Εχετε διαβάσει ποτέ κάποιο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε; Που εξηγώντας ένα φαινόμενο ή αποκαλύπτοντας μια αλήθεια σάς έκανε έξαλλους; Εγώ το έπαθα πρόσφατα, και μάλιστα δύο φορές. Το περασμένο καλοκαίρι, διαβάζοντας το «Poverty, by America» του Αμερικανού κοινωνιολόγου Μάθιου Ντέσμοντ έγινα έξαλλος. Και τώρα, που επέστρεψα στις σημειώσεις και τα ξαναθυμήθηκα, για να σας γράψω αυτό το εδώ το κείμενο, έγινα πάλι έξαλλος.
Ο συγγραφέας έγραψε το βιβλίο επειδή ήθελε να εξηγήσει κάτι βασικό και θεμελιώδες: για ποιο λόγο υπάρχει τόση φτώχεια στην Αμερική; Ο ίδιος δεν προερχόταν από προνομιούχες καταβολές. Είχε ζήσει κοντά στη φτώχεια, είχε ζήσει με φτωχούς ανθρώπους, είχε γνωρίσει τι σημαίνει να μην έχεις να φας. Και, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να μελετήσει το φαινόμενο, ήθελε να καταλάβει το γιατί. Τους βασικούς μηχανισμούς που εγκλωβίζουν ένα αναπάντεχα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της ισχυρότερης χώρας του κόσμου σε ακραία, αβάσταχτη, ταπεινωτική φτώχεια.
Και τα κατάφερε. Και το βιβλίο του δεν είναι απλώς ένα ακτιβιστικό εργαλείο για ενάρετους προνομιούχους, όπως εγώ ή εσείς που έχετε τη δυνατότητα να πληρώνετε για να διαβάσετε μια εφημερίδα, αλλά και μια άβολη αλήθεια που συχνά υποπτευόμαστε, όμως, σχεδόν πάντα αρνούμαστε να παραδεχτούμε. Εμείς. Η αιτία της φτώχειας είμαστε και εμείς. Ισως όχι ακριβώς εγώ κι εσείς (το βιβλίο επικεντρώνεται στην αμερικανική περίπτωση, που έχει κάποιες ιδιαιτερότητες), αλλά με την ευρύτερη έννοια η μεσαία τάξη και οι πλουσιότεροι. Αυτοί είναι που φταίνε για το ότι οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί. Θα σας τα πω, και, επειδή οι σημειώσεις μου ήταν πολλές και τα νοήματα πυκνά, θα το χωρίσουμε σε δύο μέρη. Σήμερα θα πούμε για τα βασικά χαρακτηριστικά του φαινομένου, όπως περιγράφονται στο καλό βιβλίο, και την επόμενη Τετάρτη, στο επόμενο «360», θα μιλήσουμε για τους πραγματικούς κακούς της υπόθεσης και, βεβαίως, για τις λύσεις.

Πρώτα απ’ όλα: πώς μετριέται η φτώχεια; Στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν έναν δείκτη ο οποίος υπολογίζει το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα που πρέπει να έχει κάποια ή κάποιος για να μπορεί να εξασφαλίσει τα απολύτως απαραίτητα για μια αξιοπρεπή ζωή. Φαγητό, στέγη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ρουχισμό, μόνο τα απολύτως βασικά. Το νούμερο για το 2022 ήταν $13.590 τον χρόνο για ένα νοικοκυριό ενός ατόμου, $27.750 για μια τετραμελή οικογένεια. Και υπάρχει και ο ορισμός της «βαθιάς φτώχειας», που αφορά τους ανθρώπους που ζουν (τρόπος τού λέγειν) με εισοδήματα που ισούνται με το μισό αυτών των ποσών – 18 εκατομμύρια Αμερικανοί ζουν σε τέτοιες συνθήκες – 5 εκατομμύρια (μισή Ελλάδα) είναι παιδιά. Είναι ένα πολύ μεγάλο νούμερο. Οπως τονίζει ο Ντέσμοντ, η χώρα του έχει πολύ μεγαλύτερο και πιο βαθύ πρόβλημα από ό,τι όλες οι άλλες πλούσιες χώρες του κόσμου. Για κάποιους συγκεκριμένους λόγους (που αναλύονται εξαντλητικά), στην ισχυρότερη χώρα του κόσμου υπάρχουν περισσότεροι φτωχοί από ό,τι αλλού, οι οποίοι μάλιστα είναι και πιο φτωχοί από ό,τι οι φτωχοί αλλού. Αυτή η ιδιαιτερότητα αξίζει να υπογραμμίζεται, καθότι πολλές από τις οικονομικές και κοινωνικές δυναμικές που οδηγούν στο πολύ οξύ πρόβλημα στις ΗΠΑ δεν τις συναντάμε σε χώρες της Ευρώπης.
