Η Βραζιλία διαθέτει πάνω από 11.000 επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, η πλειονότητα των οποίων συγκεντρώνεται στις μεγαλουπόλεις όπως το Ρίο ντε Τζανέιρο ή το Σάο Πάουλο.
Στη διοργάνωση «Taça das Favelas», ήτοι το «Κύπελλο των παραγκουπόλεων» συμμετέχουν πάνω από 100.000 παιδιά, και σε αυτή συρρέουν σκάουτ απ’ όλες τις ομάδες για να βρουν ταλέντα.
Η Φλαμένγκο, κάτοχος του Copa Libertadores και η πιο δημοφιλής ομάδα στον πλανήτη, αφού αριθμεί πάνω από τριάντα εκατ. φιλάθλους σε όλο τον κόσμο, τροφοδοτείται διαρκώς από τέτοια παιδιά, τα οποία μέσα σε λίγα χρόνια στοιχίζουν δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον σταρ της Ρεάλ Μαδρίτης, Βινίσιους Ζούνιορ.
Παρότι ηλικιακά απέχουν μόλις δύο χρόνια, ο 25χρονος «Βίνι» υπήρξε πάντα σημείο αναφοράς για τον Αντρέ Λουίζ Ινάσιο ντα Σίλβα, ο οποίος μεγάλωσε στη φαβέλα της Σάντα Κρουζ με όνειρα χίλια, πέρασε από τα τμήματα υποδομής της «Φλα», αλλά δεν έμελλε να στεριώσει στην ομάδα της οποίας υπήρξε φίλαθλος από μικρό παιδί.
Οταν ανέβαινε στην πρώτη ομάδα, διακατεχόταν από νευρικότητα δίπλα σε τόσα αστέρια και δεν του έβγαινε τίποτα. «Οταν με έστειλαν στη δεύτερη ομάδα ήμουν ο βασιλιάς και στην πρώτη ήμουν το απόλυτο μηδέν», θυμάται για τα σκαμπανεβάσματα, ποδοσφαιρικά και ψυχολογικά, που βίωνε εκείνη την εποχή.
Στήριγμά του ο μάνατζέρ του, η τότε κοπέλα του και νυν σύζυγός του, η Σαμπρίνε, αλλά και ο Νταβίντ Λουίζ, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του. Ο θρυλικός αμυντικός (και) της Φλαμένγκο, πρωταθλητής Ευρώπης σε επίπεδο συλλόγων με την Τσέλσι, του έκανε πρωινά μαθήματα θεωρίας και πρακτικής.
Ο νυν στόπερ της Πάφου χτυπούσε μια πέτρα και του έλεγε να φαντάζεται ότι είναι ένα διαμάντι, όπως και εκείνος, η οποία χρειαζόταν απλώς πολύ και σκληρή δουλειά για να μεταμορφωθεί σε ένα διαμάντι.
«Εκείνα τα μαθήματα με βοήθησαν πολύ», θυμάται ο Αντρέ Λουίζ, ο οποίος κάθε φορά που κάνει ένα βήμα στην καριέρα του συμβουλεύεται πρώτα τον Νταβίντ Λουίζ. Το έκανε όταν προέκυψε η πρόταση από την πορτογαλική Εστρέλα Αμαδόρα, το έκανε στη συνέχεια για να μετακομίσει στη Ρίο Αβε, αλλά και τώρα που προβάρει τα ερυθρόλευκα του Ολυμπιακού.
Στα 23 του χρόνια, ο Αντρέ Λουίζ βλέπει τον νταμπλούχο Ελλάδας ως το ιδανικό σκαλοπάτι-εφαλτήριο για να γίνει ακόμα πιο γνωστός στην ποδοσφαιρική Ευρώπη και να μπορέσει στο (σύντομο ει δυνατόν) μέλλον να αγωνιστεί σε ένα από τα μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης, όπως έκανε άλλωστε ο δάσκαλός του.
