Παραδοσιακά, το χειμερινό μεταγραφικό παζάρι είναι πολύ πιο φτωχό σε σχέση με το καλοκαιρινό. Στο μεταγραφικό παράθυρο του Ιανουαρίου, οι ομάδες ψάχνουν ως επί το πλείστον να κάνουν διορθωτικές κινήσεις στο ήδη διαμορφωμένο ρόστερ και όχι να ξοδέψουν ένα… καράβι χρήματα για πλήρη ανοικοδόμηση αυτού.
Η Μάντσεστερ Σίτι ήταν η ομάδα με τα περισσότερα έξοδα, «μόλις» 95 εκατ. ευρώ, όταν η αντίστοιχη πρωτιά του καλοκαιριού, αυτή της Λίβερπουλ, αντιστοιχούσε σε 500+ εκατ. ευρώ.
Από αυτά τα 95 εκατ., τα 72 εκατ. δόθηκαν στην Μπόρνμουθ για τον Αντουάν Σεμένιο, ο οποίος τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε στοιχίσει μόλις 10,25 εκατ. ευρώ στην ομάδα της παραθαλάσσιας πόλης στη νότια Αγγλία.
Με απλά μαθηματικά, δηλαδή, ο Γκανέζος γεννημένος στην Αγγλία εξτρέμ, εκτός από τους βαθμούς και τις νίκες που έδωσε με τα 32 γκολ και τις 13 ασίστ του σε 110 συμμετοχές, απέφερε στην Μπόρνμουθ κέρδη ύψους 62 εκατ. ευρώ. Και αυτό, αναμφίβολα, ο σύλλογος το οφείλει και στον διευθυντή ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων, Αντρέ Τιάγκο Φερέιρα Πίντο ή, απλώς, Τιάγκο Πίντο.
«Δεν κάνω μαγικά, είμαι ένας πολύ απλός άνθρωπος», εξηγεί ο 42χρονος Πορτογάλος, ο οποίος εξελίσσεται στον νέο βασιλιά Μίδα της Premier League, αφού την τελευταία διετία έχει κάνει πωλήσεις που αγγίζουν τα 380 εκατ. ευρώ (376,5 εκατ. για την ακρίβεια) και έχει αποφέρει κέρδη που ξεπερνούν τα 160 εκατ. ευρώ.
Από το Top-10 των πωλήσεων στην ιστορία της Μπόρνμουθ, οι έξι έχουν την υπογραφή του Πίντο. Αυτή του Σεμένιο, ενώ την πρώτη πεντάδα συμπληρώνουν η παραχώρηση του Ντόμινικ Σολάνκε στην Τότεναμ (στοίχισε 21,2, πωλήθηκε 64,3), του Ιλία Ζαμπάρνι στην Παρί Σεν Ζερμέν (στοίχισε 33, πωλήθηκε 63), του Ντιν Χάουσεν στη Ρεάλ Μαδρίτης (στοίχισε 19,6, πωλήθηκε 62,5), του Μίλος Κέρκεζ στη Λίβερπουλ (στοίχισε 20,4, πωλήθηκε 46,9) και στην έβδομη θέση βρίσκεται η πώληση του Ντάνγκο Ουατάρα στην Μπρέντφορντ (στοίχισε 22,5, πωλήθηκε 42,8 εκατ. ευρώ).
«Εμένα μου φαίνονται λίγα τα 72 εκατ. ευρώ που έδωσε η Σίτι για τον Σεμένιο. Αν δεν υπήρχε η ρήτρα αποδέσμευσης, θα μπορούσαμε να τον είχαμε δώσει για περισσότερα, γιατί είναι ένας πολύ ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής και με μια σπουδαία φυσική δυνατότητα», υποστηρίζει ο Πίντο, ο οποίος μοιάζει να μετατρέπει ό,τι αγγίζει σε χρυσό.