Κάτι που είναι οικουμενικό, ωστόσο, είναι η περιγραφή του προβλήματος. Του τι είναι αυτή η «φτώχεια», πέρα από τους μέσους όρους και τα εισοδήματα. Ο Ντέσμοντ δεν αρκείται στην παράθεση στοιχείων, δεδομένων και ευρημάτων από τη βιβλιογραφία. Καταγράφει τη βιωμένη εμπειρία της φτώχειας συνομιλώντας με πολίτες. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φτώχεια δεν είναι η απλή έλλειψη χρημάτων αλλά «η ανελέητη συσσώρευση προβλημάτων». «Η φτώχεια είναι πόνος», γράφει, «σωματικός πόνος. Είναι ο πόνος στη μέση των βοηθών νοσοκόμων που σκύβουν όλη μέρα για να σηκώσουν ηλικιωμένους και ανήμπορους από τα κρεβάτια και τις τουαλέτες τους, πόνος στα γόνατα και στις αρθρώσεις στις πωλήτριες που παίρνουν τις παραγγελίες μας και μας δίνουν τα ψιλά μας, όρθιες. Πόνος στα εξανθήματα και στους ερεθισμούς του δέρματος των υπηρετριών που μας καθαρίζουν τα σπίτια και τα γραφεία μας με προϊόντα που περιέχουν αμμωνία».
Και η φτώχεια δεν είναι μόνο πόνος: είναι ο φόβος. Οι φτωχοί άνθρωποι ζουν διαρκώς με τον φόβο ότι τα πράγματα θα πάνε ακόμα χειρότερα. Ενα γιγάντιο ποσοστό του πληθυσμού στις ΗΠΑ (αλλά, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, και σε πολλές άλλες κοινωνίες, όπως η δικιά μας) ζει σε συνθήκες οικονομικής ανασφάλειας. Ανθρωποι σε χαμηλόμισθες και επισφαλείς δουλειές, χωρίς οικονομίες ή περιουσία, που μπορεί τυπικά να μην εμπίπτουν στον ορισμό της φτώχειας, αλλά που αν χάσουν τη δουλειά τους ή αν χάσουν έστω και έναν μισθό μπορεί να βρεθούν κάτω από το όριο.
Η φτώχεια, επίσης, είναι απώλεια της ελευθερίας. Το αμερικανικό σωφρονιστικό σύστημα δεν έχει αντίστοιχό του πουθενά αλλού στον κόσμο – ούτε καν αντίστοιχο στην ανθρώπινη ιστορία. Στις ΗΠΑ 2 εκατομμύρια άνθρωποι είναι στη φυλακή. Αλλα 3,6 εκατομμύρια είναι έξω με αναστολή ή με περιοριστικούς όρους. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που μπαίνουν σε αυτό το σύστημα είναι φτωχοί. Επτά στους 10 μαύρους που δεν έχουν τελειώσει το λύκειο έχουν μπει στη φυλακή. Το σύστημα μοιάζει σχεδιασμένο να εξασφαλίσει ότι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού παραμένει στο περιθώριο της κοινωνίας, ένα διαρκές εμπόδιο σε οποιαδήποτε πιθανότητά τους να γλιτώσουν, μια διαρκής τιμωρία για το ότι είναι, απλώς, φτωχοί.
