Τα ρεκόρ του Κριστιάνο Ρονάλντο είναι αναρίθμητα. Το πιο σημαντικό, αυτό με τα χίλια (επισήμως καταγεγραμμένα) γκολ, απέχει μόλις 43 από την πραγματοποίησή του. Και, εφόσον ο 40χρονος Πορτογάλος επιδείξει και φέτος τη συνέπεια στο σκοράρισμα που τον χαρακτηρίζει διαχρονικά, χωρίς αμφιβολία θα το πετύχει μέσα στο 2026.
Στατιστικά, όμως, ο «CR7» έχει πολλά άλλα ρεκόρ, μικρότερης ενδεχομένως σημασίας. Ενα εξ αυτών τον θέλει ως τον ποδοσφαιριστή με τα περισσότερα γκολ με κεφαλιά στην ιστορία του αθλήματος, 156 τον αριθμό.
Ο Μπαρναμπάς Βάργκα δεν φτάνει σε αυτή την… εξωγήινη επίδοση, αλλά έχτισε (έστω και με καθυστέρηση) μια πολύ καλή καριέρα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο, χάρη κυρίως στην ικανότητά του με το κεφάλι, όντας ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους κεφαλοσφαιριστές στον κόσμο αυτή τη στιγμή.
Κέρδισε με το σπαθί του (ή μάλλον με το κεφάλι του) το παρατσούκλι «άρχοντας των αιθέρων» στην Ουγγαρία, όπου έκανε το «μπαμ» τα τελευταία χρόνια και αφού χρειάστηκε να διασχίσει ένα δύσβατο και μακρύ μονοπάτι μέχρι την επιτυχία.
Γεννημένος στο Σομπατέλι και μεγαλωμένος στο Σεντπετέρφα, ένα χωριό που μετά βίας φτάνει τους χίλιους κατοίκους, χρειάστηκε να πάει στη γειτονική Αυστρία, η οποία απέχει μόλις τρία χιλιόμετρα, για να παίξει ποδόσφαιρο σε ημι-επαγγελματικό αρχικά επίπεδο στην πέμπτη κατηγορία, αφού εκεί βρίσκονται τα πιο κοντινά γήπεδα με χορτάρι.
Στα 16 του χρόνια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αυστρία και άρχισε να παίζει μπάλα στην άσημη Εμπεράου, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν για να μπορέσει να συντηρεί τον εαυτό του και, κυρίως, το όνειρό του να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.
Εκανε διάφορες δουλειές, ενίοτε εποχιακές, αφού εργάστηκε και στα αμπέλια της περιοχής. Η δουλειά που περισσότερο τον βοήθησε, όμως, ήταν αυτή του υπαλλήλου σε εταιρεία που τοποθετούσε γκαραζόπορτες. Αυτές, επί της ουσίας, του άνοιξαν και την πόρτα για να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του.
Χωρίς να είναι ιδιαίτερα ψηλός (1,85), έμαθε από μικρός να εκμεταλλεύεται το καλό του άλμα και τη σωστή τοποθέτησή του μέσα στην περιοχή. Δεν δούλεψε ειδικά σε αυτό, αλλά αποδείχθηκε έμφυτο ταλέντο που του εξασφάλισε τα προς το ζην, τον έφερε στα 29 του σε μία από τις κορυφαίες ομάδες της χώρας (Φερεντσβάρος) και τώρα, έστω και πάλι με καθυστέρηση, του ανοίγει τις πόρτες της ΑΕΚ.
Οταν ήταν νεαρός δεν είχε μάνατζερ, αλλά μέσω φίλου ενός άλλου φίλου έπαιξε στη Μάτερσμπουργκ, η οποία τον απέτρεψε από το να βάλει πρόωρο τέλος στην καριέρα του, όταν δεν έβλεπε προκοπή.
Οι επιδόσεις του στο σκοράρισμα στη συγκεκριμένη ομάδα τού επέτρεψαν να επιστρέψει στην Ουγγαρία για να παίξει μπάλα, πρώτα στη δεύτερη κατηγορία (Γκίρμοτ) και στη συνέχεια στην Πακς, όπου μια σεζόν με τον τίτλο του πρώτου σκόρερ ήταν αρκετή για να «ξυπνήσει» τις μεγάλες ομάδες.
