Πρόσφατα διάβασα ένα μικρό βιβλιαράκι ενός από τους διασημότερους παλιούς καλούς πρωτοπόρους της Σίλικον Βάλεϊ, του Τζάρον Λανιέρ. Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει για το περιεχόμενό του: «Ten arguments for deleting your social media accounts right now». Ο Λανιέρ είναι ο «νονός της εικονικής πραγματικότητας», από τις κεντρικές προσωπικότητες της ψηφιακής τεχνολογίας από τη δεκαετία του 1980 κιόλας, μας λέει κάτι που πολλές και πολλοί από εμάς έχουμε πλέον καταλάβει: τα μέσα «κοινωνικής δικτύωσης» είναι εργαλεία που κάνουν πολύ μεγάλο κακό στις κοινωνίες μας και σε καθέναν και καθεμιά από εμάς ξεχωριστά. Τα στοιχεία και τα δεδομένα είναι πλέον πλουσιοπάροχα, οι συνέπειες στις δημοκρατίες μας, στις κοινωνίες μας και στον κόσμο μας είναι οφθαλμοφανείς. Κι άλλοι τα έχουν γράψει αυτά, φυσικά. Αλλά το ενδιαφέρον με το βιβλίο του Λανιέρ είναι το εξής: το έγραψε το 2017. Τα είχε δει όλα αυτά από τότε. Είχε καταλάβει σχεδόν δέκα χρόνια πριν το πώς λειτουργούν αυτά τα εργαλεία, είχε διαγνώσει τις πρώτες συνέπειες. Κι αυτό είναι ταυτόχρονα ενδιαφέρον και απογοητευτικό. Γιατί έκτοτε οι κοινωνίες όχι απλά δεν περιόρισαν τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας που τα ελέγχουν, όχι μόνο δεν επέβαλαν περιορισμούς, ελέγχους και δικλεδες ασφαλείας για να προστατεύσουν τους πολίτες –τα παιδιά!–, αλλά το αντίθετο, αδιαφόρησαν για τις προειδοποιήσεις, για τις νηφάλιες φωνές και για τα αποτελέσματα αλλεπάλληλων ερευνών, και τις άφησαν ανεξέλεγκτες. Την εποχή που κυκλοφόρησε το βιβλίο, το Facebook είχε κεφαλαιοποίηση 400 δισ. δολάρια. Σήμερα έχει τετραπλάσια. Ο Λανιέρ το έγραψε προτρέποντας όλους μας να «κλείσουμε τα social media» πολύ πριν ο Ελον Μασκ αγοράσει το Twitter και το μετατρέψει σε έναν ακροδεξιό οχετό, πολύ πριν οι εταιρείες τεχνολογίας υποταχθούν σύσσωμες στον Τραμπ, πολύ πριν ο Τραμπ βγάλει δικιά του πλατφόρμα social media, στην οποία ανακοινώνει τις πολιτικές του (τρόπος του λέγειν), πολύ πριν ο Τραμπ βγάλει κρυπτονόμισμα, πριν ο Τραμπ επανεκλεγεί, πριν εμφανιστεί το TikTok. Εκείνος έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου τότε, θεωρούσε ότι είναι ήδη πολύ αργά. Εκτοτε σχεδόν κανένας δεν τον άκουσε. Και, πράγματι, τα πράγματα πήγαν πολύ, πολύ χειρότερα.
