Θα σας βάλω ένα κουίζ. Ποιος Αμερικανός είπε την παρακάτω ατάκα;
«Η μετανάστευση είναι μια από τις σημαντικότερες πηγές του μεγαλείου της Αμερικής. Χάρη σε κάθε νέο κύμα αφίξεων στη γη αυτή των ευκαιριών, είμαστε ένα έθνος πάντα νέο, πάντα γεμάτο ενέργεια και νέες ιδέες και πάντα στην αιχμή της πρωτοπορίας, πάντα ηγέτες του κόσμου στον δρόμο προς το επόμενο σύνορο. Αν ποτέ κλείναμε την πόρτα σε νέους Αμερικανούς, θα χάναμε σύντομα την ηγετική θέση μας στον κόσμο!»
Ο Μπαράκ Ομπάμα τα είπε αυτά τα όμορφα λόγια; Οχι. Μήπως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, σε ένα από τα κηρύγματα συμπερίληψης και συναδέλφωσης; Ούτε. Ξέρετε ποιος τα είπε;
Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν.
Ο πιο Ρεπουμπλικανός από τους Ρεπουμπλικανούς προέδρους μεταπολεμικά.
Η ιδέα ότι η μετανάστευση είναι κακό πράγμα και απειλή και «εισβολή» και όλες οι άλλες τοξικές ανοησίες που πλημμυρίζουν τον δημόσιο διάλογο στις μέρες μας είναι σχετικά πρόσφατες ανακαλύψεις, ακόμα και για τους κόλπους της απανταχού δεξιάς συντήρησης. Το φαινόμενο της αντιμεταναστευτικής υστερίας (αντίθετα με τη «μεταναστευτική κρίση») είναι πραγματικό, και έχει και συγκεκριμένες πηγές και αίτια. Ποιους συμφέρει ένας κόσμος να είναι έξαλλος με καφετιούς ξένους που δεν έχουν συνεισφέρει καθόλου στα πραγματικά προβλήματα της ακρίβειας, της καθήλωσης των εισοδημάτων τους και της κρίσης των θεσμών; Μήπως αυτούς που πραγματικά φταίνε για αυτά τα προβλήματα; Θέμα για άλλη κουβέντα. Οπως έχουν τα πράγματα, η υστερία υπάρχει κι επηρεάζει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική στις ευρωπαϊκές χώρες –ακόμα και στη δική μας.
Το προηγούμενο Σάββατο σας έγραψα για το βιβλίο «Μετανάστευση» του Ολλανδού κοινωνιολόγου Χάιν ντε Χάας, στο οποίο ο συγγραφέας καταρρίπτει «22 Μύθους» που επικρατούν στον δημόσιο διάλογο για το θέμα, με στοιχεία από τη βιβλιογραφία αλλά και από τη δική του πρωτογενή έρευνα.
Τα είπαμε πολύ συνοπτικά σε εκείνο το άρθρο. Αναμενόμενα, πολλές αναγνώστριες και πολλοί αναγνώστες είχαν απορίες για κάποια από τα επιμέρους. Οι οποίες, βεβαίως, θα μπορούσαν να λυθούν εύκολα, αν αγόραζαν το βιβλίο και διάβαζαν τη σχετική τεκμηρίωση. Αλλά φευ, ζούμε στο 2025. Εχουμε χαζέψει όλοι με τα κινητά, πού attention span για να διαβάσουμε ολόκληρο βιβλίο. Οπότε εδώ θα κάνουμε το εξής: θα συνοψίσουμε δέκα αλήθειες που αξίζει να θυμόμαστε όταν συζητάμε για ένα θέμα τόσο πολύπλοκο, σημαντικό και επιδραστικό, όπως η μετανάστευση. Είναι οι εξής:
1. Η μετανάστευση σε άλλες χώρες είναι σπάνιο φαινόμενο
Κάτι που πολλές φορές ξεχνάμε: παραπάνω από τα τέσσερα πέμπτα του παγκόσμιου πληθυσμού ζουν στο μέρος όπου γεννήθηκαν. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων μένουν στον τόπο τους, με τους γνωστούς τους, τους συγγενείς τους, τα μέρη που αναγνωρίζουν, την εκκλησία τους, τους φίλους τους. Δεν πολυθέλει να φεύγει ο κόσμος. Οσοι φεύγουν, κυρίως φεύγουν για να πάνε σε άλλο μέρος μέσα στην ίδια χώρα, κυρίως από την επαρχία στις πόλεις. Μόλις το 3% φεύγει για να πάει σε άλλη χώρα. Κι αυτό είναι ένα ποσοστό σταθερό εδώ και δεκαετίες. Μπορείτε να κάνετε ένα τεστ στους φίλους σας, ζητώντας τους να μαντέψουν τα ποσοστά στις παρακάτω κατηγορίες:
Ποιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού μένει στο μέρος όπου γεννήθηκε; Σωστή απάντηση: 83%
Ποιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού είναι εσωτερικοί μετανάστες; Σωστή απάντηση: 13%
Ποιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού είναι διεθνείς μετανάστες; Σωστή απάντηση: 3%
Ποιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού είναι πρόσφυγες; Σωστή απάντηση: 0,3%
Πώς τα πήγαν οι φίλοι σας; Χάλια ε;
2) Οι περισσότεροι μετανάστες είναι «νόμιμοι»
Ξεπερνώντας το θέμα του ορισμού (η χρήση του όρου «παράνομος» για ανθρώπους που δεν εγκληματούν είναι αμφιλεγόμενος), ισχύει ότι στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών στον κόσμο μας μεταναστεύουν νόμιμα. Σε πολλές συζητήσεις για το θέμα της παράνομης μετανάστευσης πολλοί σχολιαστές που δεν γνωρίζουν καλά το θέμα αναρωτιούνται: γιατί δεν έρχονται όλοι αυτοί οι πρόσφυγες νόμιμα, με τα αεροπλάνα, και διακινδυνεύουν να πνιγούν για να μπουν παράνομα με τις βάρκες; Και η απάντηση είναι: έρχονται. Σχεδόν όλοι έτσι έρχονται. Η συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών έρχονται νόμιμα. Από αυτό το 3% του παγκόσμιου πληθυσμού που ζουν σε άλλη χώρα από αυτή που γεννήθηκαν; Ελάχιστοι έφτασαν σ’ αυτήν παράνομα. Στην Ευρώπη υπολογίζεται ότι φτάνουν παράνομα κάθε χρόνο από μερικές δεκάδες μέχρι λίγες εκατοντάδες χιλιάδες «παράνομοι» μετανάστες κάθε χρόνο (η κορύφωση του 2015-2016, με το προσφυγικό κύμα από τη Συρία, δεν επαναλήφθηκε). Πολύς κόσμος όμως δεν ξέρει ότι στην Ευρώπη φτάνουν νόμιμα κάθε χρόνο 2 εκατομμύρια μετανάστες.
Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, λέει, εννιά στους δέκα Αφρικανούς που μεταναστεύουν σε άλλες χώρες, το κάνουν νόμιμα. Αλλά κανένας δεν ωρύεται γι’ αυτό.
Επιπλέον και πολύ σημαντικό: η πλειονότητα των «παράνομων» μεταναστών σε όλες τις χώρες του κόσμου είναι μετανάστες που είχαν μπει νόμιμα και στους οποίους έληξε η βίζα ή δεν ανανέωσαν την άδεια παραμονής. Ενα ελάχιστο υποσύνολο είναι αυτοί που έρχονται με τις βάρκες, οι οποίοι επιλέγουν αυτή τη δίοδο επειδή (για διάφορους λόγους) είναι η μειοψηφία που δεν μπορούν να έρθουν με νόμιμες οδούς.
Επιπλέον, δεν υπάρχουν δεδομένα που να τεκμηριώνουν ότι η παράνομη μετανάστευση αυξάνεται διαχρονικά. Υπάρχουν περιοδικές εξάρσεις που οφείλονται κυρίως σε προσφυγικές κρίσεις ή άλλους γεωπολιτικούς παράγοντες και αποκτούν πολλή δημοσιότητα, αλλά αυτές πάντα ακολουθούνται από απότομη μείωση, την οποία βέβαια δεν καλύπτουν τα ΜΜΕ. Δεν υπάρχουν ποτέ ειδήσεις που να λένε «μηδέν αφίξεις στη Λέσβο σήμερα, για τρίτη εβδομάδα συνεχόμενα».
3. Οι ντόπιοι πάντα φοβούνται τους «ξένους» και πάντα νομίζουν ότι είναι «πάρα πολλοί».
