Την προηγούμενη αλλά και την προπροηγούμενη Τετάρτη μιλήσμε για ένα βιβλίο, το “Poverty, by America” του Αμερικανού κοινωνιολόγου Μάθιου Ντέσμοντ, που αναλύει πώς και γιατί υπάρχει τόση φτώχεια στις ΗΠΑ. Η βασική θέση του βιβλίου είναι πως από τη διαιώνιση της φτώχειας κάποιες και κάποιοι επωφελούνται. Κι αυτοί είναι όλοι οι υπόλοιποι. Οχι μόνο οι πλούσιοι, αλλά και η μεσαία τάξη. Είπαμε τα περισσότερα δεδομένα για το πώς γίνεται αυτό, από το ότι η επιδοματική πολιτική του κράτους στηρίζει περισσότερο τους ήδη ευκατάστατους από ό,τι αυτούς που έχουν ανάγκη, μέχρι το ότι το ξεχαρβάλωμα της αγοράς εργασίας αποδυναμώνει τόσο τους εργαζόμενους, ώστε σε εκείνη τη χώρα έχουν φτάσει στην κατάσταση πλήρους απασχόλησης εργάτες να μη βγάζουν αρκετά για να φάνε.
Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι τρόποι με τους οποίους το σύστημα κρατά τους φτωχούς παγιδευμένους στη φτώχεια, επίτηδες, προς όφελος όλων των υπόλοιπων κοινωνικών τάξεων. Εδώ, στο τρίτο και τελευταίο μέρος αυτού του μικρού αφιερώματος, θα τους δούμε αναλυτικά και, μετά, στο τέλος, θα δούμε και τι λέει ο Ντέσμοντ για τις διαθέσιμες λύσεις.
Στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Ντέσμοντ αναλύει με λεπτομέρειες πώς ακριβώς οι ιδιοκτήτες ακινήτων βγάζουν πολλά λεφτά από τους πιο φτωχούς ενοικιαστές. Ο βασικός μηχανισμός είναι ο εξής: οι πολύ φτωχές οικογένειες δεν έχουν πολλές επιλογές για την κατοικία τους. Αυτό οι ιδιοκτήτες το ξέρουν και το εκμεταλλεύονται. Τους αναγκάζουν να πληρώνουν αναλογικά εξωφρενικά ενοίκια, καθότι η εναλλακτική τους δεν είναι να διαλέξουν ένα άλλο σπίτι, αλλά να μείνουν στον δρόμο. Ο Ντέσμοντ, μάζι με έναν συνεργάτη του, επεξεργάστηκαν μια γιγάντια βάση με οικονομικά στοιχεία ιδιοκτητών ακινήτων για να επιβεβαιώσουν ότι, όντως, κάτι τέτοιο συμβαίνει και στην πράξη. Βρήκαν πως οι ιδιοκτήτες που νοικιάζουν σπίτια σε γειτονιές της μεσαίας τάξης βγάζουν κατά μέσο όρο κέρδος 225 δολάρια τον μήνα ανά ακίνητο. Αυτοί που νοικιάζουν ακίνητα σε πλούσιες περιοχές, βγάζουν μεγαλύτερο κέρδος: 250 δολάρια τον μήνα. Εχουν μεγαλύτερα έξοδα για συντήρηση, φόρους κ.λπ., αλλά χρεώνουν και πολύ υψηλότερα νοίκια. Αυτοί όμως που νοικιάζουν τα χειρότερα ακίνητα στις φτωχότερες περιοχές, βγάζουν το μεγαλύτερο κέρδος από όλους: 300 δολάρια τον μήνα για κάθε χρέπι που νοικιάζουν σε πάμπτωχες οικογένειες. Γιατί βγάζουν τόσο μεγάλο κέρδος; Κυρίως επειδή τα κόστη τους είναι πολύ χαμηλότερα (δεν επιδιορθώνουν τίποτε, τα σπίτια είναι πιο παλιά και φτηνά οπότε, αν υπάρχουν δάνεια, είναι πολύ χαμηλότερες οι δόσεις) αλλά παρ’ όλα αυτά δεν χρεώνουν αντίστοιχα χαμηλά ενοίκια. Σε μια χώρα, μάλιστα, όπου οι εξώσεις γίνονται πολύ πιο εύκολα και η προστασία των ενοικιαστών είναι σχεδόν ανύπαρκτη, οι ιδιοκτήτες αυτών των ακινήτων έχουν ελάχιστα κίνητρα να μη γίνουν εντελώς αδίστακτοι. Ο συγγραφέας εξηγεί με λεπτομέρειες πώς έχει δημιουργηθεί αυτή η τάξη ανθρώπων των οποίων η δουλειά είναι να είναι ιδιοκτήτες πολύ φτηνών ακινήτων σε πολύ κακή κατάσταση, μετατρέποντας κάτι που είναι μια βασική ανάγκη των ανθρώπων (η στέγη) σε αποκλειστική τους απασχόληση.