Ο Λανιέρ χαρακτηρίζει αυτό που μας κάνουν τα social media ως «αλλοίωση συμπεριφοράς». Η χρήση αυτών των υπηρεσιών, λέει, μολονότι μας προσφέρει οφέλη, ταυτόχρονα επηρεάζει τη συμπεριφορά, τις στάσεις και τις απόψεις μας με θεμελιώδεις και αόρατους τρόπους. Είναι ένα γιγάντιο, παγκόσμιο πείραμα, στο οποίο εμείς, οι χρήστες, είμαστε τα πειραματόζωα. Σαν το πείραμα του Σκίνερ, που έδινε μεζεδάκια στα ζώα που είχε κλεισμένα στα κλουβιά, όποτε έκαναν κάτι καλό, εκπαιδεύοντάς τα, αλλοιώνοντας έτσι τη συμπεριφορά τους. Ή τα γνωστά πειράματα του Παβλόφ με τα σκυλάκια και τα καμπανάκια. Το θέμα με τα επιστημονικά πειράματα που γίνονται στους ανθρώπους, βεβαίως, είναι ότι οι άνθρωποι σχεδόν πάντα γνωρίζουν ότι συμμετέχουν σε ένα πείραμα. Εχουν υπογράψει κάτι, βρίσκονται σε ελεγχόμενο περιβάλλον, αντιλαμβάνονται ότι κάνουν κάτι με τη θέλησή τους. Στα social media το πείραμα γίνεται ερήμην μας. «Το βιβλίο αυτό», γράφει, «καταγράφει δέκα λόγους για το ότι όλα αυτά, που έχουν γίνει μια κανονικότητα –η διεξοδική μας παρακολούθηση, η έντονη, αδιόρατη χειραγώγηση– είναι ανήθικα, μοχθηρά, επικίνδυνα και απάνθρωπα».
Τα επιχειρήματα του Λανιέρ είναι δέκα:
Χρησιμοποιώντας τα social media γινόμαστε πειραματόζωα και, ουσιαστικά, με πολύ ρεαλιστικούς και πρακτικούς τρόπους, χάνουμε την ελεύθερη βούλησή μας.
Τα social media μάς μετατρέπουν σε αυτό που αποκαλεί «assholes». Εχουμε και στα ελληνικά μια αντίστοιχη λέξη που το αποτυπώνει αποτελεσματικά.
Τα social media υπονομεύουν την αλήθεια.
Τα social media καταστρέφουν την ικανότητά μας να νιώθουμε ενσυναίσθηση, να ερχόμαστε στη θέση του άλλου.
Τα social media μάς κάνουν δυστυχισμένους.
Τα social media μάς θέλουν οικονομικά αναξιοπρεπείς.
Τα social media καταργούν την πολιτική.
Τα social media μισούν την ψυχή μας και, τέλος,
το να κλείσουμε τα social media είναι το καλύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε για να αντέξουμε στους παλαβούς καιρούς μας.
Ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο αυτές οι πλατφόρμες κατοχύρωσαν την κυριαρχία τους, βεβαίως, είναι διπλός: αφενός η εθιστική τους φύση αλλά, ταυτόχρονα, το επονομαζόμενο «network effect». Μια τέτοια υπηρεσία έχει χρησιμότητα μόνο αν τη χρησιμοποιεί ικανός αριθμός ανθρώπων. Αν μέσα είναι ελάχιστοι χρήστες που αναρτούν ελάχιστες αναρτήσεις, κανένας δεν μπαίνει. Αν όμως μπουν όλοι, η αξία του –και η ισχύς του– γίνεται απεριόριστη. Από ένα σημείο και μετά είναι αδύνατο να φύγει κανείς για να πάει σε μια άλλη, καινούργια υπηρεσία, που δεν έχει κανέναν μέσα.
Επιπλέον, τα social media είναι περιβάλλοντα όπου το σημαντικότερο πράγμα είναι ένα: η προσοχή. Ολοι οι παραγωγοί περιεχομένου αυτό διεκδικούν, την προσοχή του κοινού, τα μάτια του, τα βλέμματά του. Και ποιοι κερδίζουν ευκολότερα τη μεγαλύτερη προσοχή; Οι «assholes». Οι αγενείς, οι κραυγαλέοι, αυτοί που προκαλούν έντονες αντιδράσεις με τα λεγόμενά τους. Αυτούς προωθεί ο αλγόριθμος, επειδή αυτοί πυροδοτούν τα εντονότερα συναισθήματα και, έτσι, παράγουν και το μεγαλύτερο «engagement». Οποιος δεν πληρώνει για να ακουστεί εντονότερα σε αυτό το περιβάλλον, είναι απλά θύμα, πειραματόζωο, δέκτης. Η δικιά του συμπεριφορά είναι που «αλλοιώνεται».