Το 1910 το ποσοστό του πληθυσμού των ΗΠΑ που είχε γεννηθεί σε άλλη χώρα ήταν 14,7%. Σήμερα είναι περίπου το ίδιο. Εδώ στην Ελλάδα λιγότεροι από 8% του πληθυσμού είναι γεννημένοι αλλού. Σήμερα, δε, είμαστε πολύ πιο ομοιογενής χώρα από τις περισσότερες περιόδους της ιστορίας μας. Ολες οι κοινωνίες πάντα και παντού αντιμετωπίζουν τις μειονότητες με φοβίες και διακρίσεις, απλά μετά μοιάζουν να το ξεχνάνε. Κάθε γενιά νομίζει ότι, αυτή πρώτη, περνά μια παρόμοια «κρίση».
Σε πολλές χώρες σήμερα πολίτες νομίζουν ότι είναι πάρα πολλοί οι «ξένοι» στην κοινωνία, και ότι ο αριθμός τους αυξάνεται. Ακριβώς το ίδιο πίστευαν άνθρωποι στις ίδιες χώρες δεκαετίες ή και αιώνες πριν, με μόνη διαφορά του ποιοι λογίζονταν τότε ως «ξένοι». Οι μουσουλμάνοι του σήμερα ήταν οι Εβραίοι ή οι καθολικοί του παρελθόντος. Ο συγγραφέας περιγράφει τα 250 χρόνια κυνηγιού που επιφύλασσαν οι λευκές χριστιανικές πλειοψηφίες στις ΗΠΑ ενάντια διαδοχικά στους ιθαγενείς, τους σκλάβους, τους απελευθερωμένους μαύρους, τους Κινέζους (τη δεκαετία του 1880), τους Ιάπωνες (τη δεκαετία του 1940) αλλά και τους Γερμανούς, του Ιρλανδούς, τους Ιταλούς, του Πολωνούς, τους Εβραίους και τους καθολικούς σε διάφορες συγκυρίες της ιστορίας τους.
Τις δεκαετίες του 1910 και του 1920 η πιο πολυπληθής εθνική μειονότητα στις ΗΠΑ ήταν οι Γερμανοί. Τους αποκαλούσαν υβριστικά «Ούνους» και τους θεωρούσαν υποδεέστερους μέχρι που, όπως γίνεται πάντα, αυτοί ενσωματώθηκαν στην κοινωνία –ειδικά οι μεταγενέστερες γενεές– και οι διακρίσεις μετατοπίστηκαν σε άλλες μειονότητες που είχαν αφιχθεί πιο πρόσφατα. Αρθρο στους New York Times το 1891 αποκαλούσε τους Σικελούς «απόγονους ληστών και δολοφόνων» και «μάστιγα που δεν καταπολεμάται». Το 1914 ο κοινωνιολόγος Εντουαρντ Ρος υποστήριξε ότι οι λευκοί Αμερικανοί διαπράττουν «φυλετική αυτοκτονία» δεχόμενοι νότιους Ευρωπαίους όπως οι Ελληνες και οι Ιταλοί στη χώρα και ότι η είσοδος «πρωτόγονων μεταναστών» προκαλεί τη «διάβρωση της νοημοσύνης του πληθυσμού». Τη δεκαετία του ’20 ένας άλλος κοινωνιολόγος, ο Εντουιν Γκραντ, καλούσε σε «συστηματική απέλαση» μεταναστών προερχόμενων από την Ευρώπη για να «καθαρίσει ευγονικά η Αμερική».