Αλλά, θα πει κανείς, γιατί οι φτωχοί δεν έχουν επιλογές; Αν τα νοίκια των άθλιων σπιτιών διαφέρουν τόσο λίγο από τα πιο αξιοπρεπή, γιατί δεν φεύγουν; Γιατί δεν πάνε σε λίγο ακριβότερα σπίτια, αλλά με πολύ καλύτερες συνθήκες; Κι εκεί είναι το λάθος: πολλοί φαντάζονται ότι οι φτωχοί έχουν την ίδια ευχέρεια επιλογών με τη μεσαία τάξη. Αλλά δεν τους αφήνουν. Σε μια χώρα όπου κατασκευάζονται λίγα νέα σπίτια (αναλογικά με τη ζήτηση) ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος και οι φτωχοί, που συχνά έχουν ιστορικό εξώσεων (ενίοτε και φυλακίσεων), συχνά δεν έχουν σταθερή δουλειά και σχεδόν ποτέ δεν έχουν πρόσβαση σε δανεισμό ή πιστωτικές κάρτες, απλά δεν γίνονται δεκτοί ως ενοικιαστές σε καλύτερα σπίτια. Και, βέβαια, οι μαύροι ενοικιαστές πάντα και παντού αντιμετωπίζονται χειρότερα από ό,τι οι λευκοί. Για τον ίδιο λόγο, επίσης, οι φτωχοί δεν έχουν πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια, ακόμα και στις περιπτώσεις που, θεωρητικά, η δόση ενός δανείου θα ήταν χαμηλότερη από το ενοίκιο που καλούνται να πληρώσουν για το σπίτι τους. Αν και πλέον ο αποκλεισμός των φτωχών από τα τραπεζικά προϊόντα δεν είναι θεσμικός (παλιά στις ΗΠΑ οι τράπεζες δεν δέχονταν να δώσουν δάνεια σε μαύρους) είναι, ωστόσο, εξίσου αληθινός. Αυτήν την παγίδα ο Ντέσμοντ την έχει αναλύσει και στο άλλο εξαιρετικό του βιβλίο, που εμβάθυνε στην στρεβλή αγορά της στέγασης στις ΗΠΑ.
Στις ΗΠΑ, δε, και άλλες προστασίες που εδώ φαντάζουν αυτονόητες δεν υπάρχουν. Στο τραπεζικό σύστημα, για παράδειγμα. Οι αμερικανικές τράπεζες επιτρέπουν στους πελάτες τους να κάνουν ανάληψη μεγαλύτερα ποσά από το υπόλοιπο του λογαριασμού τους, χρεώνοντας αδιανόητα «πρόστιμα» όμως για τέτοιες υπεραναλήψεις, που αντιστοιχούν σε υπέρογκους τόκους. Μπορεί κάποιος να σηκώσει σε ώρα ανάγκης 20 δολάρια που δεν έχει, και να καταλήξει να χρωστάει 200 στην τράπεζα για το προνόμιο. Είναι σαν νόμιμη τοκογλυφία. Και βέβαια και στις τράπεζες οι ανισότητες κυριαρχούν. Μαύροι που ανήκουν στη μεσαία τάξη, με εισοδήματα 75-100.000 δολάρια τον χρόνο, αποδείχτηκε ότι πληρώνουν υψηλότερα επιτόκια στα στεγαστικά τους δάνεια από ό,τι λευκοί με εισοδήματα 35.000.
