον ιδανικό τεχνικό, θα έπαιρνε από τον αείμνηστο Λουίς Αραγονές τον τρόπο που μετέδιδε στους ποδοσφαιριστές του το μήνυμα που ήθελε να τους περάσει για έναν αγώνα ή για μια κατάσταση και από τον Βιθέντε Ντελ Μπόσκε το πώς διάβαζε τα παιχνίδια και ήξερε να κάνει τις σωστές κινήσεις για να αλλάξει ή να διατηρήσει αυτό που εξυπηρετούσε περισσότερο την ομάδα του.
Ο Φάμπρεγας είχε την τύχη να συνεργαστεί με μερικούς από τους κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών, και θα κρατούσε την τακτική προσέγγιση από τον Πεπ Γκουαρδιόλα, τη διαχείριση ομάδας – αποδυτηρίων των Αρσέν Βενγκέρ – Ζοσέ Μουρίνιο και τη φιλοσοφία παιχνιδιού των Βενγκέρ – Γκουαρδιόλα.
Ως προπονητή, μια διαδικασία πέναλτι ενδέχεται να αποδειχθεί το σημείο αναφοράς για τον Σεσκ, ο οποίος το βράδυ της Τρίτης (10/02) οδήγησε την (πολύ ελκυστική) Κόμο του στα ημιτελικά του Κυπέλλου Ιταλίας για πρώτη φορά έπειτα από σαράντα ολόκληρα χρόνια.
Την τελευταία φορά που η ομάδα με την έδρα κοντά στην πανέμορφη λίμνη έφτανε μια ανάσα από τον τελικό του Coppa Italia, το 1986 (τότε είχε αποκλειστεί από την Σαμπντόρια), ο Φάμπρεγας δεν είχε καν γεννηθεί! Θα το έκανε περίπου έναν χρόνο αργότερα.
«Πριν από τα πέναλτι, ευχαρίστησα τους παίκτες που μου έδωσαν αυτή την εμπειρία και ως προπονητή» εξήγησε μετά το ιστορικό 8-7 επί της Νάπολι μέσα στο «Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα», χάρη στο οποίο η Κόμο, η οποία το 2024 επέστρεψε στη Serie A ύστερα από 21 χρόνια, απέκλεισε την πρωταθλήτρια Ιταλίας.
Eνα ακόμα παράσημο για τον νεόκοπο προπονητή, ο οποίος βρήκε την «Ιθάκη» του στην ιταλική πόλη όπου, ύστερα από μια λαμπρή καριέρα σε Αρσεναλ, Μπαρτσελόνα, Τσέλσι και Μονακό, κρέμασε τα παπούτσια του, αρχικά έγινε για λίγο προπονητής της δεύτερης ομάδας, στη συνέχεια υπηρεσιακός στην πρώτη και, αφού έβγαλε το απαραίτητο δίπλωμα, ανέλαβε κανονικά.
«Ηθελα η μετάβαση παίκτη – προπονητή να είναι γρήγορη, και η Κόμο μού προσέφερε όλα όσα ήθελα, ένα πλήρες πακέτο», εξηγεί για μια διαδικασία που στην αρχή τον άγχωνε πολύ, αλλά στη συγκεκριμένη ομάδα τη βίωσε πολύ ομαλά, τόσο ο ίδιος όσο και η πολυμελής οικογένειά του, αφού με τη σύζυγό του, Ντανιέλα Σέμααν, έχουν δύο κορίτσια και ένα αγόρι, ενώ η κυρία Φάμπρεγας έχει άλλα δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο με τον Λιβανέζο μεγιστάνα του real estate, Ελι Τακτούκ.
Στη Νάπολη, παρότι η πρόκριση κρίθηκε στη λοταρία των πέναλτι, ο Φάμπρεγας παρέδωσε άλλο ένα μάθημα τακτικής, εφαρμόζοντας ασφυκτικό πρέσινγκ ψηλά, χωρίς να χρησιμοποιεί κλασικό σέντερ φορ, μικραίνοντας τις αποστάσεις μεταξύ των γραμμών και κλείνοντας τις διόδους δημιουργίας στους οργανωτές της αντίπαλης ομάδας.
Ο Σεσκ είναι «παιδί» των Βενγκέρ και Γκουαρδιόλα, θέλει η ομάδα του να κυριαρχεί μέσω της κατοχής της μπάλας και της καλής κυκλοφορίας, αλλά φροντίζει να μην περιορίζεται τακτικά, αφού η Κόμο συνδυάζει παιχνίδι κυκλοφορίας με γρήγορο transition και, εφόσον χρειαστεί, ακόμα και βαθιές μπαλιές ψάχνοντας την πλάτη της άμυνας.