Ακριβώς τα ίδια λένε και όλες οι γενιές έκτοτε. Πάντα το ίδιο γίνεται, τελικά. Τι γίνεται τελικά;
4. Οι μετανάστες παντού αφομοιώνονται αποτελεσματικά, και το κάνουν από μόνοι τους
Παντού και πάντα οι γηγενείς, χρησιμοποιώντας «πολιτισμικά» επιχειρήματα θεωρούν ότι κάποιοι ξένοι δεν «μπορούν» να αφομοιωθούν. Μέχρι που αφομοιώνονται, τα χρόνια περνάνε, και εμφανίζονται άλλοι ξένοι που αυτοί, τελικά, είναι που δεν μπορούν να αφομοιωθούν. Και μετά αφομοιώνονται και αυτοί. Και ούτω καθεξής. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες που έχουν γίνει σε πολλές χώρες κοιτάζοντας την πρόοδο και την εξέλιξη μεταναστευτικών πληθυσμών σε βάθος γενεών, καταλήγουν παντού και πάντα στα ίδια συμπεράσματα: η ενσωμάτωση μεταναστευτικών πληθυσμών σε όλες τις χώρες που έχουν μελετηθεί είναι μια ιστορία επιτυχίας. Τα παιδιά των μεταναστών μαθαίνουν όλα τη γλώσσα της νέας χώρας. Μπορεί να χρειαστούν δυο τρεις γενιές μέχρι τα παιδιά μεταναστευτικών οικογενειών να φτάσουν τις επιδόσεις των γηγενών, αλλά από την πρώτη γενιά κιόλας τα παιδιά των μεταναστών αποκτούν καλύτερη εκπαίδευση από τους γονείς τους. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες σε διάφορες χώρες, βεβαίως, αλλά όλες εξηγούνται κυρίως από το μορφωτικό επίπεδο των γονιών. Δεν υπάρχουν διαφορές πολιτισμικές ή άλλες που να εξηγούν τις σποραδικές τοπικές διαφοροποιήσεις. Με βάση πολλούς δείκτες, μάλιστα, πιο πρόσφατα μεταναστευτικά κύματα στις ΗΠΑ, όπως οι Λατινοαμερικανοί, φαίνεται ότι ενσωματώνονται στην κοινωνία γρηγορότερα από ό,τι οι Ευρωπαίοι μετανάστες του προηγούμενου και του προπροηγούμενου αιώνα. Οι δείκτες αυτοί μετράνε επίπεδο εκπαίδευσης των μεταναστών και των παιδιών τους, ποσοστό ιδιοκατοίκησης, εισοδήματα κ.λπ. Σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο η επιτυχία είναι τόσο μεγάλη, που νέες γενιές μεταναστών ξεπερνούν σε όλους τους αντίστοιχους δείκτες τους «λευκούς» γηγενείς Βρετανούς. Αλλά και στις χώρες που δεν συμβαίνει αυτό (στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, ας πούμε) το μοτίβο είναι ολόιδιο: η δεύτερη γενιά μεταναστών είναι πάντα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την πρώτη, και αργά ή γρήγορα οι μετανάστες ενσωματώνονται στην κοινωνία με αξιοθαύμαστη αποτελεσματικότητα. Το 80% των μεταναστών στην Ε.Ε. σήμερα δηλώνουν ότι νιώθουν «κοντά» ή «πολύ κοντά» στις χώρες που τους φιλοξενούν.
Η ενσωμάτωση, μάλιστα, είναι κάτι που οι μετανάστες κατά κανόνα κάνουν από μόνοι τους. Τα κράτη δεν χρειάζεται να κάνουν και πολλά πράγματα. Μάλιστα, κάποια κράτη ακολουθούν και πολιτικές που έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα.
Από ό,τι φαίνεται, οι μόνες πολιτικές ενσωμάτωσης που έχουν σημασία είναι δύο. Η μία είναι η ανεμπόδιστη πρόσβαση σε εργασία. Το να μπορούν οι άνθρωποι να βρουν δουλειά ή να ανοίξουν μια επιχείρηση χωρίς να τους βάζουν περιττά εμπόδια. Πρέπει να θυμούνται όλοι ότι κανένας μετανάστης δεν ενδιαφέρεται να κάθεται να ζει με επιδόματα αλλά έχουν έρθει για να δουλέψουν. Η δεύτερη πολιτική είναι η πρόσβαση στην υπηκοότητα. Οταν οι μετανάστες έχουν μια (έστω δύσκολη) προοπτική απόκτησης υπηκοότητας στη χώρα που τους φιλοξενεί, εμφανίζουν πολύ υψηλότερα ποσοστά ενσωμάτωσης, πιο γρήγορα. Οπως αποδεικνύει ένας αιώνας εντατικής έρευνας, η ενσωμάτωση είναι κάτι που γίνεται από μόνο του. Αυτό που αλλάζει είναι το πόσο γρήγορα.