Αυτό το αχαλίνωτο πλαίσιο στο οποίο οι τράπεζες κάνουν λίγο-πολύ ό,τι θέλουν οδήγησε μετά την απορρύθμιση του 1980 και στην ελεύθερη ανάπτυξη και άλλων ληστρικών τραπεζικών προϊόντων που απευθύνονται στους φτωχότερους. Γιατί παλαιότερα, όταν υπήρχαν στιβαρές ρυθμίσεις και για τις τράπεζες, και υπήρχαν όρια στα δάνεια που μπορούσαν να εκδώσουν, οι τράπεζες απέκλειαν πλήρως τους φτωχούς. Δεν είχε νόημα να τους δίνουν δάνεια με επιτόκια 5-10%. Αλλά όταν τους δόθηκε η δυνατότητα να δίνουν ό,τι δάνεια θέλουν, το ρίσκο του να πουλάνε υπηρεσίες στους φτωχούς μετριαζόταν από το ότι τους χρέωναν επιτόκια 300% ή 700%. Αρχισαν λοιπόν να πουλάνε «ημερήσια» καταναλωτικά δάνεια με τέτοια εξωφρενικά επιτόκια στους ανθρώπους που είχαν άμεση ανάγκη για μετρητά –μια κανονική, νόμιμη τοκογλυφία. Το αποτέλεσμα ήταν άνθρωποι που ήταν ήδη φτωχοί, να βουλιάζουν σε μια τρύπα χρεών από την οποία είναι εντελώς αδύνατο να βγουν.
Γενικά πολλές φορές δεν θυμόμαστε και δεν συζητάμε ότι, όπως γράφει ο Ντέσμοντ, «οι ΗΠΑ δεν έχουν ένα οικονομικό σύστημα, αλλά δύο. Ενα για τους φτωχούς, και ένα για τους υπόλοιπους». Αν θέλαμε να είμαστε πιο ακριβείς, θα λέγαμε ότι έχει τρία: ένα για τους φτωχούς, ένα για τη μεσαία τάξη και ένα για τους πολύ λίγους βαθύπλουτους. Οι τελευταίοι είναι σε μια άλλη κατηγορία και για αυτούς νόμοι και κανόνες που ισχύουν για τους υπόλοιπους δεν ισχύουν. Αλλά σίγουρα, όπως περιγράφει ο Ντέσμοντ στο βιβλίο, οι φτωχοί έχουν ένα ξεχωριστό τραπεζικό σύστημα, φτιαγμένο ειδικά για να τους ξεζουμίζει κάθε τελευταίο δολάριο και να τους στριμώχνει όσο πιο βαθιά στην τρύπα της φτώχειας γίνεται. Ενα ξεχωριστό στεγαστικό σύστημα, φτιαγμένο για να εξασφαλίζει ότι θα πληρώνουν αναλογικά περισσότερα από όλους για τα χειρότερα σπίτια από όλους. Και την πιο ανεξέλεγκτη, απορρυθμισμένη αγορά εργασίας που εξασφαλίζει ότι θα βγάζουν τα λιγότερα χρήματα που είναι δυνατόν, με τις λιγότερες προστασίες και καλύψεις, και τις χειρότερες δυνατές συνθήκες, για να βγάζουν όλοι οι υπόλοιποι το μέγιστο δυνατό κέρδος.
