Μια πρόσφατη έρευνα, για την οποία μπορεί να διαβάσατε κάπου, ανέδειξε ένα ενδιαφέρον και χρήσιμο συμπέρασμα: ότι μια σχετικά πρόσφατη πολιτική απόφαση εδώ στην Ελλάδα οδήγησε σε έσοδα σχεδόν 1 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία, σε χιλιάδες θέσεις εργασίας και σε μια γενικότερη αναβίωση ενός ολόκληρου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας ύστερα από δεκαετίες παρακμής. Δεν αστειεύομαι. Αληθινή ιστορία είναι αυτή. Τα πράγματα έχουν ως εξής:
Η Oxbelly, που πήρε το όνομά της από τη Βοϊδοκοιλιά (ναι, την παραλία), είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που διοργανώνει δράσεις γύρω από τις δημιουργικές βιομηχανίες (κυρίως για συγγραφείς και σεναριογράφους). Πρόσφατα, παρήγγειλε μια έρευνα για τον οικονομικό αντίκτυπο του “cash rebate”, του προγράμματος επιστροφής χρημάτων για παραγωγές οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα αυτό, που τρέχει από το 2018, κάνει κυρίως ένα πράγμα: επιστρέφει το 40% των επιλέξιμων δαπανών παραγωγών ταινιών, σειρών, ντοκιμαντέρ ή videogames που γίνονται στη χώρα μας. Ερχεται ο Ράιαν Τζόνσον για να γυρίσει μέρος από το δεύτερο “Knives Out” στην Ελλάδα; Πληρώνει για φαγητά, διαμονές, μισθούς τεχνικών και εργαζομένων, όλα όσα χρειάζεται η παραγωγή της ταινίας εδώ; Ε, κρατάει τις αποδείξεις των περισσότερων από αυτές τις δαπάνες και, μετά το τέλος των γυρισμάτων, τις πηγαίνει σε ένα φορέα που λέγεται ΕΚΚΟΜΕΔ (πρώην ΕΚΟΜΕ) και εισπράττει το 40% του συνολικού ποσού των δαπανών. Ή κάπως έτσι. Δηλαδή, στην πραγματικότητα δεν πηγαίνει ο ίδιος ο Ράιαν Τζόνσον με τις αποδείξεις και τα τιμολόγια για να καταθέσει φάκελο στο γκισέ, ούτε τρέχει η διαδικασία τόσο γρήγορα και τόσο απλά ούτε τα παίρνει τα λεφτά στο χέρι επί τόπου, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έμμεσα, λεφτά των Ελλήνων φορολογουμένων κατέληξαν στην τσέπη του Ντέιβ Μπαουτίστα.
Ο λόγος που γίνεται αυτό, βεβαίως, είναι προφανής: να προσελκύσουμε περισσότερες τέτοιες παραγωγές στην Ελλάδα. Δεν είναι καμιά πρωτότυπη ιδέα. Ογδόντα έξι μέρη του κόσμου είχαν εφαρμόσει την ιδέα πριν μας έρθει και εμάς (και σήμερα είναι περίπου 120). Το έως τώρα αναπάντητο ερώτημα όμως, ήταν: ποιο το αποτέλεσμα; Ποιο το διά ταύτα; Πιάνει το κόλπο; Λειτουργεί; Είναι το πρόσημο θετικό; Αυτό προσπάθησε να απαντήσει η έρευνα, την οποία διεξήγαγε η εξειδικευμένη συμβουλευτική εταιρεία ερευνών Olsberg SPI (με τη συνδρομή και του ΙΟΒΕ) και την οποία μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη εδώ. Οι ερευνητές πήραν τα δεδομένα από τα 291 έργα που επιδοτήθηκαν με αυτό το πρόγραμμα από το 2018 μέχρι το 2025, τα έβαλαν κάτω, τα ανέλυσαν και έβγαλαν μερικά χρήσιμα συμπεράσματα.
Μάθαμε ότι τα τελευταία οκτώ χρόνια, το λοιπόν, το ελληνικό κράτος έχει δώσει 205 εκατομμύρια ευρώ γι’ αυτή τη δουλειά, χρηματοδοτώντας, μάλιστα, κυρίως εγχώριες παραγωγές καθώς 52 από τα 85 έργα που εγκρίθηκαν για το rebate το 2024 ήταν ελληνικά. Και οι ξένες αιτήσεις όμως αυξάνονται γρήγορα: από έξι όλες κι όλες το 2018, ήταν 33 το 2024. Το αποτέλεσμα αυτής της επένδυσης ήταν θεαματικό: 928,7 εκατ. σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και 2.900 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης. Για κάθε 1 ευρώ που επένδυε το κράτος επιδοτώντας αυτές τις παραγωγές, έρχονταν πίσω 4,2 ευρώ ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία. Και μάλιστα, αυτά ήταν τα (άμεσα και έμμεσα) οικονομικά αποτελέσματα των παραγωγών. Δεν περιλαμβάνονται σε αυτά τυχόν οφέλη από την προβολή της χώρας μέσα από τις ταινίες, ή η αξία της εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού που δουλεύει σε αυτές τις παραγωγές και αποκτά εμπειρία και κατάρτιση.
