Την προηγούμενη Τετάρτη γράψαμε για ένα βιβλίο, το “Poverty, by America” του Αμερικανού κοινωνιολόγου Μάθιου Ντέσμοντ, που αναλύει πώς και γιατί υπάρχει τόση φτώχεια στις ΗΠΑ. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με θυμό, γεμάτο πληροφορία αλλά και ακτιβιστική ζέση, φτιαγμένο όχι μόνο για να ενημερώσει, αλλά και για να κινητοποιήσει.
Στο προηγούμενο newsletter είπαμε για τα βασικά: στις ΗΠΑ υπάρχει πολύ περισσότερη και βαθύτερη φτώχεια από ό,τι στις περισσότερες άλλες πλούσιες χώρες του κόσμου, και καμία από τις συνηθισμένες ερμηνείες δεν αρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο. Η βασική εξήγηση, όπως τεκμηριώνει ικανοποιητικά το βιβλίο, είναι ότι από τη διαιώνιση της φτώχειας κάποιες και κάποιοι επωφελούνται. Κι αυτοί είναι όλοι οι υπόλοιποι. Οχι μόνο οι πλούσιοι, αλλά και η μεσαία τάξη.
Πώς λειτουργεί αυτό το σύστημα; Με τρεις τρόπους, λέει ο Ντέσμοντ. Πρώτον, όλοι οι υπόλοιποι εκμεταλλεύονται τους φτωχούς. Περιορίζουμε τις επιλογές τους στην αγορά εργασίας, μειώνοντας όσο το δυνατό τους μισθούς τους. Τους αναγκάζουμε να πληρώνουν δυσανάλογα πολλά για τη στέγαση ή για την πρόσβαση σε δάνεια ή τραπεζικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιποι επωφελούμαστε από αυτήν την κατάσταση, είτε είμαστε επιχειρήσεις (από το χαμηλό κόστος εργασίας) είτε καταναλωτές (από τα φτηνά προϊόντα και τις υπηρεσίες) είτε επενδυτές είτε ιδιοκτήτες ακινήτων είτε τραπεζίτες. Δεύτερον, παίρνουμε χρήματα που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν να δραπετεύσουν από τη φτώχεια και, αντ’ αυτού, επιδοτούμε τη μεσαία τάξη και τους πλούσιους. Τρίτον, τους αποκλείουμε από την υπόλοιπη κοινωνία, τους δυσκολεύουμε την πρόσβαση σε καλύτερα σχολεία, καλύτερες, πιο ασφαλείς και καθαρές γειτονιές, καλύτερα ΜΜΜ, καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης. Και το κάνουμε είτε διαιωνίζοντας πολιτικές αποκλεισμών και γκετοποίησης είτε στοιβάζοντάς τους κατευθείαν στη φυλακή.
Μπορεί αυτό το επιχείρημα να ακούγεται σκληρό ή και απλοϊκό. Αλλά στις σχετικά λίγες σελίδες του βιβλίου, ο Ντέσμοντ το τεκμηριώνει υποδειγματικά. Σε αυτό το «360» θα γράψουμε πώς ακριβώς λειτουργεί αυτό το σύστημα. Κι επειδή είναι θέμα μεγάλο και σε κάποιες περιπτώσεις και περίπλοκο, θα χρειαστούμε και άλλο ένα, τρίτο μέρος για να το εξαντλήσουμε –και για να φτάσουμε και στο διά ταύτα (τις λύσεις).