Ο Ντέσμοντ συνοψίζει το πώς έχει στηθεί όλο αυτό το σύστημα διαιώνισης της φτώχειας ως εξής: «Να το εγχειρίδιο. Πρώτον, επιτρέψτε στις ελίτ να συσσωρεύουν έναν πόρο όπως το χρήμα ή η γη. Δεύτερον, προσποιηθείτε ότι αυτή η ρύθμιση είναι φυσική, αναπόφευκτη ή, ακόμα καλύτερα, αγνοήστε την εντελώς. Τρίτον, προσπαθήστε να αντιμετωπίσετε τα κοινωνικά προβλήματα που προκαλούνται από τη συσσώρευση πόρων μόνο με τους λιγοστούς πόρους που έχουν απομείνει. Ετσι, αντί να κάνετε τους πλούσιους να πληρώσουν όλους τους φόρους τους, για παράδειγμα, σχεδιάστε ένα κράτος πρόνοιας γύρω από τον πενιχρό προϋπολογισμό που σας απομένει όταν δεν το κάνουν. Τέταρτον, αποτύχετε. Αποτύχετε να μειώσετε το ποσοστό φτώχειας. Αποτύχετε να χτίσετε προσιτά σπίτια. Πέμπτον, ισχυριστείτε ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε. Προλογίστε τα σχόλιά σας λέγοντας: “Σε έναν κόσμο με λιγοστούς πόρους…”. Κατηγορήστε τα κυβερνητικά προγράμματα. Κατηγορήστε τον καπιταλισμό. Κατηγορήστε το άλλο πολιτικό κόμμα. Κατηγορήστε τους μετανάστες. Κατηγορήστε όποιον θέλετε. Εκτός από αυτούς που φταίνε».
Ετσι λειτουργεί, ουσιαστικά, το σύστημα. Είναι στημένο για να ωφελεί τους ήδη ευκατάστατους, και μάλιστα με τρόπο που να μην «ντρέπεται» κανείς. Οι πλούσιοι Αμερικανοί μοιάζουν να μη συνειδητοποιούν καν ότι είναι κρατικοδίαιτοι και παντοιοτρόπως προνομιούχοι. Την ίδια ώρα, η κοινωνία κάνει τους λίγους φτωχούς που κατορθώνουν να επωφεληθούν από κρατικά προγράμματα στήριξης να ντρέπονται. Τους αποκαλεί «βδέλλες» και «παράσιτα» που ζούν από επιδόματα και δεν θέλουν να δουλέψουν. Οπως το περιγράφει, είναι μια τοξική κοινωνική πραγματικότητα, ένα πραγματικά αρρωστημένο περιβάλλον. Και, αν και τα συστήματα σε χώρες όπως η δική μας διαφέρουν στις λεπτομέρειες, τελικά δεν διαφέρουν πολύ στη φιλοσοφία. Μόνο που στις ΗΠΑ το πάνε το θέμα στα άκρα.
Αξίζει να το υπενθυμίσουμε εδώ ότι οι πλούσιοι Αμερικανοί είναι πιο πλούσιοι από όλους τους ανθρώπους στον κόσμο. Εχουν τα μεγαλύτερα σπίτια, τα μεγαλύτερα αυτοκίνητα, καταναλώνουν περισσότερο, ξοδεύουν περισσότερα για προϊόντα πολυτελείας και για ταξίδια από ό,τι οι πλούσιοι σε άλλες πλούσιες χώρες. Και κανένας σε εκείνη τη χώρα δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτή δεν είναι απλά μια πραγματικότητα που συνυπάρχει με την κολοσσιαία φτώχεια στην ίδια χώρα, στην ίδια κοινωνία, αλλά ότι εξαρτάται από τη διαιώνιση αυτής της φτώχειας. Επωφελείται από αυτήν.
Αυτός ο διαχωρισμός έχει συνέπειες, και καταλήγει σε έναν φαύλο κύκλο. Οι πλούσιοι, οι μεσαίοι και οι φτωχοί καταλήγουν να ζουν σε διαφορετικούς κόσμους. Οσο οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, παύουν να εξαρτώνται ή να χρειάζονται τις δημόσιες υποδομές (σχολεία, νοσοκομεία, πάρκα, κρατικά προγράμματα) και, σταδιακά, παύουν να ενδιαφέρονται γι’ αυτές. Και, καθώς μαζί με τον πλούτο συσσωρεύουν και πολιτική επιρροή και ισχύ, παύουν να έχουν κίνητρο να τις υπερασπιστούν ή να τις ζητούν από το πολιτικό προσωπικό, ή να έχουν καμία όρεξη να πληρώνουν φόρους γι’ αυτές. Είναι ένα σοβαρό πρόβλημα που αφορά πολλές κοινωνίες στον κόσμο –και τη δική μας. Τα τελευταία 50 χρόνια τα ιδιωτικά εισοδήματα αυξήθηκαν στις ΗΠΑ κατά 317% (φυσικά πολύ περισσότερο στους πολύ πλούσιους, ελάχιστα ή καθόλου στους φτωχούς) αλλά στο ίδιο διάστημα τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν μόνο κατά 252%. Τα λεφτά πάνε στις τσέπες των πλουσίων και έτσι μένουν λιγότερα για δημόσιες επενδύσεις που μπορούν να ωφελήσουν όλους, και τους φτωχότερους. Οι δάσκαλοι στα δημόσια σχολεία των ΗΠΑ πρέπει να αγοράζουν υλικά για την τάξη με χρήματα από την τσέπη τους (και να οδηγούν και Uber τα απογεύματα για να βγάλουν τα προς το ζην), αλλά οι πλουσιότεροι τώρα μπορούν να παραγγέλνουν τα πάντα στο σπίτι και να ταξιδεύουν συχνότερα στο εξωτερικό.