Εδώ αξίζει βεβαίως να κάνουμε μια κριτική παρένθεση για τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδονται τα αποτελέσματα τέτοιων ερευνών στο ευρύ κοινό. Οι αριθμοί της παραπάνω παραγράφου είναι ωραίοι και ενδιαφέροντες και λένε μια ξεκάθαρη, καλά κατανοητή ιστορία στην αναγνώστρια ή τον αναγνώστη. «Το 1 που δίνουμε γίνεται 4,2!», σου λέει. «Χιλιάδες θέσεις εργασίας!». Υπάρχει όμως ένα αλλά. Πάνε και βάζουν δίπλα στα νούμερα και κάτι μεγέθη που, μέσα στη ροή της παραγράφου, διακόπτουν την ιστορία με κάτι που κανένας δεν θέλει: περισσότερες απορίες. Τι είναι οι «ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης;» Ενα τεχνητό μέγεθος που αποτυπώνει το πόσα άτομα πλήρους απασχόλησης θα χρειάζονταν για να γίνει μια δουλειά, αν σε αυτή τη δουλειά απασχολούνταν μόνο άτομα πλήρους απασχόλησης (ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να έχει υλοποιηθεί από άτομα και πλήρους, και μερικής απασχόλησης). Και τι είναι η «ακαθάριστη προστιθέμενη αξία»; Η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγει μια οικονομική δραστηριότητα μείον τις πρώτες ύλες και τις άλλες εισροές (είναι η βάση του υπολογισμού του ΑΕΠ). Αλλά πώς να τα εξηγήσεις αυτά μέσα σε μια παράγραφο που λέει μια απλή ιστορία; Και πώς να τα απαλείψεις, διατηρώντας την επιστημονική ορθότητα; Δύσκολα πράγματα. Κλείνει η παρένθεση.
Οπως και να έχει, το αφήγημα παραμένει ξεκάθαρο: το πρόγραμμα είναι επιτυχημένο. Πολύ επιτυχημένο. Ο μόνος λόγος που δεν θα το χαρακτήριζε κανείς πολύ εύκολα «θρίαμβο» είναι, βεβαίως, ότι δεν ήταν και εντελώς ανέφελο. Κάθε άλλο. Από την αρχή υπήρχαν μεγάλα προβλήματα με τις καθυστερήσεις των πληρωμών. Ταινίες και σειρές γυρίζονταν, προμηθευτές πληρώνονταν, και μετά οι εταιρείες παραγωγής περίμεναν για μήνες για να εισπράξουν τα χρήματα του rebate (ενίοτε καθυστερώντας επόμενες παραγωγές τους, μεταξύ άλλων προβλημάτων). Επίσης, η διαδικασία των αιτήσεων από την αρχή ήταν πολύ γραφειοκρατική, με αποτέλεσμα μεγάλες εταιρείες παραγωγής με λογιστικά γραφεία και δικηγόρους να μπορούν πιο εύκολα να διεκδικήσουν συμμετοχή στο πρόγραμμα. Και, βέβαια, η συμμετοχή ήταν τόσο μεγάλη που κάποια στιγμή το σύστημα κράσαρε. Τα χρωστούμενα συσσωρεύονταν (έφτασαν τα 350 εκατ.), οι αιτήσεις πλήθαιναν, που τελικά τον Μάιο του 2024 το ΕΚΟΜΕ σταμάτησε εντελώς να δέχεται νέες. Χρειάστηκε να φτιαχτεί νέος φορέας (μετά την αμφιλεγόμενη συγχώνευση με το Εθνικό Κέντρο Κινηματογράφου, και μια τιτάνια προσπάθεια να διατηρηθεί όσο πιο αναλλοίωτο το αρκτικόλεξο), το ΕΚΚΟΜΕΔ, και να περάσουν οκτώ μήνες πριν ξαναξεκινήσει να δέχεται αιτήσεις και να τρέχει το πρόγραμμα. Και, αν και τα αποτελέσματα μοιάζουν θεαματικά, και ο πολλαπλασιαστής «4,2» της επένδυσης εντυπωσιακός, μπορεί κανείς να παρατηρήσει στην αντίστοιχη έρευνα που έκανε η ίδια εταιρεία για την περίπτωση της Ισπανίας το 2024, ότι εκεί ο αντίστοιχος πολλαπλασιαστής ήταν 9.
