Ηταν, μαζί με τον πατέρα του, το σημείο αναφοράς στο σπίτι, το παράδειγμα για να ακολουθήσει. Ο αδελφός του, 16 χρόνια μεγαλύτερος, θα μπορούσε ηλικιακά να είναι… πατέρας του και ήταν ο πρώτος στην οικογένεια που έπαιξε ποδόσφαιρο σε επαγγελματικό επίπεδο.
Οι γονείς τους μετανάστευσαν από το Μάριμπορ της Σλοβενίας στο Στόλινγκεν της Βεστφαλίας, σε αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Το μεγαλύτερο από αυτά, ο Σέκι, αγωνίστηκε για χρόνια στην τοπική ομάδα της πόλης και ο μικρός Κέβιν πάντα ήθελε να του μοιάσει.
Και όχι μόνο του έμοιασε, αλλά τον ξεπέρασε κατά πολύ, διαγράφοντας μια λαμπρή καριέρα σε Μπάγερ Λεβερκούζεν, Ζάλτσμπουργκ, Μπορούσια Ντόρτμουντ και, κυρίως, Λειψία, τη φανέλα της οποίας φόρεσε για πάνω από οκτώ χρόνια, καταγράφοντας 200+ συμμετοχές.
Το απόγευμα του Σαββάτου (17/01, 19.30) και πριν από την αναμέτρηση με την πρωτοπόρο και πρωταθλήτρια Μπάγερν Μονάχου, η «Red Bull Arena» θα αποχαιρετήσει με συγκίνηση έναν εξαιρετικό μέσο που δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες του και, παρότι μπορούσε να αγωνιστεί με την εθνική Γερμανίας, προτίμησε να το κάνει με τη Σλοβενία, καταγράφοντας 28 διεθνείς συμμετοχές.
Ο Κέβιν Καμπλ ήταν πάντα το καμάρι της οικογένειάς του και κυρίως του Σέκι, ο οποίος ήταν στο πλευρό του και φρόντιζε συνεχώς να του δίνει συμβουλές για το ποδόσφαιρο και τη ζωή. Εδώ και τρεις μήνες, όμως, ο Σέκι δεν είναι πια εδώ.
«Μιλούσαμε για το τι θα κάναμε μαζί όταν θα σταματούσα το ποδόσφαιρο», λέει συγκινημένος ο Κέβιν για τον Σέκι, ο οποίος έφυγε από τη ζωή μόλις στα 51 του χρόνια, εντελώς ξαφνικά.
Από εκείνη την τραγική στιγμή και παρότι στα 35 του χρόνια θα μπορούσε κάλλιστα να παίζει μπάλα για ακόμα 2-3 χρόνια, το ποδόσφαιρο έπαψε να αποτελεί προτεραιότητα για τον Καμπλ, ο οποίος φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα της Λειψίας στις 27 Σεπτεμβρίου.
Και, παρότι είχε συμβόλαιο με τους «ταύρους» μέχρι το καλοκαίρι και ήταν ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους ποδοσφαιριστές, ο Καμπλ αποφάσισε να απαρνηθεί μερικά εκατομμύρια και να λύσει το συμβόλαιό του έξι μήνες πριν. Οχι για να πάει να παίξει αλλού, αλλά για να βρεθεί στο πλευρό του πατέρα του, ο οποίος είναι άρρωστος και, βεβαίως, επηρεασμένος από τον ξαφνικό χαμό του μεγάλου του γιου.
Ο Καμπλ τράβηξε μια κόκκινη γραμμή, βάζοντας την οικογένειά του πάνω από την αγάπη του για το ποδόσφαιρο. «Δεν ξέρω αν θα παίξω ξανά ποδόσφαιρο, ακόμα και σε χαμηλότερες κατηγορίες, αλλά αυτήν τη στιγμή το θεωρώ ένα σενάριο μη ρεαλιστικό», εξηγεί.
Οι περισσότεροι συνάδελφοί του κρεμούν τα παπούτσια λόγω ηλικίας ή εξαιτίας ενός τραυματισμού που δεν τους επιτρέπει να ασκήσουν όπως θέλουν και μπορούν το χόμπι τους που έγινε επάγγελμα. Ο Καμπλ, όμως, έχει έναν εξίσου σοβαρό λόγο: Την οικογενειακή ισορροπία.