Και, βεβαίως, η διαδικασία αγοραπωλησίας ποδοσφαιριστών στην Μπόρνμουθ δεν σταματάει εδώ. Για να καλύψει το κενό του Σεμένιο, ο Πίντο έκανε τη μεγαλύτερη επένδυση στην ιστορία της Μπόρνμουθ (28+5 εκατ. ευρώ), αποκτώντας από τη Βάσκο ντα Γκάμα τον 19χρονο Βραζιλιάνο Ράγιαν, τον οποίο φιλοδοξεί να πουλήσει με τουλάχιστον τα τριπλάσια χρήματα μέσα στην επόμενη τριετία. Ηταν, άλλωστε, ο ποδοσφαιριστής της Κ19 με τα περισσότερα γκολ σε μεγάλα πρωταθλήματα μέσα στο 2025.
Προς αυτή την κατεύθυνση του (ελεγχόμενου) δούνε και του (εκτοξευμένου) λαβείν, άλλωστε, αποκτήθηκε από τη Λάτσιο ο Χρήστος Μανδάς, με οψιόν αγοράς για το καλοκαίρι ύψους 20 εκατ. ευρώ για τον Ελληνα τερματοφύλακα, ο οποίος έχει προσόντα και προοπτικές για να κάνει λαμπρή καριέρα στην Premier League.
Ο Πίντο προτιμάει να… ντριμπλάρει τα εγκώμια και αποδίδει το επιτυχημένο μοντέλο της Μπόρνμουθ στη συνεργασία με τον ιδιοκτήτη Μπιλ Φόλεϊ («ένας ηγέτης που εμπνέει όλο τον κόσμο»), στη δομή του συλλόγου («σπουδαίοι επαγγελματίες στο σκάουτ, στο ιατρικό τιμ κ.λπ.») και, βεβαίως, στον προπονητή Αντονι Ιραόλα.
«Είναι αδύνατο να εξηγήσεις την επιτυχία της Μπόρνμουθ χωρίς να μιλήσεις για τον Ιραόλα. Ο τρόπος που παίζουμε και πώς εξέλιξε τους παίκτες είναι το κλειδί», λέει για τον Βάσκο τεχνικό, παραδεχόμενος μάλιστα ότι «με ανησυχεί περισσότερο αν φύγει ο Αντονι από έναν σημαντικό παίκτη».
Παρά την (καθ’ όλα ειλικρινή) ταπεινότητά του, όμως, ο Τιάγκο Πίντο είναι αυτός που πρωτίστως έχει εκτοξεύσει το μοντέλο της Μπόρνμουθ, έχοντας βάλει τις βάσεις της δουλειάς του στην αγαπημένη Μπενφίκα και στη Ρόμα.
Με σπουδές στην Εκπαίδευση και με μάστερ σε Οικονομία και Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού, εργαζόταν ως δάσκαλος όταν η ζωή του άλλαξε για πάντα σε μια βραδιά, χάρη κυρίως στο δικό του καλώς εννοούμενο θράσος και στις γνώσεις του.
Σε ηλικία 27 ετών έδωσε το «παρών» σε μια γενική συνέλευση φιλάθλων, μελών της Μπενφίκα, ζήτησε τον λόγο και έκανε μια ομιλία όπου ναι μεν ασκούσε σκληρή κριτική στον τότε πρόεδρο Λουίς Φιλίπε Βιέιρα, αλλά ταυτόχρονα εντυπωσίασε τον ισχυρό άνδρα των Αετών της Λισσαβώνας.
Ο Βιέιρα τον φώναξε κοντά του, του έδωσε ένα χαρτί με τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου και του ζήτησε να βρεθούν από κοντά οι δυο τους για να συζητήσουν. Ο Πίντο νόμιζε ότι ήταν απλώς μια κίνηση για το θεαθήναι και δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά, αλλά λίγες ημέρες αργότερα τον κάλεσε.
