Μια μέρα το περασμένο καλοκαίρι η Κίμπερλι Προστ, μια Καναδέζα που ζει στη Χάγη διαπίστωσε ότι η Alexa, ο ΑΙ «βοηθός» της Amazon, δεν λειτουργούσε. Προσπαθούσε, ξαναπροσπαθούσε, τσιμουδιά η Alexa. Δεν απαντούσε με τίποτε. Μετά η κ. Προστ διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσε καμία από τις πιστωτικές της κάρτες, ανεξαρτήτως τράπεζας. Δεν μπορούσε να καλέσει ένα ταξί με Uber ούτε να παραγγείλει οτιδήποτε από το ίντερνετ. Γιατί της συνέβη αυτό το πράγμα; Επειδή η κ. Προστ είναι δικαστής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και, πέντε χρόνια πριν, είχε διατάξει τη διερεύνηση της τέλεσης εγκλημάτων πολέμου στο Αφγανιστάν, τόσο από τους Ταλιμπάν όσο και από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής το 2003. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε απαντήσει επιβάλλοντας κυρώσεις σε εννέα στελέχη του Διεθνούς Δικαστηρίου προσωπικά. Κι εδώ είναι το ενδιαφέρον και το πρωτοφανές. Μεταξύ άλλων περιορισμών και απαγορεύσεων, τους έκοψαν και την πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες που προσφέρονται από αμερικανικές εταιρείες –οπουδήποτε στον κόσμο κι αν ζουν. Και, φυσικά, τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι εύλογα. Εδώ στην Ελλάδα αλλά και σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου είμαστε πια απολύτως εξαρτημένοι από εργαλεία και υπηρεσίες αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας. Σχεδόν όλες οι αναζητήσεις στο ίντερνετ γίνονται στο Google, σχεδόν όλοι χρησιμοποιούν είτε iPhone είτε κινητό με Android και οι υπολογιστές μας είναι συχνά αμερικανικών εταιρειών, με αμερικανικού σχεδιασμού τσιπάκια. Επιπλέον, το 70% των ψηφιακών εργαλείων που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη τρέχουν σε cloud υπηρεσίες τριών αμερικανικών εταιρειών. Εξαρτιόμαστε από το αμερικανικό GPS, από εταιρείες όπως η Cloudflare για βασικές υποδομές και του δικού μας ίντερνετ, και από την αμερικανική Starlink για δορυφορικό ίντερνετ. Επίσης, σχεδόν όλα τα εργαλεία για δουλειά και διασκέδαση –από τα προϊόντα γραφείου της Microsoft, της Adobe ή της Salesforce μέχρι τα social media, τις υπηρεσίες messaging, τις ψηφιακές αγορές και τις υπηρεσίες streaming– είναι αμερικανικά. Κι αυτό θεωρούσαμε ότι ήταν ΟΚ, όταν οι ΗΠΑ ήταν μια σταθερή, ειρηνική και προβλέψιμη σύμμαχος. Τώρα; Μια στραβή να γίνει και, όπως αποδεικνύεται, ο Τραμπ μπορεί να μας κλείσει την πρόσβαση σε εργαλεία από τα οποία εξαρτώνται όχι μόνο η δουλειά και η καθημερινότητά μας, αλλά και οι δημόσιες υπηρεσίες, τα δίκτυα logistics, ο στρατός, οι κρίσιμες υποδομές, ολόκληρη η σύγχρονη ζωή που έχουμε συνηθίσει εδώ, στην Ευρώπη.