Παρ’ όλα αυτά τα προβλήματα και τις δυσλειτουργίες, το πρόγραμμα λειτούργησε. Πέτυχε τον σκοπό του. Δεν έφερε μόνο τον Ράιαν Τζόνσον στο Πόρτο Χέλι και τον Κρίστοφερ Νόλαν στη Μεθώνη, αλλά και λεφτά στα ταμεία. Και πολλά άλλα πράγματα, έμμεσα οφέλη που δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα προκύψουν, όπως το ότι τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί θεαματικά η ποιότητα (ή, έστω, η ποιότητα παραγωγής) των σειρών που προβάλλονται στην ελληνική τηλεόραση.
Μα άλλος είναι ο λόγος που σας τα λέω όλα αυτά σήμερα. Η συγκεκριμένη επιτυχία δεν μας ήρθε από το διάστημα. Δεν μας την επέβαλαν τίποτε μνημόνια ούτε προέκυψε από μόνη της. Είναι κάτι που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από το ελληνικό κράτος. Και ο τρόπος με τον οποίο αυτό έγινε είναι, κατά τη γνώμη μου, μια ακόμα πιο εντυπωσιακή ιστορία επιτυχίας από τα ίδια τα αποτελέσματα. Γιατί το πρόγραμμα σχεδιάστηκε το 2017 και μπήκε σε λειτουργία το 2018 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ηταν πρωτοβουλία ενός γενικού γραμματέα του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Λευτέρης Κρέτσος το όνομά του). Δεν ήταν μνημονιακή υποχρέωση. Το στήσανε μέσα στον χαμό εκείνης της εποχής Ελληνες δημόσιοι υπάλληλοι και στελέχη. Εφτιαξαν ένα νέο οργανισμό (τον ΕΚΟΜΕ) με όση χρηματοδότηση μπόρεσαν να βρουν υπό ασφυκτικές συνθήκες (για rebate 25%, με ανώτατο όριο τα 5 εκατ. ευρώ ανά πρότζεκτ στην αρχή) και το υλοποίησαν και άρχισε να λειτουργεί. Ηταν μια μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης. Και αυτό που έγινε μετά, ήταν ίσως ακόμα πιο εντυπωσιακό.
Γιατί μετά, άλλαξε η κυβέρνηση. Ηρθαν οι επόμενοι. Και τι έκαναν; Ξήλωσαν τον φορέα των προηγούμενων, μετέφεραν τα λεφτά σε άλλες πρωτοβουλίες, αντικατέστησαν τους ανθρώπους με δικούς τους; Οχι. Κράτησαν τον φορέα όπως ήταν. Με την ίδια διοίκηση. Και μετά, αύξησαν το μπάτζετ. Σταδιακά αύξησαν το rebate στο 40% και το όριο στα 8 εκατ. ανά πρότζεκτ. Το πρόγραμμα είχε συνέχεια. Αυτό που ξεκίνησε από την πρωτοβουλία ενός ανθρώπου, που το υλοποίησε ένα υπουργείο σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, μετατράπηκε σε κάτι άλλο: σε εργαλείο εθνικής πολιτικής.
Στην Ελλάδα έχουμε πολλούς ανθρώπους με καλές ιδέες, αρκετούς ανθρώπους με ικανότητες και μερικές ευκαιρίες αυτές οι δύο ομάδες να υλοποιήσουν, πράγματι, πολιτική. Αλλά έτσι που είναι φτιαγμένη η πολιτική μας κουλτούρα, οι λίγες πολιτικές πρωτοβουλίες που πράγματι υλοποιούνται, σπάνια μακροημερεύουν. Το πρόγραμμα “cash rebate” του ΕΚΚΟΜΕΔ έχει δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας, έχει φέρει 1 δισ. και έχει αναζωογονήσει έναν ολόκληρο κλάδο. Αλλά ο πραγματικός θρίαμβος νομίζω ότι δεν είναι τα νούμερα ή ο Μπενουά Μπλανκ στις Σπέτσες.
Ο πραγματικός θρίαμβος είναι το ότι έγινε. Και ότι λειτουργεί ακόμα, εννέα χρόνια τώρα.