Και, πρωτίστως, του επέτρεψε να φορέσει τη φανέλα με το εθνόσημο και να γίνει διεθνής, παρότι δεν είχε παίξει ούτε ένα λεπτό με τις μικρές εθνικές ομάδες της Ουγγαρίας.
Εκανε το διεθνές ντεμπούτο του επτά μήνες προτού γιορτάσει τα 30ά του γενέθλια (η υπομονή είναι μεγάλη αρετή…), μετράει ήδη 28 συμμετοχές με σχεδόν ένα γκολ ανά δύο αγώνες (13 τον αριθμό) και μια γλυκόπικρη, πρώτη εμπειρία σε μεγάλη διοργάνωση.
Γλυκιά, γιατί αποτέλεσε μέλος της Ουγγαρίας που έπαιξε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2024. Πικρή, γιατί λίγο έλειψε να είναι και η τελευταία, όχι μόνο της καριέρας αλλά και της ζωής του!
Στη διάρκεια του αγώνα με τη Σκωτία για τη φάση ομίλων σηκώθηκε για να πάρει μια από τις κεφαλιές που τον έκαναν διάσημο, αλλά ο τερματοφύλακας Ανγκους Γκαν βγήκε να διώξει και τον πήρε παραμάζωμα.
Επεσε αναίσθητος στον αγωνιστικό χώρο, οι ιατρικές υπηρεσίες έσπευσαν να τοποθετήσουν σεντόνια γύρω του για να κάνουν ήσυχες τη δουλειά τους και δέκα λεπτά αργότερα μεταφέρθηκε με φορείο εκτός αγωνιστικού χώρου και διακομίσθηκε άμεσα σε νοσοκομείο της Στουτγάρδης.
Η αγωνία ήταν μεγάλη, ο αρχηγός της εθνικής ομάδας και μέσος της Λίβερπουλ, Ντόμινικ Σόμποσλαϊ, τα έβαλε με το υπεύθυνο ιατρικό τιμ, θεωρώντας ότι καθυστέρησε να δώσει τις πρώτες βοήθειες.
Ευτυχώς, ο Βάργκα αποδείχθηκε… ξερό κεφάλι. Ναι μεν έσπασε τον δεξιό ζυγωματικό, υποβλήθηκε σε επέμβαση και χρειάστηκε για ένα εξάμηνο να φοράει προστατευτική μάσκα, αλλά βγήκε ακόμα πιο δυνατός από αυτή τη δοκιμασία.
Χρειάστηκε, άλλωστε, να κάνει πολλή υπομονή μέχρι να γίνει ένας σπουδαίος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει μια αναποδιά να γκρεμίσει το όνειρό του, το οποίο τον φέρνει πλέον μπροστά σε μια νέα, συναρπαστική δοκιμασία μακριά από τη χώρα του.
Εκτός Ουγγαρίας έκανε τα πρώτα του, αργά βήματα και μακριά από αυτή θέλει να επιβεβαιώσει τον χαρακτηρισμό «killer» που τον ακολουθεί, αφού μόνο την τελευταία τετραετία έχει εκατό (παρά ένα) γκολ, μετρώντας διψήφιο αριθμό τερμάτων σε όλες τις σεζόν της καριέρας του.
Στις 6 Φεβρουαρίου του 2024, σε λιγότερους από επτά μήνες μετά τον σοβαρότατο τραυματισμό του, πέτυχε τέσσερα γκολ (!) στο θριαμβευτικό 5-1 της Φερεντσβάρος επί της μεγάλης αντιπάλου της, της ΜΤΚ Βουδαπέστης.
«Αυτά τα τέσσερα γκολ ήταν βάλσαμο για την ψυχή μου μετά τον τραυματισμό», παραδέχθηκε περιχαρής ο «Μπάρνι», όπως τον φωνάζουν χαϊδευτικά οι δικοί του άνθρωποι, μεταξύ των οποίων η σύντροφός του, Λάουρα Σκράπιτς, με την οποία σχεδιάζει να φτιάξει οικογένεια και, όταν κρεμάσει τα παπούτσια του, να ζήσουν για πάντα στο Σεντπετέρφα.
Ενα χωριουδάκι δίπλα στα αυστρο-ουγγρικά σύνορα, όπου ο «βασιλιάς της κεφαλιάς», όπως επίσης είναι γνωστός, έκανε πιτσιρικάς όνειρα, που τα πραγματοποίησε, έστω και με καθυστέρηση. Κάλλιο αργά, όμως, παρά ποτέ…