Ολα αυτά είναι γνωστά και καλά τεκμηριωμένα, βεβαίως. Αλλά τα κράτη, ακόμα και οι μεγάλες, παραδοσιακές χώρες υποδοχής, μοιάζουν να μην πιστεύουν σε αυτές τις πολιτικές. Επιπλέον, στις περισσότερες δυτικές χώρες ένα εμπόδιο στην ενσωμάτωση ήταν πάντα ότι οι κοινωνίες τούς αντιμετώπιζαν ως προσωρινούς επισκέπτες και όχι ως δυνητικά νέους μόνιμους πολίτες. Με έμμεσους και άμεσους τρόπους εμπόδιζαν την ουσιαστική τους ενσωμάτωση στην κοινωνία. Και μετά διαμαρτύρονταν επειδή «δεν ενσωματώνονται».
5. Οσο πλουτίζουν οι «φτωχές» χώρες τόσο περισσότερους μετανάστες στέλνουν
Ενας ευρύτατα διαδεδομένος μύθος τον οποίο ακόμα και έμπειροι πολιτικοί πιστεύουν, είναι ότι η μετανάστευση μπορεί να «αντιμετωπιστεί» αν οι χώρες-υποδοχείς επενδύσουν στις χώρες που στέλνουν μετανάστες, για να αναπτύξουν τις οικονομίες τους ώστε να μείνουν οι άνθρωποι και να εργαστούν εκεί. Ετσι θεωρούν ότι θα καταπολεμηθούν τα «βαθύτερα αίτια» της μετανάστευσης που, κατά τη γνώμη τους, είναι η φτώχεια και οι ανισότητες σε εκείνες τις χώρες. Τα πράγματα δεν λειτουργούν καθόλου έτσι. Ισα ίσα, ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Φτωχές χώρες που αναπτύσσονται οικονομικά και φτάνουν σε ένα πρώτο επίπεδο αστικοποίησης και εκσυγχρονισμού, στέλνουν περισσότερους μετανάστες σε άλλες χώρες, όχι λιγότερους. Το συμπέρασμα επαληθεύεται και σε άλλες μελέτες από άλλες χώρες, αλλά και από μεταναστευτικές ροές του παρελθόντος. Αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα είναι το εξής:
Η ανάπτυξη φέρνει μετανάστευση.
Καθώς οι χώρες μεταβαίνουν από τη φτώχεια σε ένα μεσαίο επίπεδο ευημερίας, περισσότεροι άνθρωποι μετακινούνται από την ύπαιθρο στις πόλεις, αναζητώντας καλύτερες δουλειές, καλύτερη κατάρτιση και καλύτερες συνθήκες ζωής. Ταυτόχρονα, αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν και κάτι άλλο: παραστάσεις και εικόνες του έξω κόσμου. Αναπτύσσουν δεξιότητες, γνώσεις, αλλά και προσδοκίες. Φιλοδοξίες. Την πεποίθηση ότι δικαιούνται μια καλύτερη ζωή, και ότι μπορούν να τη διεκδικήσουν. Αυτό δεν υπάρχει στις φτωχές χώρες, αλλά υπάρχει στις μεσαίες. Και επιπλέον, καθότι η μετανάστευση είναι μια δαπανηρή διαδικασία (και η «παράνομη», αλλά και η πολύ συχνότερη νόμιμη), στις μεσαίες χώρες υπάρχουν και πολύ περισσότεροι φιλόδοξοι εργάτες ικανοί να αναλάβουν το κόστος της μετανάστευσης. Οταν επενδύουμε στην ανάπτυξη μιας φτωχής χώρας, εξασφαλίζουμε ότι σύντομα αυτή η χώρα θα γεμίσει με περισσότερους φιλόδοξους και καλύτερα καταρτισμένους εργάτες, οι οποίοι θα αναζητήσουν την καλύτερη ζωή που μπορούν να διεκδικήσουν, ακόμα και εκτός συνόρων. Θα στέλνει περισσότερους μετανάστες από όταν ήταν φτωχή. Μόνο όταν μια χώρα φτάνει να γίνει πλούσια σταματά να στέλνει πολλούς ανθρώπους στο εξωτερικό.
6. Τα «κλειστά σύνορα» προκαλούν περισσότερη μετανάστευση, όχι λιγότερη
Αυτό είναι κάτι που πάρα πολύς κόσμος δεν έχει καταλάβει. Πολλές φορές οι περιορισμοί στη μετακίνηση των ανθρώπων πέρα από τα σύνορα προκαλούν περισσότερη μετανάστευση. Ας το εξηγήσουμε με ένα παράδειγμα από το βιβλίο.