Βεβαίως, δεν χρειαζόταν να περιμένουμε τον Τραμπ για να μας ζώσουν τα φίδια γι’ αυτό το θέμα. Ξέραμε ήδη από πριν ότι η εξάρτησή μας σε τόσο ακραίο βαθμό από τα εργαλεία και τις υπηρεσίες αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας ήταν ένα προβληματικό θέμα. Ξέραμε, ας πούμε, ότι όλες αυτές οι εταιρείες μαζεύουν τεράστιους όγκους δεδομένων για εμάς, ότι μας παρακολουθούν σε ό,τι κάνουμε στην ψηφιακή μας ζωή (αλλά και στην κανονική αφού όλες αυτές οι συσκευές έχουν GPS, κάμερες, μικρόφωνα) για να μας πουλήσουν όσο το δυνατό περισσότερα πράγματα γίνεται. Υστερα από ένα στάδιο συνειδητοποιήσαμε, επίσης, ότι κάποια από αυτά τα εργαλεία έχουν γίνει εθιστικά και επηρεάζουν τον τρόπο που ενημερωνόμαστε για τον κόσμο, το πόσο ήρεμοι ή θυμωμένοι είμαστε κατά τη διάρκεια της ημέρας, το πόσο μπορούμε να διατηρούμε τη συγκέντρωσή μας, να διαβάζουμε μεγάλα κείμενα ή να απορροφούμε πληροφορία και, τελικά, το πώς παίρνουμε αποφάσεις. Αυτό ήταν πρόβλημα ούτως ή άλλως.
Αλλά τώρα που όλες αυτές οι εταιρείες ανεξαιρέτως, είτε φτιάχνουν εθιστικά μέσα κοινωνικής αποκτήνωσης είτε εργαλεία για να κάνουμε καλύτερα τη δουλειά μας, έχουν υποταγεί στο νέο καθεστώς, λούζοντας με λεφτά, κολακείες και δώρα τον εκκολαπτόμενο δικτάτορα, το ότι εμείς, εδώ, είμαστε αθεράπευτα εξαρτημένοι από αυτές γίνεται και θέμα εθνικής ασφάλειας. Αλλά και μια μεγάλη ευκαιρία για ένα μνημειώδους κλίμακας, ποια είναι η λέξη, πώς το λένε οι του «οικοσυστήματος», να δεις, α ναι: disruption.
Το κόνσεπτ της «ψηφιακής ανεξαρτησίας» της Ευρώπης συζητιέται στους ευρωπαϊκούς θεσμούς εδώ και χρόνια, βεβαίως, αλλά πολύ πιο έντονα τους τελευταίους μήνες. Η Εκθεση Ντράγκι αναδείκνυε την ανάγκη για τεχνολογική αυτάρκεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ τον περασμένο Νοέμβριο οι αρχηγοί των κρατών της Ε.Ε. συναντήθηκαν στο Βερολίνο για να συζητήσουν για αυτό ακριβώς το πράγμα. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν το δήλωσε ευθαρσώς τις προάλλες στο Νταβός. Η απεξάρτηση από την αμερικανική τεχνολογία είναι, πλέον, προτεραιότητα.
Και κάποια δειλά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση ήδη γίνονται, κυρίως με αφετηρία και αφορμή την ανάγκη για αμυντική θωράκιση της ηπείρου, και απεξάρτηση από αμερικανική τεχνολογία για τα αμυντικά της συστήματα. Η European Space Agency (ESA) εξασφάλισε τον Νοέμβριο το υψηλότερο μπάτζετ στην ιστορία της. Για τα επόμενα τρία χρόνια θα έχει 22 δισ. ευρώ, όχι μόνο για νέα προγράμματα δορυφόρων και για ερευνητικές αποστολές, αλλά και για την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού επαναχρησιμοποιούμενου πυραύλου (προς το παρόν η Ευρώπη χρησιμοποιεί τους πυραύλους του Ελον Μασκ για να στέλνει –και κατασκοπευτικούς– δορυφόρους στο διάστημα). Το “European Chips Act” του 2022 έχει ως στόχο μέχρι το 2030 το 20% των ημιαγωγών του κόσμου να κατασκευάζονται σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, επίσης, κάνουν αντίστοιχα βήματα στο εσωτερικό τους, αν και πολύ καθυστερημένα. Η γαλλική κυβέρνηση, ας πούμε, αναπτύσσει δικά της online εργαλεία για τις