Το σπίτι στο προάστιο Μισισάουγκα, στο Τορόντο, ήταν χωρίς αμφιβολία το πιο πολύβουο της περιοχής. Οι γείτονες δεν έδειχναν να ενοχλούνται. Οταν η Γεωργία Μήτρου και ο Τζέρσεϊ Λονγκ αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους, γνώριζαν πως δημιουργούν ένα ελεγχόμενο «χάος». Μία μονοκατοικία στα περίχωρα του Οντάριο, στην οποία η έννοια της ιδιωτικότητας ήταν κάπου κρυμμένη στις πολλές κουκέτες και στη βαβούρα των δέκα παιδιών που ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη.
Ο Ελάιζα Μήτρου-Λονγκ έμαθε να «επιβιώνει» σε αυτό το ανεξέλεγκτο και γεμάτο ανταγωνισμό περιβάλλον που θύμισε «πολιορκία», με την καλή βεβαίως έννοια. Οσα βίωσε και έμαθε εκεί, του φάνηκαν χρήσιμα και στο ταξίδι του στο μπάσκετ. Σε μία διαδρομή από τον Καναδά, όπου γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1996, από πατέρα με καταγωγή από το Τρινιντάντ και Τομπάγκο και Ελληνοκαναδή μητέρα. Μεγαλώνοντας πλάι σε τρία βιολογικά αδέρφια και έξι ετεροθαλή αδέρφια, σε μία κατάσταση εκ των πραγμάτων ανταγωνιστική έστω και αν ο Τζέρσεϊ και η Γεωργία δεν έδειξαν ποτέ καμία εύνοια σε κάποιο ξεχωριστό παιδί τους, ο Ελάιζα έπρεπε να μάθει από μικρή ηλικία να φροντίζει τον εαυτό του.
Το κατάφερε και εκείνη η «επιβίωση», που τον έφερε από το 2020 στην πατρίδα της μαμάς του, με πρώτη επαγγελματική ομάδα του τον ΠΑΟΚ, είναι ακόμη μέσα του. Ο τελευταίος προορισμός του είναι από το περασμένο καλοκαίρι ο Αρης, για δεύτερη φορά μετά το πρώτο πέρασμά του τη σεζόν 2022-23. Το απόγευμα της Κυριακής (1/2) πέτυχε ρεκόρ καριέρας στο ελληνικό πρωτάθλημα, σκοράροντας 24 π. στον θρίαμβο των «κίτρινων» επί του Παναθηναϊκού με 102-95 στην παράταση.
Ο 29χρονος γκαρντ ξεπέρασε την προηγούμενη κορυφαία επίδοσή του, την οποία είχε πετύχει δις. Τη σεζόν 2021-22, είχε 23 π. ως παίκτης του Απόλλωνα Πάτρας κόντρα στην τωρινή ομάδα του, αριθμό που είχε ισοφαρίσει και το 2023-24, με άλλους τόσους σε νίκη του Περιστερίου επί της ΑΕΚ.
Οι μώλωπες που τον δυνάμωσαν και η μετακόμιση στις ΗΠΑ
Τα παιδικά χρόνια του Ελάιζα Μήτρου-Λονγκ στον Καναδά είχαν μπόλικη ιεραρχία. Ως ο τρίτος νεότερος από τα δέκα παιδιά του Τζέρσεϊ και της Γεωργίας, δεν ήξερε πως πρέπει απλώς να περιμένει τη σειρά του. Οι, «τσακισμένες», όπως χαρακτήρισε ο ίδιος ο διεθνής γκαρντ του Αρη στη «Houston Chronicle» τον Φεβρουάριο του 2019 τις κουκέτες των αδερφών του από το ασταμάτητο παιχνίδι, ήταν το πρώτο «καταφύγιο». Οταν βρισκόταν «πληγωμένος» από τα ψηλότερα και δυνατότερα αδέρφια του, αγκάλιαζε σιωπηλά την μπάλα του μπάσκετ. Συχνά δεν υπήρχε έλεος στο παιχνίδι. Πάντα θα είχε μειονέκτημα σε μέγεθος και δύναμη.
