Οταν σκεφτόμαστε ή συζητάμε για τη στεγαστική κρίση ή για το πόσο χάλια είναι οι ελληνικές πόλεις σήμερα, σχεδόν πάντα παραγνωρίζουμε διάφορους σημαντικούς παράγοντες που οδήγησαν τις πόλεις στη μορφή που έχουν τώρα, και το κτιριακό δυναμικό σε αυτό που είναι σήμερα. Οποια ή όποιος ενδιαφέρεται για αυτά τα θέματα, ας πούμε, είναι καλό να έχει διαβάσει το «37 ιστορίες αθηναϊκών πολυκατοικιών», που κυκλοφόρησε από το Ιδρυμα Ωνάση το 2024 και μάλιστα να συνδυάσει την ανάγνωση με τη θέαση του ντοκιμαντέρ του 2021 «Χτίστες, νοικοκυρές και η οικοδόμηση της σύγχρονης Αθήνας» των Τάσου Λάγγη και Γιάννη Γαϊτανίδη (που είναι διαθέσιμο και στο YouTube), επίσης σε παραγωγή του Ιδρύματος Ωνάση. Και τα δύο έργα μας δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον ρόλο της πολυκατοικίας στη διαμόρφωση της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής ζωής στις πόλεις μας. Εδώ θα σας μιλήσω κυρίως για το βιβλίο.
Και, πριν πούμε τα του περιεχομένου του βιβλίου, χρειάζεται να κάνω μια παρένθεση για να επισημάνω το εξής: είναι ένα από τα πιο καλαίσθητα και καλοσχεδιασμένα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Από το σχήμα, το μέγεθος και το χαρτί μέχρι την εκτύπωση, τα σχήματα και τις φωτογραφίες, είναι ένα αντικείμενο που απολαμβάνει κανείς να κρατά και να ξεφυλλίζει. Πάρα πολύ ωραίο. Κλείνει η παρένθεση.
Το περιεχόμενο, το οποίο γράφουν 26 διαφορετικοί συγγραφείς, έχουν επιμεληθεί οι Ιφιγένεια Δημητράκου, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Θωμάς Μαλούτας και Νικολίνα Μυωφά. Αποτελεί το αποτέλεσμα ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος για το θέμα των πολυκατοικιών. Στο πλαίσιο του προγράμματος οι ερευνητές μελέτησαν 132 πολυκατοικίες της Αθήνας (με 11 διαμερίσματα η καθεμία κατά μέσο όρο) διεξάγοντας 430 συνεντεύξεις με νυν και πρώην κατοίκους και με επαγγελματίες που ζουν και εργάζονται στα κτίρια αυτά. Το βιβλίο περιέχει πολλά στοιχεία και μερικά κείμενα για την ιστορία της αντιπαροχής, για τον κοινωνικό ρόλο της πολυκατοικίας, για τον χαρακτήρα της γειτονιάς και για το πώς διαμορφώθηκε το αστικό τοπίο της Αθήνας με την πάροδο του χρόνου, αλλά κυρίως περιέχει κάτι άλλο: τις ιστορίες 37 συγκεκριμένων αθηναϊκών πολυκατοικιών. Οχι γενικά ή αφηρημένα. Τα 37 συγκεκριμένα κτίρια. Οι ερευνητές μας εξιστορούν τα πάντα από την αρχή. Πώς χτίστηκε η πολυκατοικία, ποιοι έμειναν μέσα μόλις παραδόθηκαν τα διαμερίσματα, τι απέγιναν αυτές οι οικογένειες με την πάροδο των δεκαετιών, ποιοι ζουν εκεί σήμερα. Μέσα από αυτή την πολύ ζωντανή και ανθρώπινη εξιστόρηση, αντιλαμβανόμαστε παραστατικά πόσο θεμελιώδης υπήρξε ο ρόλος της πολυκατοικίας στη διαμόρφωση όχι μόνο της σύγχρονης πόλης, αλλά και των βασικών κοινωνικών δομών. Και, επιπλέον, στον γιγάντιο ρόλο που έπαιξε στην ανάπτυξη της οικονομίας, ως ο κύριος παράγοντας κοινωνικής κινητικότητας στην Ελλάδα τα τελευταία 50-60 χρόνια.