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στις ΗΠΑ, αντίθετα από ό,τι νομίζουν πολλοί, το κράτος δίνει πάρα πολλά λεφτά για τη στήριξη ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Ο Ντέσμοντ θυμίζει ότι, αν τα βάλει κανείς κάτω, και υπολογίσει και όλες τις φοροαπαλλαγές και άλλες ελαφρύνσεις που προσφέρουν οι υπηρεσίες του κράτους, τότε πρόκειται για το δεύτερο μεγαλύτερο κράτος πρόνοιας στον κόσμο (ως ποσοστό του ΑΕΠ) μετά τη Γαλλία. Οπως εξηγεί αναλυτικά, όλοι οι Αμερικανοί επωφελούνται από κρατικές ενισχύσεις, άμεσες ή έμμεσες, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν στις περισσότερες περιπτώσεις. Σύμφωνα με μια ανάλυση, το 96% των ενηλίκων στις ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει κάποιο μεγάλο κυβερνητικό πρόγραμμα πρόνοιας κάποια στιγμή στη ζωή τους. Αλλά αυτή η πρόνοια κατευθύνεται κυρίως σε κοινωνικές ομάδες που δεν είναι φτωχές. Αν υπολογίσει κανείς τις πολιτικές στήριξης αμιγώς των φτωχών, τότε οι ΗΠΑ βγαίνουν στον πάτο της αντίστοιχης λίστας. Μόνο οι φοροαπαλλαγές που έδωσε το κράτος σε απειράριθμες κατηγορίες πολιτών το 2021 ανέρχονταν σε 1,8 ΤΡΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΔΟΛΑΡΙΑ, περισσότερα από όσα δαπανά το κράτος στην παιδεία, την αστυνόμευση, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εξωτερική πολιτική μαζί. Οι πολίτες που επωφελούνται περισσότερο από αυτά τα μέτρα, όμως, είναι οι πλουσιότεροι. Για να πάρεις φοραπαλλαγή για το στεγαστικό δάνειο, πρέπει να είσαι ήδη αρκετά ευκατάστατος για να μπορείς να αγοράσεις σπίτι. Οσο πιο ευκατάστατος τόσο πιο ακριβό το σπίτι, τόσο μεγαλύτερο το στεγαστικό, τόσο μεγαλύτερη η φοροαπαλλαγή. Και ταυτόχρονα, οι πλούσιοι πληρώνουν μικρότερο ποσοστό των εισοδημάτων τους σε φόρους από ό,τι οι πολύ φτωχοί. Το 2020 η αμερικανική κυβέρνηση έδωσε 53 δισ. δολάρια για επιδοτήσεις ενοικίου για τους φτωχούς. Την ίδια χρονιά, όμως, έδωσε 193 δισ. δολάρια για επιδοτήσεις στεγαστικών δανείων κάθε είδους. Σχεδόν τετραπλάσιο ποσό πήγε ώστε πολίτες από τη μεσαία τάξη ή και πλούσιοι να πληρώνουν μικρότερο επιτόκιο στο στεγαστικό τους δάνειο.
Το πώς είναι στημένο το σύστημα κατά των φτωχών φαίνεται από το πού πάνε τα λεφτά: το μέσο νοικοκυριό της μεσαίας τάξης το 2018 είχε εισοδήματα 63.900 δολάρια στις ΗΠΑ, και πλήρωνε σε φόρους κατά μέσο όρο 9.900 δολάρια. Αλλά το μέσο νοικοκυριό της μεσαίας τάξης την ίδια χρονιά έπαιρνε επιδόματα, ωφέλειες, απαλλαγές και προνόμια συνολικής αξίας 17.000 δολάρια από την κυβέρνηση. Το μέσο νοικοκυριό στις ΗΠΑ παίρνει περισσότερα από το κράτος από όσα δίνει σε φόρους.
Υπάρχει άλλο ένα στοιχείο που υπογραμμίζει αυτήν την πραγματικότητα: Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού (δεν είναι όλοι κάτω από το όριο της φτώχειας) παίρνει κατά μέσο όρο όφελος 25.733 δολάρια τον χρόνο από προγράμματα στήριξης, φοροαπαλλαγές, επιδόματα κ.λπ. μαζί. Το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού, όμως, ξέρετε πόσα παίρνει; 35.363 δολάρια τον χρόνο. Αυτοί που χρειάζονται τη λιγότερη στήριξη παίρνουν τα περισσότερα από το κράτος της δήθεν αξιοκρατικής, καπιταλιστικής Αμερικής.