Η φτώχεια, επίσης, είναι ντροπή. Η ίδια η πραγματικότητα του να είναι κανείς φτωχός επικοινωνείται από το κράτος ως στίγμα, μέσα από διαρκείς εξευτελισμούς. Αν είσαι φτωχός, σε βάζουν να κάτσεις στην ουρά για επιδόματα, να συμπληρώνεις ατέλειωτες γραφειοκρατικές διαδικασίες, να στέκεσαι στο περιθώριο και να μην κάνεις θόρυβο. Οι φτωχοί ποτέ δεν κάνουν πορείες διαμαρτυρίας, δεν έχουν συνδικάτα. Γιατί η κοινωνία, έμμεσα ή άμεσα, μοιάζει να πιστεύει -και να θέλει να σε πείσει για το- ότι εσύ φταις.
Και, τελικά, η φτώχεια είναι και κάτι άλλο: αρρώστια. Η φτώχεια είναι αρρώστια. Ενα ψυχικό βάρος, μια νόσος που αλλάζει το πώς ο φτωχός σκέφτεται για τον εαυτό του αλλά και γενικότερα. «Η φτώχεια συρρικώνει την πνευματική ενέργεια του ατόμου», γράφει ο Ντέσμοντ, «την ενέργεια που έχει διαθέσιμη για να παίρνει αποφάσεις. Σε αναγκάζει να εστιάσεις στο τρέχον πρόβλημα (έναν λογαριασμό που δεν πληρώθηκε, την απώλεια μιας δουλειάς) σε βάρος οποιασδήποτε άλλης σκέψης». Η φτώχεια, η αγωνία για τα απολύτως βασικά της επιβίωσης, στερεί από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να σκεφτούν οτιδήποτε άλλο, να οραματιστούν μια ζωή καλύτερη, ένα μέλλον για τα παιδιά τους, οτιδήποτε. Οι φτωχοί είναι εγκλωβισμένοι σε ένα μονίμως αγχωτικό παρόν. «Η φτώχεια», γράφουν δύο επιστήμονες, «μειώνει τη διανοητική ικανότητα ενός ατόμου περισσότερο από ό,τι μια νύχτα χωρίς καθόλου ύπνο».
Γιατί όμως υπάρχουν τόσο πολλοί φτωχοί ειδικά στις ΗΠΑ, την ισχυρότερη χώρα του κόσμου; Γιατί δεν λύνεται το πρόβλημα, έστω σταδιακά; Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα έχει λύσει μεγάλα προβλήματα, έκλεισε την τρύπα του όζοντος, αποκρυπτογράφησε το DNA, μείωσε δραματικά την παιδική θνησιμότητα. Αλλά η φτώχεια κρατά. Το 1970 το 12,6% των Αμερικανών ήταν φτωχοί, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό. Το 1990 το ποσοστό ήταν 13,5%. Το 2010 είχε φτάσει το 15,1%. Ο Ντέσμοντ πιάνει μία μία τις δημοφιλείς θεωρίες για το επίμονο φαινόμενο, που υπάρχουν στον δημόσιο διάλογο, και τις αποδομεί, μία μία.
Μια πολύ δημοφιλής στους αριστερούς κύκλους θεωρία, ας πούμε, λέει ότι το πρόβλημα για τη φτώχεια σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε με την έκρηξη του νεοφιλελευθερισμού την εποχή του Ρόναλντ Ρέιγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ, όταν και άρχισε να καταρρέει το κράτος πρόνοιας εκεί. Ο Ντέσμοντ, όμως, έψαξε την ιστορία των πολιτικών αντιμετώπισης της φτώχειας στη χώρα του και διαπίστωσε ότι στην πραγματικότητα ο Ρέιγκαν, μολονότι προσπάθησε, δεν κατάφερε να περάσει από το Κογκρέσο την κατάργηση των πυλώνων του κοινωνικού κράτους που ήθελε να καταργήσει. Επί των ημερών του η χρηματοδότηση προγραμμάτων και δράσεων αντιμετώπισης της φτώχειας αυξήθηκε, δεν μειώθηκε. To 1981, τη χρονιά που εξελέγη ο Ρέιγκαν, λέει, οι δαπάνες στα 13 βασικά κρατικά προγράμματα στήριξης φτωχών και πολύ φτωχών δικαιούχων έφταναν τα $1.015 ετησίως κατά δικαιούχο. Το 2016, τη χρονιά που εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ, το ποσό είχε φτάσει τα $3.419. Το μεγαλύτερο μέρος αφορά τις ιλιγγιώδεις δαπάνες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (οι ΗΠΑ πληρώνουν περισσότερο από όλες τις χώρες του κόσμου, μολονότι δεν έχουν κρατικό σύστημα υγείας), αλλά και τα άλλα προγράμματα στις δεκαετίες που μεσολάβησαν αύξησαν τα ποσά που διαθέτουν, δεν τα μείωσαν. Ο νεοφιλελευθερισμός είχε πολλές δραματικές συνέπειες, αλλά η μείωση των δαπανών για τους φτωχούς δεν ήταν μία από αυτές.
