Ο Τζόρντι Αρέσε υπήρξε ένας φιλότιμος και αξιοπρεπής Ισπανός τενίστας, με έξι τίτλους στην καριέρα του (οι δύο τελευταίοι στην Αθήνα), συνολικά κέρδη που ξεπέρασαν το 1,5 εκατ. ευρώ και μεγαλύτερη διάκριση τη συμμετοχή, το καλοκαίρι του 1992, στον τελικό του τουρνουά τένις των Ολυμπιακών Αγώνων στη γενέτειρά του, τη Βαρκελώνη, όπου και πήρε το ασημένιο μετάλλιο.
Αν, όμως, ρωτήσει κάποιος τον 61χρονο σήμερα Αρέσε ποιο θεωρεί το μεγαλύτερο «παράσημο» των 16 ετών παρουσίας του στα κορτ, πιθανότατα θα πει τη νίκη του επί του τενίστα που θα μπορούσε να γίνει ο μεγαλύτερος όλων των εποχών, αλλά δεν το θέλησε. Ή, απλώς, δεν το ένιωθε πως έπρεπε να γίνει.
Στις 23 Απριλίου του 1991, στο Οπεν του Μόντε Κάρλο, το νούμερο 52 του κόσμου εκείνη την εποχή (επτά μήνες αργότερα έφτασε στο πικ του, το νούμερο 23) νίκησε άνετα με 2-0 σετ (6-2, 6-3) έναν τενίστα που υπήρξε το νούμερο ένα για 109 εβδομάδες, κατέκτησε 66 τίτλους στην καριέρα του, μεταξύ των οποίων έντεκα Γκραν Σλαμ, είχε τεράστια κέρδη για εκείνη την εποχή και άλλαξε για πάντα το άθλημα, αφού με το στυλ παιχνιδιού, τις επιτυχίες και την επική κόντρα του με τον Αμερικανό Τζον ΜακΕνρο, το έκανε εξαιρετικά δημοφιλές στα 70s.
Τον Μπιορν Μποργκ, περί ου ο λόγος, τον ακολουθούσε σχεδόν από την αρχή της λαμπρής, αλλά σύντομης καριέρας του, το παρατσούκλι «Ice Borg» (κατά το «Iceberg», ήτοι «παγόβουνο» στα αγγλικά), επειδή έδειχνε κάθε στιγμή να έχει υπό απόλυτο έλεγχο τα συναισθήματά του μέσα στα κορτ, όπως ήταν για πολλά χρόνια ο επίσης θρυλικός Ρότζερ Φέντερερ.

Η πορεία του, όμως, έδειξε ότι τα συναισθήματα ή αν προτιμάτε οι δαίμονες κατάφεραν, έξω από την ζώνη ασφαλείας του, να βάλουν υπό τον έλεγχό τους τον χαρισματικό Σουηδό, ο οποίος το 1983, στο καλύτερο σημείο της καριέρας του και μόλις στα 27 του χρόνια, αποφάσισε να αποσυρθεί από τα κορτ.
Αν είχε μια ομάδα επαγγελματιών γύρω του, όπως συμβαίνει πλέον με τους σύγχρονους τενίστες, ίσως απλώς να είχε σταματήσει για δύο – τρεις μήνες, ώστε να «καθαρίσει» το μυαλό του και να επιστρέψει πιο δυνατός. Εκείνος, όμως, ήταν μόνος του, με εξαίρεση τον προπονητή του.
Εντέλει, οκτώ χρόνια αργότερα, αποφάσισε να επιστρέψει και ο πρώτος του αγώνας ήταν αυτός με τον Αρέσε, όπου έχασε πανηγυρικά, όπως συνέβη και στα άλλα έντεκα παιχνίδια που έδωσε μέχρι να αποσυρθεί οριστικά το 1993, στα 37 του χρόνια πλέον.
Αυτές οι δώδεκα ήττες, όμως, έσωσαν τη ζωή του, όπως λέει ο ίδιος, επιστρέφοντας εσχάτως στο προσκήνιο εξαιτίας της κυκλοφορίας της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Καρδιοχτύπια», την οποία και έγραψε η τρίτη κατά σειρά σύζυγος και σύντροφός του τα τελευταία 25 χρόνια, Πατρίσια Εστφελντ.