Αυτή είναι μια κατάσταση που χτίστηκε σταδιακά. Ο Ντέσμοντ φέρνει το παράδειγμα του TANF (Tempory Assistance for Needy Families), ενός προγράμματος επιδοτήσεων για φτωχές μονογονεϊκές οικογένειες. Το πρόγραμμα, που εγκαινιάστηκε επί Κλίντον, αντικατέστησε ένα άλλο, το οποίο απλά έδινε λεφτά στους δικαιούχους (ένα κανονικό επίδομα). Με τη νέα του μορφή, όμως, το πρόγραμμα έγινε κάτι άλλο. Οι Πολιτείες, που ανέλαβαν την αρμοδιότητα να διαθέτουν τα χρήματα, απέκτησαν την ευελιξία να χρηματοδοτούν διάφορες άλλες (υποτίθεται σχετικές) δράσεις. Στην πράξη, διάφορες Πολιτείες άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτά τα χρήματα για άλλες κοινωνικές πρωτοβουλίες που απευθύνονταν σε όλους τους πολίτες, όχι μόνο στους φτωχούς. Το Μέιν, για παράδειγμα, πρόσφερε χρήματα από το πρόγραμμα σε μια χριστιανική καλοκαιρινή κατασκήνωση. Η Αριζόνα χρηματοδότησε ένα πρόγραμα σεξουαλικής εκπαίδευσης για χριστιανούς νέους που έδινε έμφαση στην αποχή από το σεξ. Και η Πολιτεία του Μισισιπί ξεπέρασε όλες τις άλλες, δίνοντας χρήματα από το πρόγραμμα για τη στήριξη των φτωχών οικογενειών σε μια σειρά από δράσεις, όπως την αγορά τζιπ για τις ανάγκες μια τοπικής ΜΚΟ, ομιλίες και ταξίδια τοπικών ιερέων, ομιλίες ενός δημοφιλούς παίκτη του αμερικάνικου φούτμπολ, εισιτήρια αγώνων κολεγιακού πρωταθλήματος, κατασκευή ενός σπα στο τοπικό πανεπιστήμιο και τη διοργάνωση αγώνων πάλης, μεταξύ πολλών άλλων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι για κάθε δολάριο που κατέληξε να δίνεται από το πρόγραμμα TANF στις Πολιτείες, μόλις 22 σεντς κατέληγαν σε φτωχούς. Ενα άλλο πρόγραμμα που απευθύνεται σε φτωχούς πολίτες με αναπηρίες είναι σχεδιασμένο με τόσο περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες ώστε κανένας από τους δικαιούχους να μην μπορεί να ακολουθήσει όλα τα βήματα μόνος. Είναι όλοι αναγκασμένοι να προσλάβουν δικηγόρους γι’ αυτή τη δουλειά, οι οποίοι πληρώνονται από τους πόρους του προγράμματος. Αντί να πηγαίνει στους δικαιούχους, ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων πηγαίνει στους δικηγόρους.
Και οι μηχανισμοί αποκλεισμού δεν προέρχονταν μόνο από τα πάνω. Ο Ντέσμοντ δεν διστάζει να περιγράψει ως θύτη έναν άλλο παράγοντα της οικονομικής δραστηριότητας που ποτέ δεν φανταζόμαστε ως τέτοιο: τα συνδικάτα. Ενα από τα σημαντικότερα αίτια της φτώχειας στις ΗΠΑ είναι τα συνδικάτα. Γιατί; Μα, επειδή για πολλές δεκαετίες, και κυρίως για τις λίγες, κρίσιμες δεκαετίες που οι αμερικανικές κυβερνήσεις ακολουθούσαν φιλοεργατική πολιτική ενδυναμώνοντας την υπό διαμόρφωση μεσαία τάξη, τα συνδικάτα ήταν ακραία ρατσιστικά, αποκλείοντας μαζικά εργαζόμενους από μειονότητες. Με αυτό τον τρόπο έχαναν σε δύναμη (με αποτέλεσμα αργότερα, μετά τις κρίσεις της δεκαετίας του ’70, να χάσουν και το μεγαλύτερο μέρος της ισχύος τους) αλλά έτσι απέκλειαν και εκατομμύρια εργαζόμενους από τα κεκτημένα που κατέκτησαν για τους λευκούς εργαζόμενους, καταδικάζοντάς τους στην ανασφάλεια και, τελικά, στη φτώχεια.