Στο παρελθόν, λέει, οι Μαροκινοί, οι Τυνήσιοι και οι Αλγερινοί μπορούσαν να περνάνε στην Ισπανία και την Ιταλία για να πάνε να δουλέψουν σεζόν –στα χωράφια, ας πούμε. Πολλοί από αυτούς πήγαιναν, λοιπόν, έμεναν λίγους μήνες, και μετά ξαναγυρνούσαν. Την επόμενη χρονιά μπορεί να μην ανέβαιναν, αλλά να ανέβαιναν τη μεθεπόμενη, και να έμεναν ένα χρόνο αυτή τη φορά. Υπήρχε ένα τέτοιο πήγαινε-έλα πολύ εκτεταμένο. Αλλά τη δεκαετία του 1990, με την υπογραφή της συνθήκης του Σένγκεν, οι χώρες αυτές επέβαλαν νέους περιορισμούς. Για να μπεις και να βγεις, ήθελες βίζα συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας. Κι οι άνθρωποι αυτοί πλέον δεν μπορούσαν να πηγαινοέρχονται και να μένουν στην ξένη χώρα για λίγους μήνες. Οπότε τι έκαναν για να μη χάσουν και τα μεροκάματα; Σταμάτησαν να πηγαινοέρχονται. Εμειναν στην ξένη χώρα, «παράνομοι» μετανάστες. Οχι επειδή το ήθελαν, αλλά επειδή οι κακοσχεδιασμένοι οριζόντιοι περιορισμοί τους ανάγκασαν. Κι αντί να περνάνε νόμιμα, όπως πριν, αναγκάζονταν να πηγαίνουν με βάρκες, κρυφά, από το Γιβραλτάρ. Κι όταν το λιμενικό άρχισε να περιπολεί πιο εντατικά, άρχισαν να περνάνε με πιο μεγάλα πλοία, σε πιο επαγγελματικές επιχειρήσεις. Κι όταν έκλεισε κι αυτός ο δρόμος, άρχισαν να περνάνε από την Τυνησία. Και μετά από την Αλγερία. Αυτό το πράγμα συνεχίζεται εδώ και 35 χρόνια. Η μετανάστευση όμως ποτέ δεν σταματά. Αν μη τι άλλο, οι περιορισμοί από την Ευρώπη έχουν οδηγήσει στη συγκέντρωση περισσότερων «παράνομων» μεταναστών εντός της Ευρώπης. Κάτι πολύ παρόμοιο συνέβαινε και στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού μέχρι το 1986.
Το φαινόμενο το βλέπουμε και με έναν άλλο τρόπο: οι (πολύ περισσότεροι) μετανάστες που μπαίνουν νόμιμα στις χώρες υποδοχής, εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν δουλειές και μπορούν να βγάζουν λεφτά, συχνά επιλέγουν να παραμείνουν και μετά τη λήξη της βίζας ή της άδειας παραμονής τους. Και μένουν ως «παράνομοι». Το ότι δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να παρατείνουν τη νόμιμη παραμονή τους είναι που τους κάνει «παράνομους». Οι περιορισμοί που βάζουν τα κράτη δεν αποτρέπουν κανέναν. Ισα ίσα, δημιουργούν περισσότερους «παράνομους» μετανάστες.
Πολλές φορές, μάλιστα, όταν ανακοινώνονται μελλοντικοί περιορισμοί σε γνωστές μεταναστευτικές διόδους, εμφανίζεται το φαινόμενο της απότομης μετανάστευσης σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Οταν το Σουρινάμ ήταν ακόμα αποικία της Ολλανδίας, η ροή (εσωτερικών, πρακτικά) μεταναστών από την αποικία προς τη μητρόπολη ήταν λίγο-πολύ σταθερή. Οταν όμως ανακοινώθηκε ότι το Σουρινάμ θα γίνει ανεξάρτητο κράτος, και καθώς οι πολίτες περίμεναν την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη μετακίνηση προς την Ολλανδία, τι έγινε; Το 40% του πληθυσμού του Σουρινάμ μετανάστευσε στην Ολλανδία. Για να προλάβει. Κι αυτοί έμειναν κιόλας, αφού το να πηγαινοέρχονται έγινε όντως πιο δύσκολο και περίπλοκο.
