Τον Ιούλιο του 1984, προσγειώθηκε στην Αθήνα για λογαριασμό του Παναθηναϊκού ένας χαρισματικός ποδοσφαιριστής που έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στο «τριφύλλι» ως παίκτης, ως προπονητής και ως μέλος του πράσινου οργανογράμματος.
Ο Βέλιμιρ Ζάετς ήταν ο πρώτος Κροάτης (Γιουγκοσλάβος ακόμα τότε) που φόρεσε την πράσινη φανέλα και, έκτοτε, ακολούθησαν άλλοι 15 συμπατριώτες του, με πιο ξεχωριστές περιπτώσεις αυτές των Αλιόσα Ασάνοβιτς, Γκόραν Βλάοβιτς, Μάριο Γκαλίνοβιτς και Ντάνιελ Πράνιτς.
Ο Αντριάνο Γιάγκουσιτς θα γίνει ο 17ος εκπρόσωπος της βαλκανικής χώρας και, βάσει των προοπτικών του, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους Κροάτες που έπαιξαν ποτέ στον Παναθηναϊκό ειδικότερα και στην Ελλάδα γενικότερα.
Σε ηλικία είκοσι ετών, ο αριστεροπόδαρος μεσοεπιθετικός από την Κοπρίβνιτσα πήρε το όνομά του από τον άλλοτε σπουδαίο Αντριάνο, αφού ο πατέρας του Τίχομιρ, τερματοφύλακας στα νιάτα του, θαύμαζε τον Βραζιλιάνο επιθετικό, ο οποίος μεσουρανούσε την εποχή που γεννήθηκε ο γιος του.
Ενα θαύμα της φύσης που έφτασε στο σημείο να ονομάζεται «αυτοκράτορας» για τα κατορθώματά του κυρίως στην Ιταλία με Πάρμα και Ιντερ, αλλά που διέλυσε πολύ γρήγορα και άδοξα την (ποδοσφαιρική) αυτοκρατορία του, βυθισμένος στο αλκοόλ και στην κατάθλιψη, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα του.
Ο μικρός Αντριάνο κάνει πολύ πιο σταθερά βήματα στην εξέλιξή του, έστω και αν δεν στέριωσε στην κορυφαία ακαδημία της χώρας του, αυτή της Ντιναμό Ζάγκρεμπ, η οποία έβγαλε παγκόσμιους αστέρες όπως ο Ζβόνιμιρ Μπόμπαν, ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι, ο Λούκα Μόντριτς ή ο Γιόσκο Γκβάρντιολ.
Η μητέρα του Ντουμπράβκα οδηγούσε κάθε μέρα μιάμιση ώρα για να καλύψει τα εκατό χιλιόμετρα που χωρίζουν την Κοπρίβνιτσα από το Ζάγκρεμπ, ώστε να πηγαίνει το αγόρι της για προπόνηση. Εφτασε, μάλιστα, στο σημείο να παραιτηθεί από τη δουλειά της για να αφοσιωθεί πλήρως στην προσπάθεια του (ταλαντούχου) παιδιού της να παίξει μπάλα σε επαγγελματικό επίπεδο.
Τελικά, στα 16 του και μετά από επτά χρόνια στην ακαδημία, τον έκοψαν γιατί ήταν «πολύ κοντός», «πολύ αδύναμος». Και, αφότου ο ύψους 1.78 πλέον Γιάγκουσιτς επέστρεψε στη Σλάβεν Μπέλουπο και άρχισε να «ζωγραφίζει» με την μπάλα στα πόδια, η (μετανιωμένη) Ντιναμό επιχείρησε να τον αποκτήσει με μεταγραφή, με προοπτική βεβαίως στο μέλλον να τον μοσχοπουλήσει σε ομάδα της Δυτικής Ευρώπης, όπως κάνει με τα ταλέντα της ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Ο Αντριάνο, όμως, της έκλεισε και αυτός με τη σειρά του την πόρτα, αφού μεταξύ άλλων διαπίστωσε ότι η Ντιναμό είχε οκτώ (!) ποδοσφαιριστές στη θέση του. Και, παρότι από μικρός είναι φίλαθλος της συγκεκριμένης ομάδας, πολύ σωστά σκεπτόμενος προτίμησε αρχικά να παραμείνει στη Σλάβεν για να συνεχίσει τη δουλειά για την εξέλιξή του.