Ενας άλλος μηχανισμός εγκλωβισμού ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού στη φτώχεια ήταν οι ραγδαίες αλλαγές στα εργασιακά, οι οποίες συνεχίζονται εντεινόμενες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, λέει, έχουν εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς για τα δεδομένα των βιομηχανικών χωρών. Αυτό σημαίνει ότι έχουν ολοένα και περισσότερους «εργαζόμενους φτωχούς», ανθρώπους που δουλεύουν και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να βγάλουν προς το ζην. Ο μέσος εργάτης απόφοιτος λυκείου το 2017 έβγαζε 2,7% λιγότερα χρήματα από ό,τι το 1979, λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθωρισμό. Και δεν φταίει και το γεγονός ότι είναι πολλοί αυτοί που δεν έχουν πτυχίο στις ΗΠΑ. Αλλες χώρες έχουν μεγαλύτερα ποσοστά εργαζομένων που δεν έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο, αλλά λιγότερη φτώχεια.
Πώς γίνεται αυτό στην πράξη; Οι εταιρείες στις ΗΠΑ, λέει, βρίσκουν κάθε δυνατό τρόπο για να μειώσουν το κόστος της εργασίας και να αφαιρέσουν όσο το δυνατό περισσότερα προνόμια από τους εργαζομένους αυξάνοντας ταυτόχρονα όσο το δυνατό γίνεται την παραγωγικότητα. Στη θεωρία, αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα κακό πράγμα. Στην πράξη, όμως, οι πρακτικές των εταιρειών ξεφεύγουν από την αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού και φτάνουν στη στυγνή εκμετάλλευση. Το βιβλίο παραθέτει μια σειρά από παραδείγματα εταιρικών πρακτικών που στα δικά μας, ευρωπαϊκά μάτια μοιάζουν σχεδόν εγκληματικές. Εταιρείες παρακολουθούν πόσα κουμπιά πατάνε οι εργαζόμενοι και βάζουν ακραίους στόχους παραγωγικότητας με ποινές για όσους δεν τους πιάσουν. Επιχειρήσεις φτάνουν στο σημείο –ανενόχλητες από νομοθεσίες και κανόνες– να αφαιρούν ποσά από τον μισθό για κάθε επίσκεψη εργαζομένων στην τουαλέτα. Κι αυτές οι πρακτικές γίνονται σε πολλές περιπτώσεις, από εταιρείες που θεωρητικά θα έπρεπε να ανταγωνίζονται για το καλύτερο εργατικό δυναμικό, αλλά στην πράξη λειτουργούν σαν καρτέλ. Εχει υπολογιστεί ότι, αν η αμερικανική αγορά εργασίας λειτουργούσε με συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, χωρίς στρεβλώσεις και καταπάτηση δικαιωμάτων από τους εργοδότες, οι μέσες ετήσιες απολαβές των εργαζομένων θα ήταν το λιγότερο 41.000 δολάρια, και μπορεί να έφταναν έως και τις 92.000. Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή οι εργοδότες είναι αχαλίνωτοι και δεν ανταγωνίζονται ελεύθερα για τα εργατικά χέρια, οι μέσες ετήσιες αποδοχές την ίδια χρονιά που έγινε εκείνη η έρευνα ήταν μόλις 30.500 δολάρια.