Συναντήθηκαν, μίλησαν για έξι ώρες και ο νεαρός Πίντο εντυπωσίασε ακόμη περισσότερο τον Βιέιρα, ο οποίος έξι μήνες αργότερα τον προσέλαβε ως γενικό διευθυντή των υπόλοιπων τμημάτων του συλλόγου (μπάσκετ, βόλεϊ, χάντμπολ), προβληματισμένος από το γεγονός ότι ένας σύλλογος όπως η Μπενφίκα δεν κατάφερνε να γεμίζει τα κλειστά γήπεδα με κόσμο.
Σε μία πενταετία ο Πίντο κατέκτησε 50 τίτλους με τα διάφορα τμήματα, τους έδωσε άλλη δυναμική και, στα 32 του, έγινε ο νεαρότερος αθλητικός διευθυντής στα πάνω από 120 χρόνια ιστορίας του πορτογαλικού συλλόγου.
Οπαδός της ομάδας από μικρός, αυτή η θέση αποδείχθηκε όνειρο και εφιάλτης ταυτόχρονα. «Οταν νικούσαμε, δεν ένιωθα ευτυχία, αλλά ανακούφιση», εξηγεί ο Πίντο, ο οποίος άντεξε τρία χρόνια στην πιο δύσκολη πρόκληση της ζωής του, όπως τη χαρακτηρίζει, για την οποία δούλευε 24 ώρες το 24ωρο και δεν άντεχε άλλο.
Από την αρχή, άλλωστε, στόχος του ήταν να εργαστεί στο εξωτερικό και να γνωρίσει άλλες κουλτούρες, γι’ αυτό έσπευσε να πει άμεσα το «ναι» όταν το 2021 επικοινώνησε μαζί του η Ρόμα.
Στον ιταλικό σύλλογο, για την καθοδήγηση του οποίου προσέλαβε αρχικά τον Πάουλο Φονσέκα και στη συνέχεια τον Ζοσέ Μουρίνιο, πούλησε ποδοσφαιριστές για 160 εκατ. ευρώ, έκλεισε ως ελεύθερους παίκτες πρώτης γραμμής όπως ο Πάουλο Ντιμπάλα ή ο Νεμάνια Μάτιτς και πανηγύρισε με τους Τζιαλορόσι τον πρώτο διεθνή τίτλο του συλλόγου μετά από 61 χρόνια.
Η κατάκτηση του Conference League ήρθε ένα χρόνο μετά την παρουσία στα ημιτελικά του Europa League και ένα χρόνο πριν από την ήττα στον τελικό του Europa League από τη Σεβίλλη του Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ.
Εφυγε από την Αιώνια Πόλη ευχαριστημένος με τις ευρωπαϊκές επιτυχίες, αλλά με το παράπονο της μικρής βελτίωσης στις επιδόσεις εντός συνόρων. Τον ήθελε η… μισή Ευρώπη και προτεραιότητά του ήταν η αγγλική Premier League, στην οποία πάντα ονειρευόταν να εργαστεί.
«Η συνάντηση με τον Μπιλ Φόλεϊ έκανε τη διαφορά. Μου προκάλεσε σπουδαία εντύπωση και με έκανε να αποφασίσω σχεδόν αμέσως», αποκαλύπτει για την απόφασή του να εργαστεί στο Νησί για λογαριασμό της Μπόρνμουθ.
Μετά από μία διετία κατά την οποία οικονομικά ο σύλλογος έχει μπει σε άλλο επίπεδο και ο ίδιος έχει ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον μύθο γύρω από το όνομά του, ο Τιάγκο Πίντο ξέρει ότι δεν θα αργήσει η ώρα για να κάνει το παραπάνω βήμα σε ένα σύλλογο πρώτης γραμμής.
Και, όταν το κάνει, δεν θα ξεχάσει αυτό που πάντα λέει στον εαυτό του, ότι δηλαδή «η γραμμή που χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία είναι πολύ, πολύ λεπτή».