Η προοπτική της ευρωπαϊκής εμπειρίας μέσω του Παναθηναϊκού, όμως, αλλά κυρίως οι κουβέντες με τον προπονητή Ράφα Μπενίτεθ τον έπεισαν να χρησιμοποιήσει το «τριφύλλι» ως σκαλοπάτι για μια μεγάλη καριέρα εκτός κροατικών συνόρων.
Το «τριφύλλι» θα καταβάλει περί τα έξι εκατ. ευρώ (5,2 εκατ. ευρώ ως ποσό μεταγραφής και άλλες 800.000 σε μπόνους επίτευξης στόχων) για το 80% των δικαιωμάτων του, στην πιο ακριβή πώληση στην ιστορία της Σλάβεν και σε μια από τις πιο ακριβές αγορές στην ιστορία του Παναθηναϊκού, ο οποίος με Γιάγκουσιτς, Σαντίνο Αντίνο και Αντρέα Τεττέη αρχίζει να χτίζει μια νεανική ομάδα γεμάτη ταλέντο, ενόψει και της εισόδου του στο νέο γήπεδο.
«Το ταλέντο είναι ένα δώρο από τον Θεό, αλλά πρέπει και ο καθένας να δουλεύει σκληρά», είναι το μότο ζωής του Γιάγκουσιτς, ο οποίος δεν πτοήθηκε από το «στοπ» της Ντιναμό και εξελίχθηκε στον αγαπημένο παίκτη των φιλάθλων της Σλάβεν, οι οποίοι του αφιέρωσαν μέχρι και τραγούδι με τίτλο «Jaga on fire» (Ο «Γιάγκα» πήρε φωτιά).
Χαρισματικός μέσα και έξω από τα γήπεδα, πήρε δίπλωμα που του επιτρέπει να οδηγεί μέχρι και φορτηγό. «Ηδη έχω πει στον οδηγό του πούλμαν της ομάδας ότι, αν αρρωστήσει, μπορούν να ποντάρουν επάνω μου», έλεγε χαμογελώντας, αναφερόμενος στο δίπλωμα οδήγησης που κατέχει.
Στον Παναθηναϊκό δεν θέλουν να οδηγήσει το πούλμαν της ομάδας, αλλά να ξεδιπλώσει στο χορτάρι το ταλέντο που του χάρισε ο Θεός και φρόντισε ο ίδιος να το εξελίξει με πολλή και σκληρή δουλειά, τη στήριξη των γονιών του και της συντρόφου του Σάρα.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο απέχει κάτι περισσότερο από 120 ημέρες, φαντάζει δύσκολο να είναι στην αποστολή της Κροατίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού μέχρι τώρα έχει παίξει μόνο με τη Νέων, αλλά δεν χάνει το κουράγιο και την ελπίδα του.
Μπορεί, άλλωστε, να μην έχει αγωνιστεί ακόμα δίπλα σε ινδάλματά του όπως ο Μόντριτς (το άλλο είναι ο Κριστιάνο Ρονάλντο λόγω της πειθαρχίας και της δουλειάς του), αλλά ο ομοσπονδιακός προπονητής Ζλάτκο Ντάλιτς τον έχει καλέσει σε προεπιλογές, δείχνοντας ότι τον υπολογίζει για την επόμενη ημέρα της εθνικής ομάδας.
«Παίζει εξαιρετικά, δείχνει την ποιότητά του σε κάθε αγώνα και έχει αυτό που χρειαζόμαστε, δηλαδή ταχύτητα, δυναμισμό, εκρηκτικότητα και πολύ καλό σουτ. Αν συνεχίσει έτσι, θα περιμένει πρόσκληση για την εθνική ομάδα», επισήμανε ο τεχνικός που οδήγησε την Κροατία στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2018 και στην τρίτη θέση του Μουντιάλ του 2022.
Το παιχνίδι του τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών συλλόγων και σκάουτ από Μπαρτσελόνα, Μαρσέιγ, Λειψία και Μπάγερ Λεβερκούζεν πήγαν στο γήπεδο της Σλάβεν για να τον δουν από κοντά.
Βρέθηκε μια ανάσα από τη μεταγραφή του στη Βέρντερ Βρέμης, με τις πληροφορίες να μιλούν για επτά εκατ. ευρώ. Την τελευταία στιγμή, η μεταγραφή χάλασε και ο Αντριάνο δεν φόρεσε ποτέ την πράσινη φανέλα της γερμανικής ομάδας. Το πράσινο, όμως, φαίνεται πως ήταν το πεπρωμένο του…