Εκτός από την πίεση στα εργασιακά δικαιώματα απευθείας, ένας άλλος μηχανισμός που έχει οδηγήσει στη συρρίκνωση του εργασιακού κόστους είναι και η ολοένα και πιο έντονη υιοθέτηση «ευέλικτων» μορφών εργασίας. Σήμερα, θυμίζει ο Ντέσμοντ, οι μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου προσφέρουν πολύ λιγότερες «καριέρες» από ό,τι στο παρελθόν. Ακόμα και οι ισχυρότερες επιχειρήσεις του κόσμου πλέον προσφέρουν απευθείας δουλειά μόνο σε ελάχιστους. Οι άνθρωποι που καθαρίζουν τα πατώματα στα κεντρικά γραφεία της Microsoft δεν εργάζονται για τη Microsoft, αλλά για άλλες εταιρείες-προμηθευτές, που έχουν σύμβαση με τη Microsoft. Εφτακόσια πενήντα χιλιάδες εργαζόμενοι από όλο τον κόσμο εργάζονται για να κατασκευαστούν και για να φτάσουν στα καταστήματα τα προϊόντα της Apple. Αλλά μόνο 63.000 από αυτούς εργάζονται για την Apple. Πρόκειται για μια «ευελιξία», αλλά είναι ευελιξία μόνο για τις επιχειρήσεις. Πριν από αυτό τον κατακερματισμό της εταιρικής λειτουργίας οι εταιρείες προσέφεραν μισθούς και προνόμια κοινά σε όλους τους εργαζομένους τους. Αν και δεν έπαιρναν, φυσικά, όλοι τα ίδια, αυτή η πολιτική «ανέβαζε» όλους τους εργάτες. Ενας καθαριστής που εργαζόταν στην ΙΒΜ έβγαζε πολύ περισσότερα από έναν καθαριστή που εργαζόταν σε ένα εστιατόριο της γειτονιάς. Σήμερα, όμως, αυτές οι υπηρεσίες προσφέρονται από εξωτερικούς προμηθευτές, που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος θα προσφέρει τις φτηνότερες τιμές. Οι εργαζόμενοι χάνουν. Η ποιότητα των υπηρεσιών, αν δεν χάνει, πάντως δεν βελτιώνεται. Ποιος είναι ο μόνος που κερδίζει; Οι εταιρείες.
Κι αυτή δεν είναι απλά μια κατάσταση που το κράτος αφήνει να διαιωνίζεται. Την επιδοτεί κιόλας. Ολες οι παραπάνω πρακτικές μειώνουν το κόστος εργασίας για τις εταιρείες, συρρικνώνουν ολοένα τους μισθούς και, τελικά, σπρώχνουν όσους βρίσκονται κάτω κάτω στην κλίμακα ακόμα και κάτω από τα όρια της φτώχειας. Γι’ αυτό στις ΗΠΑ φτωχοί δεν είναι μόνο οι άνεργοι ή οι άστεγοι, αλλά και ακόμα και κανονικοί εργαζόμενοι. Πώς είναι δυνατό στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου να υπάρχουν τόσο πολλές δουλειές οι οποίες δεν εξασφαλίζουν καν τα απαραίτητα για την επιβίωση στους εργαζόμενους; Πώς επιβιώνουν αυτοί οι άνθρωποι; Η απάντηση είναι με επιδόματα. Εκατομμύρια αμερικανοί εργαζόμενοι εξαρτώνται από τα επιδόματα του κράτους για να μην πεθάνουν της πείνας. Το διανοείστε; Δώδεκα εκατομμύρια Αμερικανοί εργαζόμενοι δεν έχουν ασφάλεια υγείας από τη δουλειά τους, και εξαρτώνται από το κράτος για να έχουν περίθαλψη αν τους συμβεί κάτι (σε μια χώρα, επαναλαμβάνω, χωρίς εθνικό σύστημα υγείας). Εννέα εκατομμύρια Αμερικανοί εργαζόμενοι παίρνουν κουπόνια από την κυβέρνηση για να μπορούν να αγοράζουν τρόφιμα. Τι επιδοτεί το κράτος σε αυτήν την περίπτωση; Οι άνθρωποι εργάζονται, στις περισσότερες περιπτώσεις για πολλές ώρες σε σκληρές δουλειές (και χωρίς τις προστασίες της εργατικής νομοθεσίας που έχουμε στην Ευρώπη). Γιατί πρέπει να εξαρτώνται από τα κουπόνια για να φάνε; Το κράτος σε αυτές τις περιπτώσεις πρακτικά επιδοτεί τα κέρδη των εταιρειών. Τα λεφτά που δίνουν οι φορολογούμενοι για να συμπληρώνεται το εισόδημα εργαζομένων που δεν έχουν να φάνε, είναι λεφτά που, έτσι, δεν χρειάζεται να δώσουν οι εταιρείες σε μισθούς. Λεφτά που κρατάνε για να δείξουν κέρδη, για να ανέβει η μετοχή, για να κάνουν buy back τις μετοχές τους, για να μοιράσουν μερίσματα στους μετόχους.