Το πώς λειτουργούν αυτοί οι μηχανισμοί, παρεμπιπτόντως, δεν το έχει εξηγήσει παραστατικά μόνο ο Λανιέρ. «Σας δίναμε μια τζούρα ντοπαμίνης με κάθε like, εκμεταλλευόμενοι μια ευαλωτότητα της ανθρώπινης ψυχολογίας. Το ξέραμε, το καταλαβαίναμε. Ο Ζάκερμπεργκ, ο Κέβιν Σίστρομ του Instagram, εγώ. Και το κάναμε παρ’ όλα αυτά. Ενας Θεός ξέρει τι επιπτώσεις έχει στα παιδιά μας». Ο Σον Πάρκερ τα έλεγε αυτά, ο πρώτος πρόεδρος του Facebook. «Αυτές οι λούπες ανάδρασης ντοπαμίνης που δημιουργήσαμε στους ανθρώπους καταστρέφουν το πώς λειτουργούν οι κοινωνίες μας. Οχι πια πολιτισμένος διάλογος, όχι συνεργασία, μόνο παραπληροφόρηση και ψέματα. Νιώθω τρομερές ενοχές. Νομίζω ότι το ξέραμε όλοι, παρόλο που λέγαμε ότι μάλλον δεν θα υπάρχουν αρνητικές συνέπειες. Νομίζω ότι το ξέραμε ότι κάτι κακό θα συμβεί. Και τελικά είμαστε σε πολύ κακό σημείο τώρα. (Αυτά τα εργαλεία) έχουν αλλάξει θεμελιωδώς το πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι μεταξύ τους». Αυτά τα έλεγε ο Τσαμάθ Παλιχαπιτίγια, ο οποίος είχε υπάρξει αντιπρόεδρος στο Facebook, σε μια κρίση ειλικρίνειας. Εκτοτε ο Παλιχαπιτίγια τις διαχειρίστηκε τις τύψεις του μάλλον, το δούλεψε, τα βρήκε με τον εαυτό του, και πλέον έχει γίνει ένας από τους ένθερμους ευαγγελιστές της συμπόρευσης της τεχνο-ολιγαρχίας με τον Τραμπ. Αλλά το βασικό συμπέρασμα είναι: οι άνθρωποι αυτοί ήξεραν τι έκαναν. Ξέρουν τι κάνουν οι πλατφόρμες τους στους απλούς χρήστες και στις κοινωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί δεν αφήνουν τα δικά τους παιδιά να τις χρησιμοποιούν.
Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Ο ίδιος ο Λανιέρ συμμετείχε στη συμμαχία πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων που «έχτισαν» το πρώτο ίντερνετ, τις βασικές υποδομές τού τι θα ήταν και τι θα έκανε το παγκόσμιο δίκτυο ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Κάποιες επιλογές που έγιναν τότε όρισαν το πώς θα διαμορφώνονταν οι υπηρεσίες σε αυτό το μέσο στο μέλλον. Επιλέχτηκε, για παράδειγμα, το νέο δίκτυο να μην έχει μηχανισμό ταυτοποίησης ανθρώπων. Οι υπολογιστές που συμμετείχαν στο δίκτυο είχαν κωδικούς που τους ταυτοποιούσαν, αλλά οι χρήστες όχι. Επίσης, το δίκτυο δεν είχε καμία υποδομή για την υποστήριξη πληρωμών ή ασφαλούς μεταφοράς χρημάτων. Αυτά ήταν σχετικά εύκολες λύσεις που θα μπορούσαν να φτιαχτούν και να ενταχθούν στη βασική υποδομή του δικτύου από τότε, μαζί με την υποδομή μεταφοράς διαφόρων μορφών αρχείων και θα ήταν, όπως και όλο το υπόλοιπο ίντερνετ, δωρεάν. Υπήρχαν βέβαια επιχειρήματα κατά (θέματα που είχαν να κάνουν με την ασφάλεια και την προστασία των ατομικών δεδομένων), αλλά υπήρχαν και λύσεις για αυτές τις ενστάσεις. Το σημαντικό είναι ότι τότε οι άνθρωποι που έπαιρναν τις αποφάσεις αφελώς σκέφτηκαν πως τέτοια ζητούμενα θα ήταν καλύτερο να τα λύσει «η αγορά», παραβλέποντας τις συνέπειες του «network effect», ανήμποροι να προβλέψουν ότι όποιοι προλάβαιναν να καλύψουν αυτά τα κενά θα είχαν μια τεράστια ευκαιρία να χτίσουν πανίσχυρα ολιγοπώλια και να μετατρέψουν το ανοιχτό, ελεύθερο ίντερνετ σε ένα κλειστό, ελεγχόμενο από μια χούφτα εταιρείες μέσο.