Μερικές φορές ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του κτιριακού δυναμικού της Αθήνας, αλλά και άλλων ελληνικών πόλεων, κατασκευάστηκε κυρίως ανάμεσα στις δεκαετίες 1960-1980 με το διάσημο σύστημα της αντιπαροχής. «Αντιπαροχή» αποκαλείται η εμπορική συνεργασία ανάμεσα σε έναν ιδιοκτήτη γης και έναν κατασκευαστή, όταν κανένας από τους δύο δεν έχει κεφάλαιο. Ο ιδιοκτήτης ενός μικρού οικοπέδου ή μιας παλιάς μονοκατοικίας δεν έχει αρκετά χρήματα για να χτίσει, ο κατασκευαστής δεν έχει αρκετά χρήματα για να αγοράσει τη γη και κανένας από τους δύο δεν έχει πρόσβαση σε δανεισμό από τις τράπεζες. Οπότε τι κάνουν; Μια μεταξύ τους συμφωνία. Ο ιδιοκτήτης της γης παραχωρεί το οικόπεδό του δωρεάν, κι ο κατασκευαστής/εργολάβος χτίζει. Οι δύο συνέταιροι, στη συνέχεια, μοιράζονται τα διαμερίσματα που προκύπτουν σε ένα προαποφασισμένο ποσοστό, και η συνεργασία λύεται. Ο κατασκευαστής πουλάει τα δικά του διαμερίσματα, και με το κεφάλαιο χτίζει την επόμενη πολυκατοικία, σε συνεργασία με άλλον ιδιοκτήτη γης. Ο δε ιδιοκτήτης χρησιμοποιεί κάποιο ή κάποια από τα διαμερίσματα που παίρνει για να ζήσει ο ίδιος και μέλη της οικογένειάς του, και άλλα τα νοικιάζει ή τα πουλάει.
Το ενδιαφέρον με την «αντιπαροχή» (μια από τις «10 μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Ελλάδα») είναι ότι πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που προέκυψε από «τα κάτω». Εκείνη την εποχή ο κόσμος ερχόταν μαζικά στις πόλεις από την επαρχία, ο πληθυσμός μεγάλωνε γρήγορα και δεν υπήρχε κεντρικό σχέδιο. Επιπλέον, δεν υπήρχε κρατικός μηχανισμός και δεν υπήρχαν και χρήματα για να κατασκευαστούν αρκετά νέα σπίτια για να καλυφθεί η ζήτηση.
Και δεν ήταν μόνο η ζήτηση. Ηταν και η προσφορά. Το κίνητρο για τους μικροϊδιοκτήτες των πόλεων ήταν μεγάλο. Ημασταν σε μια εποχή που η Ελλάδα –και ο κόσμος– άλλαζε. Για πρώτη φορά η οικονομία πήγαινε σχετικά καλά. Τεχνολογικές ανακαλύψεις έφερναν μέχρι πρότινος αδιανόητες πολυτέλειες όπως ζεστό νερό, κεντρική αποχέτευση για τα λύματα και θέρμανση στα σπίτια των ανθρώπων. Οι παλιές μονοκατοικίες της Αθήνας σήμερα έχουν αποκτήσει μια ιστορική βαρύτητα που αγγίζει τα όρια του μύθου, αλλά στην πραγματικότητα ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα πολύ παλιές κατασκευές, πολύ κοστοβόρες στη συντήρηση, με προβληματικές ή ανύπαρκτες υποδομές θέρμανσης και δικτύων, με εξωτερικές τουαλέτες και υποτυπώδεις βόθρους. Τα νέα, μοντέρνα διαμερίσματα, με θέρμανση, αξιόπιστη υδροδότηση, ασανσέρ και άλλες ανέσεις ήταν απείρως καταλληλότερα για τις ανάγκες των οικογενειών.
Οι μικρές ιδιοκτησίες, η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος και οι μικρού μεγέθους τεχνικές εταιρείες ήταν οι προϋποθέσεις που οδήγησαν στην αντιπαροχή, τον μόνο τρόπο που βρέθηκε «από την αγορά» για να καλυφθεί αυτή η ανάγκη. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει το κράτος ήταν να μην εμποδίσει αυτού του τύπου τις συμφωνίες, να μη βάλει περιττούς περιορισμούς ή φόρους. Και, πράγματι, το κράτος δεν έφερε κανένα εμπόδιο. Και προέκυψε ένα “win-win” που είχε και πολλές παράπλευρες συνέπειες, βεβαίως. Θετικές και αρνητικές.

Για πολλά χρόνια, η ασχήμια και η αρχιτεκτονική αναρχία της πόλης υπογράμμιζε με έμφαση τις αρνητικές. Η πολυκατοικία της Αθήνας είχε για πολλές δεκαετίες αρνητική εικόνα για λόγους οφθαλμοφανείς. Είναι κτίρια λειτουργικά αλλά κατά κανόνα άσχημα, αφρόντιστα, βρώμικα, συνθέτοντας όλα μαζί ένα αστικό τοπίο θορυβώδες, μίζερο, ανυπόφορο. Αλλά πίσω από την αισθητική πλευρά του πράγματος, κρύβεται ένας κοινωνικός πυρήνας από πολλές απόψεις αξιοθαύμαστος.