Αυτό δεν είναι μυστικό. Δεν γίνεται κρυφά. Η πίεση των μισθών προς τα κάτω, όσο γίνεται πιο χαμηλά, είναι ευαγγέλιο. Θεωρείται αυτονόητο και καλό πράγμα. Οταν μια εταιρεία κόβει μισθολογικό κόστος είτε μειώνοντας τους μισθούς είτε, ακόμα καλύτερα, απολύοντας εργαζομένους, η μετοχή της εκτοξεύεται. Το 2015 η Walmart, ο γίγαντας της λιανικής στις ΗΠΑ, ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει το ωρομίσθιο στα 9 δολάρια. Την επόμενη της ανακοίνωσης η μετοχή της έπεσε 10%, η μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία της εταιρείας. Το 2021 το ξαναπροσπάθησαν, δηλώνοντας ότι θα αυξήσουν το ωρομίσθιο στα 15 δολάρια. Η μετοχή έπεσε 6%.
Ποιος ωφελείται τελικά; Οι μέτοχοι. Κι ετοιμαστείτε, εδώ, για το άλλο twist: ποιοι είναι οι μέτοχοι; Ποιοι είναι οι κακοί καπιταλιστές που επωφελούνται από το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις με τη στήριξη (ακόμα και την επιδότηση!) του κράτους ξεζουμίζουν ανελέητα τους εργαζομένους; Οι μισοί Αμερικανοί. Αυτοί. Ναι, το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών κατέχει το 80% των μετοχών, αλλά το 53% του πληθυσμού συμμετέχει σε κάποιο υποχρεωτικό επενδυτικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, που επενδύει σε μετοχές. Οι μισοί Αμερικανοί ευνοούνται όταν πηγαίνει καλά το χρηματιστήριο. Επομένως, η ίδια τους η σύνταξη ωφελείται από το να ξεζουμίζουν οι επιχειρήσεις τους πιο αδύναμους εργαζομένους τους όσο το δυνατό περισσότερο γίνεται.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί. Ο Ντέσμοντ μας παρουσιάζει την άβολη αλήθεια ότι στις ΗΠΑ όλες και όλοι οι πιο ευκατάστατοι καταναλωτές επωφελούνται από την κατάργηση εργασιακών κανόνων, από το ξεχαρβάλωμα οποιουδήποτε διχτυού ασφαλείας για τους πιο ευάλωτους εργαζομένους και εργάτες. Με την κατάρρευση του εργασιακού κόστους, οι καταναλωτές μπορούν να απολαμβάνουν ένα ζεστό γεύμα στα χέρια τους λίγα λεπτά αφότου το παραγγείλουν από το κινητό, ή ένα προϊόν λίγες ημέρες αφότου το παραγγείλουν καθισμένοι στον καναπέ, από μια αλυσίδα εργατών που, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν βγάζουν αρκετά για να έχουνε να φάνε. Η κατάσταση αυτή λειτουργεί διαφορετικά σε χώρες όπως η δική μας, που έχουν μερικές πιο αυστηρές δικλίδες (τις οποίες κάποιοι αποκαλούν «αντιπαραγωγικές») αλλά όχι πολύ διαφορετικά. Ο βασικός μηχανισμός είναι παντού ο ίδιος.
Αλλά η εργασία δεν είναι το μόνο πεδίο στο οποίο τα πιο ευκατάστατα μέλη της κοινωνίας εκμεταλλεύονται τους φτωχούς. Με πολύ συγκεκριμένους και πρακτικούς τρόπους, η στέγαση και το τραπεζικό σύστημα είναι δύο άλλοι μηχανισμοί με τους οποίους η μεσαία τάξη και οι πλουσιότεροι εγκλωβίζουν τους φτωχότερους στη φτώχεια, για να επωφεληθούν οι ίδιοι.
Αλλά καθότι και αυτό το newsletter τράβηξε πολύ, θα τα δούμε και αυτά αναλυτικά την επόμενη Τετάρτη, στο τρίτο και τελευταίο μέρος, που θα περιλαμβάνει και το διά ταύτα: πόσο θα κόστιζε ακριβώς να σώσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους από τη φτώχεια;