Πώς λύνεται αυτό το πρόβλημα; Ο συγγραφέας καταλήγει και σε προτάσεις και, μάλιστα, υπολογίζει και το πόσο θα μπορούσε να κοστίσει η καταπολέμηση της φτώχειας στη χώρα του. Το 2020, λέει, το κενό εισοδημάτων που χώριζε όσες και όσους βρίσκονταν κάτω από το όριο της φτώχειας από αυτό το όριο ήταν 177 δισ. δολάρια. Τόσα λείπουν από όλους αυτούς τους ανθρώπους ώστε να μην είναι φτωχοί. Λιγότερο από το 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Μόλις το 40% της περιουσίας ενός μεμονωμένου ανθρώπου, του Ελον Μασκ. Σήμερα υπάρχουν δέκα Αμερικανοί με μεγαλύτερες περιουσίες από αυτό το ποσό. Σύμφωνα με υπολογισμούς, η φοροαποφυγή και και η φοροδιαφυγή στις ΗΠΑ κοστίζουν περίπου 1 τρισ. δολάρια στο κράτος. Αυτή θα μπορούσε να είναι μία πηγή. Η αύξηση της φορολογίας (ή έστω, η κατάργηση κάποιων από τις ιλιγγιώδεις φοροαπαλλαγές) για τους πολύ πλούσιους θα ήταν άλλη μία. Μόνο η είσπραξη των απλήρωτων φόρων εισοδήματος από το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού θα έφερνε, λέει, 175 δισ. δολάρια, δηλαδή σχεδόν όλο το ποσό. Δεν είναι τίποτε. Απλά δεν υπάρχει καμία πολιτική βούληση για αλλαγές και ρυθμίσεις, ή για να εισπραχθούν αυτά τα ποσά.
«Η φτώχεια», καταλήγει ο Ντέσμοντ, «δεν είναι απλά η κατάσταση του να μην έχεις λεφτά. Είναι η κατάσταση του να μην έχεις επιλογές, και του να σε εκμεταλλεύονται όλοι γι’ αυτό».
Το συμπέρασμα αυτό, βεβαίως, δεν είναι καινούργιο. Το διαπίστωσε ο Λέων Τολστόι το 1881, όταν μετακόμισε στη Μόσχα και είδε με τα μάτια του πώς ζουν οι φτωχοί. Μελέτησε το πρόβλημα, γνώρισε τους ανθρώπους, άκουσε τις ιστορίες τους και, σιγά σιγά, κατάλαβε τι συμβαίνει. Είδε ότι το πρόβλημα δεν ήταν οι δουλειές, οι ίδοι οι άνθρωποι ή οι επιλογές τους. Το πρόβλημα ήταν ο ίδιος και οι υπόλοιποι ευκατάστατοι Ρώσοι. «Κάθομαι πάνω στη ράχη ενός ανθρώπου», έγραψε, «τον πνίγω, τον αναγκάζω να με κουβαλήσει, κι ωστόσο πείθω τον εαυτό μου και τους άλλους ότι τον λυπάμαι, ότι θέλω να να τον βοηθήσω με κάθε τρόπο –εκτός από το να κατέβω από τη ράχη του».