Το αντίθετο ακριβώς έγινε στη Γαλλική Γουιάνα, μια άλλη μακρινή αποικία ευρωπαϊκής χώρας. Η Γαλλική Γουιάνα επίσης έστελνε εσωτερικούς μετανάστες στη Γαλλία. Αντίθετα, όμως, με το Σουρινάμ, δεν απέκτησε ποτέ την ανεξαρτησία της. Εξακολουθεί να είναι γαλλικό έδαφος, με νόμισμα το ευρώ, και την ελευθερία να ταξιδεύουν οι πολίτες της όποτε θέλουν στη Γαλλία (και την Ε.Ε.) χωρίς περιορισμούς. Το αποτέλεσμα; Λιγότερο από το 5% του πληθυσμού ζει ανά πάσα στιγμή στη Γαλλία. Δεν υπάρχει κανένα επείγον κίνητρο να φύγουν, όπως υπήρχε στο Σουρινάμ. Οσοι θέλουν να πάνε, πάνε για όσο θέλουν.
Αλλά βέβαια το καλύτερο παράδειγμα για την επίπτωση που έχουν οι περιορισμοί στα σύνορα στις μεταναστευτικές ροές είναι πολύ πιο κοντινό: η Ευρωπαϊκή Ενωση. Τις τελευταίες δεκαετίες η Ε.Ε και μέσα από διάφορες γεωπολιτικές κρίσεις έδειξε ότι η άρση τέτοιων περιορισμών δεν οδηγεί σε μακροπρόθεσμη αύξηση της μετανάστευσης, ακόμα και ανάμεσα σε χώρες με μεγάλες διαφορές στο εισόδημα και το ΑΕΠ. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η είσοδος των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών στην Ενωση και άλλα γεγονότα προκάλεσαν προσωρινές μεταναστευτικές εξάρσεις προς τις πλούσιες βόρειες χώρες, αλλά στην Ευρώπη της ελεύθερης μετακίνησης οι ροές πολύ γρήγορα ισορρόπησαν. Κόσμος πηγαινοέρχεται και σήμερα, αλλά πολύ, πολύ λιγότερος από ό,τι περίμεναν οι κινδυνολόγοι προ διεύρυνσης.
7. Οι μετανάστες δεν είναι θύματα ούτε αφελείς
Μεταξύ 2015 και 2019 η Ευρωπαϊκή Ενωση έδωσε 45 εκατομμύρια ευρώ για 130 διαφημιστικές καμπάνιες για τη μετανάστευση. Οι καμπάνιες απευθύνονταν στους μετανάστες και το θέμα ήταν: μην έρθετε εδώ, η ζωή είναι σκληρή και θα σας εκμεταλλεύονται. Μείνετε και διεκδικήστε μια καλύτερη ζωή στις χώρες σας. Οι ίδιοι οι μετανάστες βλέπουν τέτοια μηνύματα με θυμηδία και περιφρόνηση. Κάτι που πολλοί στη Δύση δεν καταλαβαίνουν με τίποτε είναι πως οι μετανάστες δεν είναι αφελή θύματα ή απληροφόρητοι και απολίτιστοι πρωτόγονοι. Στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι συνειδητοποιημένοι δρώντες και έρχονται στη σκληρή και αφιλόξενη Δύση (στη συντριπτική τους πλειονότητα νόμιμα, όπως έχουμε πει) επειδή ακριβώς έχουν κάνει ψυχρούς, ρεαλιστικούς υπολογισμούς και πλάνα. Εχουν συγκεντρώσει δεδομένα και στοιχεία και ξέρουν πως όταν έρθουν θα βρουν μια κατάσταση πολύ καλύτερη από αυτήν που άφησαν πίσω. Ο μέσος μισθός ενός εργάτη σε χωράφια του Μεξικού το 2019 ήταν 196 δολάρια τον μήνα. Στην Καλιφόρνια την ίδια χρονιά οι μέσες αποδοχές για την ίδια δουλειά ακριβώς ήταν 2.500 δολάρια τον μήνα. Στο Μαρόκο το 2022 ο ανειδίκευτος εργάτης έβρισκε δουλειές με 8 ευρώ την ημέρα. Οι ίδιες δουλειές στη Βόρεια Ισπανία πλήρωναν 40-50 ευρώ την ημέρα. Στην Ολλανδία, 80 ευρώ την ημέρα. Τι να τους πουν τα βιντεάκια της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Οι άνθρωποι βάζουν κάτω τα νούμερα, βλέπουν τι βγαίνει, και παίρνουν τις ανάλογες αποφάσεις. Καθότι μάλιστα η μετανάστευση είναι μια διαδικασία ακριβή και δύσκολη (υπενθυμίζω: οι περισσότεροι την κάνουν νόμιμα) συχνά επενδύουν από το υστέρημά τους ή δανείζονται για να μεταναστεύσουν. Είναι μια προσεκτικά υπολογισμένη επένδυση.