Εμαθε, ωστόσο, να αποδέχεται και να «αγκαλιάζει» τα χτυπήματα και τους μώλωπες, τις πληγές του, αλλά και να επιστρέφει κάθε φορά λίγο πιο υποψιασμένος, προετοιμασμένος και αποφασισμένος. Οποιο σωματικό μειονέκτημα είχε ο ύψους 1,85 μ. Μήτρου-Λονγκ, ήταν πλεονέκτημα στο μυαλό και τη νοοτροπία που «έχτιζε». Οπως είχε εξηγήσει σε εκείνη τη συνέντευξη του ’19, τότε ως παίκτης του Πανεπιστήμιου του Τέξας, «μεγαλώνοντας έμαθα πολλά. Αρχικά να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, γιατί τα αδέλφια μου δεν ήταν και τα πιο ευγενικά όταν ήμουν μικρότερος. Διδάχθηκα, όμως, όπως και όλα τα αδέρφια μου, να μοιράζομαι. Ξέρετε, το να μοιράζεσαι είναι φροντίδα, σε κάνει να συνηθίζεις τους ανθρώπους, γενικά. Τα παιδικά χρόνια ήταν ένα δώρο και μια κατάρα».
Αποφάσισε να ακολουθήσει τα βήματα του μεγαλύτερου αδερφού του, Ναζ, μετέπειτα παίκτη και του Ολυμπιακού. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 στον Καναδά τα μπασκετικά πρότυπα δεν ήταν πολλά. Στη συνέχεια, οι Τορόντο Ράπτορς –όπως συνέβη και με τον νέο γκαρντ του Ολυμπιακού, Κόρι Τζόσεφ– έγιναν έμπνευση.
Η ανάδειξη του Καναδού Στιβ Νας σε MVP του ΝΒΑ το 2005 και 2006 «γέννησε» έναν νέο «ήρωα» για τα ντόπια παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, η φιλοδοξία στο άθλημα απαιτούσε μετακόμιση. «Ειλικρινά, μεγαλώνοντας δεν πίστευα ότι θα έφτανα ποτέ στις ΗΠΑ για να παίξω μπάσκετ», επισήμανε ο Μήτρου-Λονγκ. «Οταν μεγάλωνα, δεν υπήρχαν πολλά παιδιά που το σκέφτονταν». Συνέχισε το μονοπάτι του Ναζ, ο οποίος πέρασε έναν χρόνο στο Γυμνάσιο Μόντροουζ στο Μέριλαντ και μία σεζόν στο φημισμένο Φίντλεϊ στο Λας Βέγκας και βρέθηκε στο πανεπιστημιακό πρωτάθλημα με το Αϊοβα Στέιτ. Στα 15 του, ο Ελάιζα εγγράφηκε στο Γυμνάσιο Τζον Κάρολ στο Μέριλαντ, όπου ζούσε με μια οικογένεια που τον φιλοξενούσε, περίπου 8 ώρες από το Μισισάουγκα.
«Ηταν δύσκολο να είσαι μακριά από τους γονείς σου σε αυτήν την ηλικία. Οταν είσαι τόσο νέος, δεν θέλεις πραγματικά να είσαι με κάποιον που δεν γνωρίζεις. Η άλλη δυσκολία ήταν να βλέπω μεγαλύτερους παίκτες. Ημουν πάντα ένας μικρόσωμος γκαρντ».