Μήπως φταίνε οι μετανάστες; Εμείς τα έχουμε πει κι αλλού αυτά. Οι μετανάστες δεν προσθέτουν στη φτώχεια (μολονότι συνήθως έρχονται φτωχοί) επειδή δουλεύουν και δραπετεύουν από τη φτώχεια σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους γηγενείς. Επιπλέον, δεν επηρεάζουν τους μισθούς των γηγενών (ανταγωνίζονται κυρίως για θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν άλλοι μετανάστες). Οι μετανάστες, δε, κατά κανόνα αποδίδουν περισσότερα στην κυβέρνηση (φόροι, εργατικές εισφορές) από ό,τι εισπράττουν σε οποιεσδήποτε παροχές.
Μήπως τότε φταίει η αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών στις ΗΠΑ; Ο μύθος των ανεύθυνων γονέων που εγκαταλείπουν τις οικογένειές τους και βουλιάζουνε στη φτώχεια; Πάλι όχι. Και σε άλλες χώρες αυξάνονται οι μονογονεϊκές οικογένειες, και εκεί η φτώχεια μειώνεται. Επιπλέον, ο Ντέσμοντ υπογραμμίζει κάτι που γυρνάει το επιχείρημα ανάποδα. Δεν προκαλούν οι διαλυμένες οικογένειες τη φτώχεια, λέει. Συμβαίνει το αντίστροφο. «Ο γάμος έχει γίνει κάτι σαν προϊόν πολυτελείας στις ΗΠΑ», γράφει. «Συμβαίνει μόνο όταν ένα ζευγάρι πιστεύει ότι έχει φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο οικονομικής ασφάλειας».
Οπότε, τίποτε από αυτά δεν φταίει. Ούτε το ότι το κράτος δεν δίνει λεφτά ούτε οι μετανάστες, ούτε οι μονογονεϊκές οικογένειες. Ο Ντέσμοντ τα έψαξε όλα και κατέληγε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα. Κάτι άλλο φταίει. «Δεν καταλήγουν φτωχοί από κάποιο λάθος, ή από μια προϊστορία, ή από τις ατομικές τους επιλογές», γράφει. «Η φτώχεια παραμένει επειδή κάποιοι το θέλουν».