Για 14 χρόνια, ο Νταβίντ Λουίζ έπαιξε και έλαμψε σε Πορτογαλία (Μπενφίκα), Αγγλία (Τσέλσι, Αρσεναλ) και Γαλλία (Παρί Σεν Ζερμέν). Ο Αντρέ έκανε ήδη το πρώτο βήμα στην Πορτογαλία με τη Ρίο Αβε του Βαγγέλη Μαρινάκη και του Σωτήρη Σιλαϊδόπουλου, με την οποία μάλιστα σκόραρε στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος κόντρα σε ολόκληρη Μπενφίκα, μέσα στο «Ντα Λουζ» και στις καθυστερήσεις, στερώντας δύο πολύτιμους βαθμούς από την ομάδα της Λισσαβώνας.
«Το τηλέφωνο δεν σταματούσε. Τόσο από φίλους μου από τη Βραζιλία, όσο και από οπαδούς της Μπενφίκα που μου έστελναν μηνύματα στα social media, όπου μου ανέφεραν ότι έχασαν στοιχήματα εξαιτίας μου και με απειλούσαν, τόσο εμένα όσο και τη γυναίκα μου», θυμάται ο 23χρονος εξτρέμ για την πρώτη φορά που έγινε viral.
Ηταν γλυκόπικρη, αλλά κρατάει μόνο τα καλά, τα οποία έκτοτε είναι όλο και περισσότερα, με αποτέλεσμα η χρηματιστηριακή του αξία να έχει εκτοξευτεί από τις 400.000 ευρώ που έδωσε η Εστρέλα Αμαδόρα στα 2,2 εκατ. ευρώ που επένδυσε η Ρίο Αβε και στα 15+ που ζητάει πλέον για να τον παραχωρήσει.
Οσοι γνωρίζουν καλά το σύγχρονο ποδόσφαιρο λένε ότι, αν συνεχίσει με αυτή την πρόοδο που δείχνει, σύντομα η τιμή του θα ξεπερνάει τα 25 εκατ. ευρώ, προοπτική που ήταν λογικό να τραβήξει το ενδιαφέρον ομάδων όπως η Μπενφίκα, την οποία άλλωστε «τιμώρησε» με το «καλημέρα» της φετινής σεζόν.
Αριστεροπόδαρος και αρκετά ψηλός για εξτρέμ (1,85), προσφέρει γκολ, ασίστ, δυναμισμό, ένας εναντίον ενός και ταχύτητα, διαθέτοντας ένα πλήρες πακέτο που δείχνει ικανό να κάνει τη διαφορά με τη φανέλα του Ολυμπιακού και, σύντομα, να λάμψει στα ευρωπαϊκά γήπεδα και σε ένα από τα κορυφαία πρωταθλήματα. «Περνάω την καλύτερη φάση της καριέρας μου», λέει, γνωρίζοντας ότι όλο το μέλλον είναι μπροστά του και εξαρτάται (σχεδόν) αποκλειστικά από τα δικά του πόδια.
Στη Φλαμένγκο, δούλεψε υπό τις οδηγίες των Ντοριβάλ Ζούνιορ, Πάουλο Σόουζα και Βίτορ Περέιρα. Οι δύο τελευταίοι θα είχαν πολλά να του πουν για την Ελλάδα, όπου εργάστηκαν με επιτυχία, ο ένας ως ποδοσφαιριστής και ο άλλος ως προπονητής.
Θέλει, όμως, να τα ανακαλύψει ο ίδιος από πρώτο χέρι, χτίζοντας τα όνειρα για μια καριέρα που ξεκίνησε στις φαβέλες της Σάντα Κρουζ και σύντομα θα τον φέρει ενδεχομένως και σε αναμετρήσεις Champions League, τον μεγάλο στόχο κάθε ποδοσφαιριστή που προσγειώνεται στην Ευρώπη από την ποδοσφαιρομάνα Βραζιλία.