Το αποτέλεσμα σήμερα δεν είναι απλώς η δημιουργία ενός περιβάλλοντος «αλλοίωσης συμπεριφοράς» των δισεκατομμυρίων χρηστών αυτών των εργαλείων. Ο Λανιέρ εξηγεί ότι οι εταιρείες αυτές βγάζουν τα λεφτά τους από άλλες, μικρότερες εταιρείες που πληρώνουν για «διαφήμιση». Οι εταιρείες δίνουν τα λεφτά τους ακριβώς με αυτόν τον σκοπό: για να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών (ή των ψηφοφόρων) ώστε να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Εκ πρώτης όψεως αυτό δεν μοιάζει να διαφέρει πολύ από τις διαφημίσεις στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο. Αλλά υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά: στα social media αυτή η δουλειά γίνεται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, και στο σκοτάδι. Το 2016 τα στελέχη των εταιρειών τεχνολογίας κατέθεταν ενόρκως ότι δεν ήξεραν πως οι πελάτες τους ήταν Ρώσοι που πλήρωναν για να διασπείρουν παραπληροφόρηση και να επηρεάσουν ψηφοφόρους στο Facebook. Πιθανότατα έλεγαν αλήθεια. Το αποτέλεσμα όμως ότι οι καταναλωτές, οι δωρεάν χρήστες του Facebook, είναι τυφλά πειραματόζωα που όχι μόνο δεν συνειδητοποιούν ότι είναι πειραματόζωα, αλλά που επίσης δεν (μπορούν να) ξέρουν ούτε καν ποιος διεξάγει το πείραμα.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, το πρόβλημα. Οχι η τεχνολογία αυτή καθαυτήν, αλλά το ότι η τεχνολογία έχει τεθεί στην υπηρεσία επιχειρηματικών μοντέλων που βασίζονται σε πελάτες που πληρώνουν για να αλλάξουν οι απόψεις ή οι συμπεριφορές του κόσμου που τη χρησιμοποιεί. Παραλληλίζει τα social media με την μπογιά που περιείχε μόλυβδο. Οταν ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος που βάφει τα σπίτια του με τέτοιες μπογιές αρρωσταίνει, οι μπογιές αυτές απαγορεύτηκαν. Πολλοί θεωρούν ότι, καίτοι επικίνδυνα, τα social media είναι δύσκολο ή και αδύνατο να τα ρυθμίσεις ή να τα απαγορεύσεις. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, αυτά τα επιχειρηματικά μοντέλα είναι τόσο επιτυχημένα, όμως, που αλλάζουν μόνο με έναν τρόπο: αν όλοι κλείσουμε τους λογαριασμούς μας. Αν σταματήσουμε να συμμετέχουμε. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, λέει. Δεν είναι ο μόνος.
«Δεν έχω λύση γι’ αυτό το πρόβλημα», έλεγε τότε, στα παλιά χρόνια, και ο Τσαμάθ Παλιχαπιτίγια του Facebook. «Η μόνη λύση είναι το ότι δεν τα χρησιμοποιώ αυτά τα εργαλεία πια. Εχω χρόνια να τα χρησιμοποιήσω».