HEARTBEATS: A MEMOIR by Björn Borg
Idol. Legend. Enigma.
For the first time, the tennis icon breaks his silence. A raw, revealing memoir from one of the greatest to ever play the game.Order your copy today! Available wherever books are sold! pic.twitter.com/OjrWFmfP2e
— Diversion Books (@DiversionBooks) September 23, 2025
«Αν δεν είχα παίξει ξανά στο Μόντε Κάρλο, δεν θα είχα επιβιώσει», παραδέχεται ο Μποργκ, ο οποίος με αυτή την επιστροφή ένιωσε ξανά ζωντανός, αφού πριν είχε δώσει (και κερδίσει) μια πρώτη μάχη με την εξάρτηση από τις ουσίες. Μια μάχη στην οποία δεν τον βοήθησε κανείς, εκτός από τους γονείς του.
«Επέστρεψα προσωρινά στα κορτ, όχι γιατί ήθελα να γυρίσω πραγματικά, αλλά επειδή ήθελα να ζήσω, να έχω μια ζωή», εξηγεί ο 69χρονος σήμερα Μποργκ, ο οποίος δεν μετανιώνει για την πρόωρη απόσυρσή του, αν και παραδέχεται ότι το μεγάλο λάθος της ζωής του ήταν ότι άφησε το τένις στην άκρη και επιχείρησε να κάνει μια άλλη, εντελώς διαφορετική ζωή.
Η ρακέτα, το μπαλάκι, τα κορτ ήταν στην καθημερινότητα και στο αίμα του από πολύ νεαρή ηλικία και χρειαζόταν να έχει και πάλι ένα πρόγραμμα να ακολουθεί, γιατί όσο δεν το έκανε, πάλευε μόνος του ζώντας πολύ σκληρές στιγμές.
Και, βεβαίως, όχι μόνο με τα ναρκωτικά, αφού πολλά χρόνια αργότερα κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν εξίσου σκληρό αντίπαλο με αυτά: τον καρκίνο. Τον Σεπτέμβριο του 2023 έπρεπε να ταξιδέψει στο Βανκούβερ του Καναδά ως αρχηγός της ευρωπαϊκής ομάδας για το τουρνουά «Laver Cup», αλλά ο γιατρός του το απαγόρευσε γιατί οι εξετάσεις του δεν είχαν βγει καλές.
Ο Μποργκ τον παράκουσε, γιατί ένιωθε ότι είχε ευθύνη απέναντι στους παίκτες και στο άθλημα. Μετέβη στον Καναδά και, μόλις γύρισε στη Στοκχόλμη, πήγε απευθείας στο νοσοκομείο. Ηταν τόσο άρρωστος που έπρεπε να εγχειριστεί σχετικά γρήγορα, όπως και έγινε λίγες εβδομάδες αργότερα, για να αντιμετωπίσει τον καρκίνο του προστάτη.
Πλέον είναι καλά, αλλά πρέπει ανά τακτά χρονικά διαστήματα να κάνει εξετάσεις, αφού τα καρκινικά κύτταρα έχουν την κακιά συνήθεια να επιστρέφουν και, σε πολλές περιπτώσεις, πιο δυναμικά απ’ ό,τι την πρώτη φορά που εμφανίστηκαν.
Παρότι έφτασε να… κολυμπάει στα πλούτη, κάποιες λανθασμένες επενδύσεις τού στοίχισαν την οικονομική άνεση που είχε. Πλέον, όμως, έχει μάθει να ζει με τα λίγα και τα καλά, να ευχαριστεί για το γεγονός ότι κάθε μέρα σηκώνεται υγιής και να καμαρώνει για την εγγονή από τον πρώτο του γιο, τον 40χρονο Ρόμπιν, αλλά και τον 22χρονο Λέο, ο οποίος είναι και αυτός επαγγελματίας τενίστας, έστω και αν όχι με το ταλέντο και τις επιτυχίες του πατέρα του.
Αυτό, όμως, ελάχιστα απασχολεί το «παγόβουνο» του παγκοσμίου τένις, το οποίο στις επτά παρά κάτι δεκαετίες της ζωής του ράγισε ουκ ολίγες φορές και σε πολλά σημεία, αλλά παραμένει όρθιο και, κυρίως, περήφανο.