Η πρώτη ιστορία του βιβλίου είναι η ιστορία μιας πολυκατοικίας του 1963 στον Αγιο Παντελεήμονα. Η οικογένεια Πανταζή, ένα ζευγάρι με τρία παιδιά, είχε ένα οικόπεδο στην περιοχή το οποίο, με τους πολεοδομικούς κανόνες της εποχής, έχτιζε εξαώροφη πολυκατοικία. Αλλά η οικογένεια δεν είχε αρκετά χρήματα για να χτίσει. Οπότε συνεργάστηκε με έναν εργολάβο κατασκευαστή, συμφωνώντας να μοιραστούν τα 24 διαμερίσματα που θα προέκυπταν. Αμέσως μετά την αποπεράτωση, ο κατασκευαστής πούλησε όλα τα διαμερίσματα που είχε στην κατοχή του σε Ελληνες αγοραστές, που σκόπευαν να τα χρησιμοποιήσουν για ιδιοκατοίκηση. Για περίπου 20 χρόνια στην πολυκατοικία ζούσαν τα μέλη της οικογένειας Πανταζή, μερικοί ενοικιαστές και άλλοι ιδιοκτήτες, κυρίως οικογένειες. Αυτή είναι η μία σημαντική επίπτωση της πολυκατοικίας στην κοινωνική και την οικονομική ζωή που πολλές φορές παραγνωρίζεται: οικογένειες που είχαν λίγα (ένα μικρό οικόπεδο από κληρονομιά, για παράδειγμα), χάρη στην αντιπαροχή και τη μεγάλη ζήτηση για στέγη μετατρέπονταν σχεδόν σε μια νύχτα σε οικογένειες με περιουσία. Ξαφνικά είχαν ένα μέρος να ζουν, αλλά και ένα μέρος για να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους, και μια πηγή εσόδων από ενοίκια, και ένα περιουσιακό στοιχείο που μπορούν να πουλήσουν, αν χρειαστεί να αλλάξουν τόπο κατοικίας ή να προβούν σε μια επένδυση. Στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ μια ιδιαίτερα ζωντανή, εξωστρεφή αγορά, ισχυρή επιχειρηματική κουλτούρα, πολύ μεγάλες επιχειρήσεις ή άλλους τρόπους με τους οποίους καπάτσοι άνθρωποι ταπεινών καταβολών μπορούσαν να διεκδικήσουν καριέρες και να βγάλουν πολλά χρήματα. Η πιο αξιόπιστη οδός κοινωνικής κινητικότητας εδώ ήταν η αντιπαροχή και τα ακίνητα. Κάτι που, βέβαια, υπήρξε διαθέσιμο μόνο σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία.
Μέσα στην πολυκατοικία του Αγιου Παντελεήμονα, εξάλλου, όπως και στις περισσότερες πολυκατοικίες της εποχής, διαμορφώθηκε μια κοινωνική διαστρωμάτωση η οποία είναι αξιοσημείωτη και σπάνια. Διαφορετικές κοινωνικές τάξεις συγκατοικούσαν μέσα στο ίδιο κτίριο, οι πλουσιότεροι στα μεγαλύτερα διαμερίσματα των υψηλότερων ορόφων, οι φτωχότεροι στα μικρότερα διαμερίσματα του ισογείου και των χαμηλών ορόφων. Αυτή η ταξική σαλάτα, αν και πρόσκαιρη, είναι εξαιρετικά σπάνια για τα διεθνή δεδομένα. Οι μεγαλουπόλεις της Δύσης αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια των κυμάτων της αστυφιλίας του 20ού αιώνα κυρίως διαχωρίζοντας τις κοινωνικές τάξεις γεωγραφικά, δημιουργώντας «γκέτο» και, συνακόλουθα, προκαλώντας μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και εντάσεις. Εδώ αυτά τα γλιτώσαμε σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της πολυκατοικίας. Είχαμε λιγότερο σαφή διαχωρισμό ανάμεσα σε «φτωχές» και «πλούσιες» περιοχές, κάτι που κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ότι, τελικά, ωφέλησε την κοινωνική ειρήνη και την αποφυγή μεγάλων εντάσεων, σαν αυτές που είδαμε σε πόλεις άλλων χωρών.