Η Σπάρτη, η γιαγιά και το ελληνικό διαβατήριο
Ο Ελάιζα Μήτρου-Λονγκ έφτασε έως το NCAA και αγωνίστηκε δύο σεζόν στο Πανεπιστήμιο Μάουντ Σεντ Μέρις υπό τις οδηγίες του κόουτς Τζέιμιον Κρίστιαν, πρώην βοηθού του γνωστού προπονητή Σάκα Σμαρτ. Οδήγησε το σχολείο του στον τίτλο του τουρνουά NEC το 2017 και στη νίκη επί της Νέας Ορλεάνης, στον προκριματικό γύρο της «Τρέλας του Μαρτίου». Το ταλέντο του απαιτούσε μεγαλύτερο πεδίο δράσης. Ο κόουτς Κρίστιαν τον έφερε σε επαφή με τον Σμαρτ και πήρε μεταγραφή στο Τέξας.
Λόγω της αλλαγής, έχασε τη σεζόν 2017-18, έμεινε μία σεζόν με τον Σμαρτ και τον νυν σέντερ της Παρτίζαν, Ντίλαν Οσετκόφσκι, και το 2019-20 μετακόμισε στο φημισμένο UNLV (Νεβάδα – Λας Βέγκας). «Προφανώς άξιζε τον κόπο», είχε δηλώσει για το αμερικανικό όνειρο που τον έφερε και σε επαφή με την πατρίδα της μητέρας του.
Η Γεωργία Μήτρου είχε γεννηθεί στη Σπάρτη και μετακόμισε στον Καναδά όταν ήταν εννέα ετών. Ο Ελάιζα και ο Ναζ περνούσαν πολλά καλοκαίρια με τη γιαγιά τους, η οποία συνήθιζε να τους ρωτά διαρκώς «τι κάνετε;» και έδινε… μόνη της την απάντηση, λέγοντας: «Οταν σας ρωτούν αυτό, θέλω να φωτίζεται το πρόσωπό σας και να απαντάτε χαμογελώντας».
Οπως έχει εξιστορήσει σε συνέντευξή του στην Cosmote TV τον Μάρτιο του 2021, τα δύο αδέρφια περίμεναν υπομονετικά τη γραφειοκρατία για την έκδοση του ελληνικού διαβατηρίου τους και το δικαίωμα, όπως και συνέβη για αμφότερους, να αγωνιστούν στην Εθνική Ελλάδας. Ο Ελάιζα είχε επιλέξει να απαρνηθεί την καναδική Εθνική, λέγοντας πως «η Εθνική Καναδά με προσκάλεσε, όμως απέρριψα την πρόσκληση. Προφανώς ο Καναδάς είναι στην καρδιά μου, όμως το όνειρο και ο στόχος μου ήταν να παίξω στην Ελλάδα, ώστε να είναι περήφανη αυτή η πλευρά της οικογένειάς μου. Αυτό θα είναι κάτι ιδιαίτερο». Το κατάφερε τον περασμένο Νοέμβριο, στο ντεμπούτο του με το εθνόσημο, με 13 π. στη νίκη επί της Ρουμανίας.
Και ευελπιστεί να «ριζώσει» στη δεύτερη πατρίδα του και σε επίπεδο συλλόγων. Μετά τον ΠΑΟΚ, το 2021, αγωνίστηκε στη Λέφσκι Σόφιας, έπαιξε σε Νιαγάρα Ρίβερ Λάιονς και Μπράμπτον Μπάτζερς στον Καναδά και το 2024-25 φόρεσε τις φανέλες των Χάποελ Χολόν και Βαρέζε.
Τη φετινή χρονιά, μετά τους 4,2 π. σε 14,3΄ στην πρώτη θητεία του στην GBL με τον ΠΑΟΚ, καταγράφει 12,1 π. και 4 ασ. ανά αγώνα, που είναι ρεκόρ καριέρας στο ελληνικό πρωτάθλημα. Η αγκαλιά με εκείνη την μπάλα στην παιδική κουκέτα του είναι κάτι που δεν ξεχνά ποτέ. Η «πορτοκαλί θεά» τού έδειξε τον δρόμο, όπως και στον αδερφό του.