Η πραγματική αιτία και η φύση του προβλήματος έγιναν, αναπάντεχα, πιο ορατές κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Τότε, λέει ο Ντέσμοντ, αποκαλύφθηκε το πόσο στρεβλός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία. Χάθηκαν εκατομμύρια θέσεις εργασίας επί Covid. Ηταν μια τραγωδία, γίνονταν απολύσεις παντού, οι εταιρείες έκοβαν εργατικό δυναμικό όπου μπορούσαν. Κοιτάξτε να δείτε κάτι μαγικό, όμως: το 2021 στις ΗΠΑ υπήρχαν 16 εκατομμύρια λιγότεροι φτωχοί από ό,τι το 2018. Η φτώχεια έπεσε. Παντού, σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού, σε όλες τις περιοχές, σε όλες τις ηλικίες – και περισσότερο από όλους, στα παιδιά. Η επέμβαση της κυβέρνησης που έριξε λεφτά και επιδόματα για να σώσει την οικονομία από την κατάρρευση δεν έσωσε μόνο την οικονομία από την κατάρρευση, αλλά μείωσε την παιδική φτώχεια στο μισό. Κάποιο πρόβλημα αναδεικνύεται εδώ, το δίχως άλλο. Πώς γίνεται εκατομμύρια άνθρωποι να μένουν άνεργοι και, παρ’ όλα αυτά, η φτώχεια να μειώνεται;
Την ίδια στιγμή, στον δημόσιο διάλογο στις ΗΠΑ απλωνόταν μια ουρανομήκης γκρίνια: μήπως η κυβέρνηση δίνει υπερβολικά πολλά επιδόματα; Αναρωτιούνταν. Μήπως όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνηθίσουν να μην εργάζονται; Μήπως δεν είναι σωστό να πληρώνουμε τους ανθρώπους «για να κάθονται»; Βάσιμες απορίες. Αλλά μετά συνέβη κάτι που έδωσε αρκετά πειστικές απαντήσεις γι’ αυτά τα θέματα σε όσες και όσους ήταν πρόθυμοι να ακούσουν. Το καλοκαίρι του 2021 25 πολιτείες έκοψαν κάποια ή και όλα τα προγράμματα στήριξης ευπαθών ομάδων, ανέργων και άλλων, που είχαν μπει στην αρχή της πανδημίας. Οι υπόλοιπες για κάποιο διάστημα συνέχισαν να τα προσφέρουν, οπότε δόθηκε μια μοναδική ευκαιρία στους ειδικούς να μελετήσουν τις συνέπειες τέτοιων προγραμμάτων στήριξης στην απασχόληση. Τι έγινε; Στις πολιτείες που κόπηκαν τα προγράμματα δεν υπήρξε καμία αύξηση της απασχόλησης. Οι πέντε πολιτείες με τη χαμηλότερη ανεργία στη χώρα ήταν και οι πέντε πολιτείες που είχαν κρατήσει τα προγράμματα σε ισχύ. Υπήρχε, όμως, μια σημαντική αλλαγή που παρατηρήθηκε. Οχι στην απασχόληση, αλλά στην κατανάλωση. Στις πολιτείες που έκοψαν τα προγράμματα, η κατανάλωση έπεσε, και μάλιστα αξιοσημείωτα. Οι άνθρωποι ξαφνικά έχασαν εισόδημα, οπότε σταμάτησαν να καταναλώνουν. Σε όλες αυτές τις πολιτείες, η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε.
Γιατί δεν το κάνουν όλες οι πολιτείες αυτό; Γιατί δεν το έκαναν και πριν από την πανδημία; Γιατί δεν προσφέρουν στους φτωχούς την ενίσχυση που θα τους σώσει από τη φτώχεια; Μα, επειδή δεν θέλουν. Επειδή το κράτος, όπως δείχνουν τα νούμερα, προσφέρει τεράστια ποσά, αλλά αυτά επίτηδες δεν καταλήγουν στους φτωχούς. Οτι φορείς και ομάδες του πληθυσμού, από τις τράπεζες μέχρι τους ιδιοκτήτες ακινήτων, έχουν συμφέρον από το να μένουν στη φτώχεια οι φτωχοί, εισπράτουν από αυτό, πλουτίζουν από αυτό. Και επειδή η συντριπτική πλειοψηφία του «πλουσιότερου» πληθυσμού, επίσης, επωφελείται άμεσα ή έμμεσα από τη διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Ο Ντέσμοντ εξηγεί, αρκετά πειστικά, ότι η φτώχεια δεν είναι κάτι που συμβαίνει από μόνη της στις παρυφές της κοινωνίας για κάποια αόρατα, θολά αίτια. Προκύπτει επίτηδες, από τη συστηματική εκμετάλλευση μιας ομάδας του πληθυσμού από μιαν άλλη. Είναι ένα τολμηρό και πολύ ενδιαφέρον αφήγημα. Γιατί ο θύτης σε αυτό δεν είναι «το κράτος» ή γενικά «οι πλούσιοι». Ο θύτης είμαστε εμείς.
Την επόμενη Τετάρτη θα δούμε πώς ακριβώς λειτουργεί αυτό το σύστημα.