δημόσιες υπηρεσίες, ώστε να μη χρησιμοποιούν εργαλεία της Microsoft και της Google. Από το Tchap που είναι μια υπηρεσία messaging (σαν το Slack) μέχρι το Visio για τηλεδιασκέψεις (σαν το Zoom) και από το FranceTransfert για τη μεταφορά μεγάλων αρχείων (σαν το WeTransfer) μέχρι το Messagerie για ανταλλαγή email. Στη Σουηδία αναπτύσσουν το SAFOS, τη δική τους συλλογή εργαλείων. Το γερμανικό κρατίδιο του Σλέβιγκ-Χόλσταϊν «έκοψε» όλες τις άδειες προϊόντων Microsoft που χρησιμοποιούσε ο δημόσιος τομέας, αντικαθιστώντας τα με το γερμανικό, open source LibraOffice (το πρώην OpenOffice), εξοικονομώντας και 15 εκατ. ευρώ στην πορεία. Στην Ελλάδα οι δημόσιες υπηρεσίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αμερικανικά εργαλεία σε πολύ μεγάλο βαθμό, και χρησιμοποιούμε και τις cloud υπηρεσίες της Microsoft, της Google και της Amazon (ναι, και τις τρεις) αλλά και εδώ επεκτείνεται ολοένα η χρήση του ελληνικού G-Cloud για τη φιλοξενία διάφορων κρίσιμων πληροφοριακών συστημάτων του κράτους.
Αλλά η ανάγκη για απεξάρτηση από τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας δεν προέρχεται μόνο από τα πάνω. Φαίνεται να υπάρχει και ως ανάγκη από εμάς, τους χρήστες. Εδώ και λίγο καιρό βλέπουμε ολοένα και περισσότερες εταιρείες και startups να παρουσιάζουν νέα ψηφιακά προϊόντα και υπηρεσίες διαφημίζοντας έντονα όχι μόνο τα χαρακτηριστικά τους και τις τιμές τους αλλά και κάτι άλλο: την καταγωγή τους. Μπαίνεις στη σελίδα του Proton Mail, μιας αρκετά γνωστής εναλλακτικής του Gmail, και εκτός από την έμφαση στην ιδιωτικότητα και την ασφάλεια, πάνω πάνω γράφει με μεγάλα γράμματα ότι το προϊόν έχει έδρα στην Ελβετία. Μπαίνεις στη σελίδα προπαραγγελιών του νέου Jolla phone, και τι λέει η περιγραφή του προϊόντος; “The Independent European DIT Linux phone”. Ανοίγεις την πρώτη σελίδα του Monnett, μιας πλατφόρμας social media παρόμοιας με το TikTok και γράφει πάνω πάνω, φόρα παρτίδα: “Europe’s answer to big tech”.
Φυσικά, η αντικατάσταση όλων αυτών των αμερικανικών εργαλείων που χρησιμοποιούμε δεν είναι απλά δύσκολο να γίνει γρήγορα και αποτελεσματικά –είναι αδύνατο. Κατά τη γνώμη μου είναι σχετικά απλό να αντικαταστήσει κανείς το Microsoft Office με κάτι άλλο, αλλά στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις δεν υπάρχουν ακόμα εξίσου καλές εναλλακτικές επιλογές. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια μεγάλη ευκαιρία για τις ευρωπαϊκές (και τις ελληνικές) εταιρείες τεχνολογίας.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση τα επόμενα χρόνια (με αφετηρία και κίνητρο την άμυνα, βεβαίως) θα επενδύσει δισεκατομμύρια προς αυτήν την κατεύθυνση, και ταυτόχρονα η ανάγκη για απεξάρτηση –και, σε κάποιες περιπτώσεις πιο άμεσα ενδιαφερόμενων, όπως οι Δανοί, ακόμα και μποϊκοτάζ– από τα αμερικανικά προϊόντα μεγαλώνει και σε μεγάλες μερίδες καταναλωτών. Η ζήτηση για εναλλακτικές επιλογές υπάρχει ήδη. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει και προσφορά, και γρήγορα. Πριν του τη βαρέσει του Τραμπ και μας κλείσει το Netflix, το YouTube και το Slack, μέχρι να του δώσουμε τη Γροιλανδία.