Η ομάδα διαθέτει τη δεύτερη καλύτερη άμυνα της Serie A πίσω από τη Ρόμα, είναι σταθερά στην πρώτη εξάδα της βαθμολογίας και διεκδικεί με αξιώσεις τόσο το παρθενικό της εισιτήριο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις όσο και τον πρώτο της τίτλο, έστω και αν στα (διπλά) ημιτελικά του Κυπέλλου θα βρει απέναντί της την πολύ ισχυρή Ιντερ.
Αυτό, όμως, δεν τρομάζει τον Φάμπρεγας, ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι το στυλ της ομάδας το καθορίζουν οι παίκτες και αυτός προσαρμόζεται σε αυτό που διαθέτει, αλλά από τότε που ανέλαβε την Κόμο, οι μεταγραφές γίνονται πάντα σε συνεννόηση με τον ίδιο.
Κάπως έτσι αποκτήθηκαν νεαροί και πολλά υποσχόμενοι παίκτες όπως ο Νίκο Πας, ο Τάσος Δουβίκας, ο Χεσούς Ροντρίγκεθ, ο Μάρτιν Μπατούρινα ή ο Ασανέ Ντιαό, οι οποίοι υπό τις οδηγίες του Καταλανού προπονητή εξελίσσονται και προοδεύουν συνεχώς. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κόμο προστέθηκε στη λίστα των «μνηστήρων» του Κωνσταντίνου Καρέτσα, αφού φαντάζει ιδανικό μέρος για να εξελιχθεί ακόμα περισσότερο ο θαυματουργός 18χρονος Ελληνας μεσοεπιθετικός.
Στο γήπεδο «Τζουσέπε Σινιγκάλια», χωρητικότητας 13.602 θεατών, το οποίο οι νέοι ιδιοκτήτες φιλοδοξούν να αντικαταστήσουν έως το 2028 με ένα νέο γήπεδο είκοσι χιλιάδων θέσεων, έχουν δώσει το «παρών» πολλοί κινηματογραφικοί αστέρες που έχουν βίλες στο Κόμο ή είναι απλώς καλοί φίλοι των ιδιοκτητών, όπως ο Eντριεν Μπρόντι, η Κίρα Νάιτλι ή ο Χιου Γκραντ.
Το πραγματικό αστέρι της ομάδας, όμως, είναι ο Φάμπρεγας, για τον οποίο ο άλλοτε προπονητής του Παναθηναϊκού, Αντρέα Στραματσιόνι, είχε πει ότι «έχει τον χαρακτήρα του Αντόνιο Κόντε, το ποδόσφαιρο του Πεπ Γκουαρδιόλα και την ηγετική φυσιογνωμία του Ζοσέ Μουρίνιο».
Ενα άκρως εγκωμιαστικό σχόλιο για έναν νεαρό τεχνικό που κάνει τα πρώτα, διόλου δειλά, βήματα στον χώρο και δείχνει έτοιμος για μεγαλύτερες προκλήσεις. Στην αρχή της σεζόν, η Μπάγερ Λεβερκούζεν τον προσέγγισε για να διαδεχθεί τον Ερικ Τεν Χαγκ, αλλά προτίμησε να μείνει στην Κόμο, γιατί θεωρεί ότι ακόμα δεν έχει ολοκληρώσει το έργο του.
Το όνομά του «παίζει» για την άλλοτε ομάδα του, την Τσέλσι, αλλά και ως υποψήφιου διαδόχου του Γκουαρδιόλα στη Μάντσεστερ Σίτι, όταν ο Πεπ αποφασίσει ότι ήρθε το τέλος της συνεργασίας του με τους «πολίτες».
Στην Ιταλία, η κουλτούρα που κυριαρχεί στο ποδόσφαιρο είναι αυτή της νίκης. Ο Φάμπρεγας έχει φέρει έναν νέο, φρέσκο αέρα και προσεγγίζει αλλιώς το άθλημα, το οποίο λατρεύει, αφού κάθε μέρα, πέρα από τη δουλειά του στην Κόμο, βρίσκει χρόνο για να παρακολουθεί δύο με τρεις αγώνες.
«Αρχισα να σκέφτομαι ότι θα γίνω προπονητής όταν έκλεισε τα τριάντα μου», εξηγεί οκτώ χρόνια αργότερα και όντας ήδη καθιερωμένος για την πλειονότητα του κόσμου, όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.