Αυτή, άλλωστε, του επέτρεψε να διαγράψει μια αξιοσημείωτη πορεία στα γήπεδα της γερμανικής αλλά και της αυστριακής Bundesliga, στα οποία έφτασε κάποια στιγμή να θεωρείται ακόμα και ο κορυφαίος παίκτης τους.
Πέρασε από τις 250.000 που έδωσε η Αλεν για να τον αποκτήσει από την Οσναμπρικ στα 22 του χρόνια, στα είκοσι εκατ. ευρώ που στοίχισε η μετακίνησή του από την Μπάγερ Λεβερκούζεν στη Λειψία, μόλις πέντε χρόνια αργότερα, όταν βρισκόταν στο πικ της καριέρας του.
Ξεχώριζε για το πλατινέ ξανθό μαλλί και τα ιδιαίτερα κουρέματά του, αλλά κυρίως για την πίεση, την ενέργειά του και το πάθος που έβγαζε πάντα μέσα στο γήπεδο, χαρακτηριστικά που τον έκαναν επιθυμητό από πολλές ομάδες, αφού συν τοις άλλοις διάβαζε εξαιρετικά το παιχνίδι και διέθετε υψηλή τεχνική κατάρτιση.
Ο Γιούργκεν Κλοπ τον τσέκαρε στη Ζάλτσμπουργκ και ζήτησε την απόκτησή του, η οποία στοίχισε δώδεκα εκατ. ευρώ. Και μπορεί να μη στέριωσε στη μεγάλη ομάδα της επαρχίας του, αφού έμεινε μόλις μία σεζόν και αντάμωσε ξανά με τον μέντορά του Ρόγκερ Σμιντ, αυτήν τη φορά στη Λεβερκούζεν μετά τη Ζάλτσμπουργκ, αλλά η (σύντομη) συνεργασία με τον προπονητή που στη συνέχεια εκτόξευσε την Λίβερπουλ τον σημάδεψε για πάντα.
«Είναι ένας εξαιρετικά καλός άνθρωπος, που λατρεύει να μιλάει και με τον οποίο είναι πραγματική απόλαυση να μιλάς», έλεγε για τον ξανθομάλλη Γερμανό, τον οποίο θα ευγνωμονεί πάντα για όσα του έμαθε για το ποδόσφαιρο και τη ζωή, αλλά και για τον… οδοντίατρό του, τον οποίο χαρακτήριζε «θεόσταλτο», αφού από τη στιγμή που του τον πρότεινε, δεν τον έχει αποχωριστεί.
Τα δόντια του, άλλωστε, χρειάστηκε πολλές φορές έκτοτε να τα σφίξει, για να παίξει ακόμα και τραυματίας, για να ξεπεράσει τις αναποδιές που συνάντησε στα γήπεδα και του επέτρεψαν εντέλει να γευτεί τη χαρά της κατάκτησης πέντε τίτλων, δύο στην Αυστρία με τη Ζάλτσμπουργκ (πρωτάθλημα και Κύπελλο) και τρεις στη Γερμανία με τη Λειψία (δύο Κύπελλα και ένα Σούπερ Καπ).
Φορούσε με καμάρι τη φανέλα με το εθνόσημο της εθνικής Σλοβενίας («γεννήθηκα στη Γερμανία και δεν θα πω ποτέ κακό λόγο για τη χώρα, αλλά με μεγάλωσαν ως Σλοβένο, και η Σλοβενία είναι η χώρα μου»), παρότι αποχώρησε πρόωρα το 2018 για προσωπικούς λόγους.
Τότε, το έκανε για να αφοσιωθεί πρωτίστως στην καριέρα του σε συλλογικό επίπεδο. Τώρα το κάνει για να αφοσιωθεί στην οικογένειά του, η οποία περνάει πολύ δύσκολες στιγμές και τον έχει περισσότερο ανάγκη από ποτέ.
«Ο ξαφνικός χαμός του αδελφού μου, μου άνοιξε τα μάτια», εξήγησε για την απόφαση ζωής που πήρε. «Ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας δεν είναι τόσος και γι’ αυτό είναι σημαντικό να τον περνάμε με τους ανθρώπους για τους οποίους νοιαζόμαστε περισσότερο», συνέχισε.
«Θέλω να είμαι στο σπίτι μου, γιατί ο πατέρας μου δεν είναι καλά και θέλω να περάσω όσο το δυνατόν περισσότερες στιγμές μαζί του. Τον χρόνο που χάνουμε δεν θα τον επιστρέψει κανείς», συμπληρώνει, δίνοντας ένα μάθημα ζωής για όσους θέλουν να το ακούσουν.