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, πάντως, και στην πολυκατοικία στον Αγιο Παντελεήμονα τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Πρώτα απ’ όλα, κάποιοι από τους πιο ευκατάστατους ενοικιαστές και ιδιοκτήτες διαμερισμάτων άρχισαν να μετακομίζουν μακριά από το κέντρο της Αθήνας, κυρίως προς τα βόρεια ή τα νότια προάστια, μέρη με περισσότερο πράσινο, λιγότερο «νέφος» και μεγαλύτερα σπίτια. Καθώς η ζήτηση για τα σχετικά μικρά διαμερίσματα που άφηναν πίσω τους μειωνόταν, οι τιμές τους έπεφταν. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αυτά τα διαμερίσματα ήταν η μοναδική επιλογή στέγασης για το περίπου 1 εκατομμύριο μεταναστών που ήρθαν στη χώρα από το πρώην ανατολικό μπλοκ. Για τις επόμενες δύο δεκαετίες και μέχρι την κρίση του 2010, αυτή ήταν πάνω κάτω η τάση: οι αρχικοί ιδιοκτήτες σταδιακά φεύγουν, αναζητώντας μεγαλύτερη/καλύτερη στέγη σε άλλες περιοχές, και τους αντικαθιστούν κυρίως ενοικιαστές από την Αλβανία και τις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, κάποιοι εκ των οποίων σταδιακά μετατρέπονται και σε ιδιοκτήτες. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, αναπτύχθηκαν κι άλλες νέες τάσεις. Κάποιοι από τους μετανάστες της δεκαετίας του ’90 είτε ακολουθούν την πορεία των Ελλήνων, αναζητώντας καλύτερη στέγη είτε σε άλλες περιοχές της Αθήνας, είτε και εκτός Ελλάδας (στις χώρες προέλευσής τους ή και σε πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες). Στα προσιτά και, πλέον, παλιά διαμερίσματα που αφήνουν πίσω, έρχονται νεοαφιχθέντες μετανάστες και πρόσφυγες, από τα πιο πρόσφατα κύματα.
Η ιστορία των πολυκατοικιών που περιγράφεται στο βιβλίο είναι μια συναρπαστική ιστορία μιας κοινωνίας που έχει αλλάξει –αλλά είναι και μια ιστορία με αναπόφευκτο τέλος. Οι μικροϊδιοκτησίες και η γη είναι πεπερασμένες, τελειώνουν. Κάποια στιγμή, το τραπεζικό μας σύστημα ωρίμασε, τα δάνεια έγιναν προσβάσιμα. Μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες δημιουργήθηκαν. Η ανάγκη για την αντιπαροχή έπαυσε. Κάποια στιγμή, ο πληθυσμός της Ελλάδας έφτασε σε μια κορύφωση και άρχισε να μειώνεται. Παράλληλα, ο τουρισμός έφερε καινούργιες, διαφορετικές μορφές ζήτησης για στέγη στην Αθήνα. Οπως γράφουν οι συγγραφείς στον επίλογο, «οι πολλαπλές κρίσεις της τελευταίας 15ετίας σηματοδοτούν ίσως το τέλος της διευρυμένης κοινωνικής κινητικότητας –και των προσδοκιών ευημερίας– που ήταν ταυτισμένη με την πολυκατοικία».
Σήμερα 7 από τα 24 διαμερίσματα της πολυκατοικίας στον Αγιο Παντελεήμονα είναι κενά. Οι ιδιοκτήτες τους είναι όλοι Ελληνες που κατοικούν σε άλλες περιοχές της Αθήνας ή σε άλλες πόλεις, και επιλέγουν να τα αφήνουν άδεια, είτε επειδή με την πάροδο των χρόνων τα κληρονομικά έχουν οδηγήσει σε πολυάριθμους ιδιοκτήτες που δεν μπορούν να συμφωνήσουν τι να το κάνουν το σπίτι είτε για άλλους λόγους. Σε άλλα 8 διαμερίσματα ζουν μετανάστες και πρόσφυγες –σε δύο από αυτά, οι μετανάστες είναι και ιδιοκτήτες. Ενα από τα ρετιρέ ανήκει σε ένα ομόφυλο ζευγάρι (ο ένας Ελληνας, ο άλλος Ολλανδός) που ζει σε άλλη περιοχή της Αθήνας, και νοικιάζει το διαμέρισμα στο AirBnb. Ενα άλλο το έχει ένας Γάλλος, που το χρησιμοποιεί ως pied-a-terre, όποτε επισκέπτεται τη χώρα. Σε ένα άλλο, χαμηλότερου ορόφου, ζουν Σομαλοί πρόσφυγες αιτούμενοι άσυλο, ωφελούμενοι του ευρωπαϊκού προγράμματος ESTIA. Σε άλλα ζουν Ελληνες ιδιοκτήτες και ενοικιαστές.
Σήμερα, κανένα από τα διαμερίσματα δεν κατοικείται και δεν ανήκει σε κάποιο από τα μέλη της οικογένειας Πανταζή, που είχε το αρχικό οικόπεδο.