8. Η μετανάστευση υπάρχει επειδή στις πλούσιες χώρες υπάρχει ζήτηση για εργατικά χέρια
Τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα της περιόδου 2022-2023 στις ΗΠΑ δεν είχαν να κάνουν με την πολιτική Μπάιντεν στα σύνορα (η αμερικανική κυβέρνηση και τότε απέλαυνε κόσμο μαζικά) αλλά με το ότι οι ΗΠΑ είχαν τη χαμηλότερη ανεργία της πρόσφατης ιστορίας και η οικονομία κάλπαζε. Οι μετανάστες μάθαιναν από τους συγγενείς τους εντός των ΗΠΑ ότι υπήρχαν πολλές και καλές δουλειές. Και έρχονταν.
Το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να θυμάται όποιος ασχολείται με το θέμα της μετανάστευσης είναι ότι η μετανάστευση πυροδοτείται από τη ζήτηση στα κράτη υποδοχής. Η πράξη σε όλες τις χώρες του κόσμου δείχνει ότι πρώτα εμφανίζονται κενά στην αγορά εργασίας (νέες δουλειές ανοίγουν με την οικονομική ανάπτυξη) και ύστερα από 6-12 μήνες αυξάνονται οι μεταναστευτικές ροές, που έρχονται να τα καλύψουν.
Ο βασικός δείκτης που επηρεάζει τη μετανάστευση οπουδήποτε είναι ο δείκτης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αυτό ίσχυε στις παλαιότερες εποχές, όταν υπήρχε πολύ μεγάλη ζήτηση για εργατικά χέρια στις χώρες που είχαν τα μεγάλα εργοστάσια, αλλά εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα, που οι ανάγκες είναι διαφορετικές. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 η Ελλάδα αναπτυσσόταν ραγδαία, ξέφευγε από τη ζώνη της φτώχειας και αποκτούσε έντονη εσωτερική μετανάστευση, από την ύπαιθρο στις πόλεις. Ταυτόχρονα, όμως, οι άνθρωποι αποκτούσαν νέες προσδοκίες για το μέλλον τους. Χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι ΗΠΑ ή η Αυστραλία είχαν μεγάλες ανάγκες σε εργατικά χέρια, οπότε χιλιάδες Ελληνες (σχεδόν αποκλειστικά άνδρες) μετανάστευαν σε εκείνες τις χώρες.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι ανάγκες άλλαζαν. Η χειραφέτηση των γυναικών γέννησε την ανάγκη για εκατομμύρια φροντιστές, καθαριστές και άλλους οικιακούς εργάτες. Η ζήτηση για τέτοιες δουλειές δεν έχει αυξηθεί μόνο στη Δύση, αλλά τώρα αυξάνεται και στη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοανατολική Ασία.
Παντού όμως το κίνητρο μένει το ίδιο. Είναι ακριβώς η ίδια δυναμική που ισχύει και για τη μετανάστευση υψηλής κατάρτισης εργαζομένων, που αναζητούν καλύτερες δουλειές αλλού με ακριβώς τα ίδια κριτήρια. Η Ελλάδα κάποτε πέρασε και από το στάδιο των «μεσαίων» χωρών στις πλούσιες, οπότε σταμάτησε να στέλνει καραβιές εργατών αλλού. Αλλά εξακολουθεί να στέλνει χιλιάδες καταρτισμένους εργαζόμενους αλλού. Το ίδιο γίνεται παντού. Σήμερα 3,9 εκατομμύρια Γερμανοί ζουν σε άλλη χώρα. Εννιάμισι εκατομμύρια μετανάστες ζουν στη Βρετανία, αλλά 4,7 εκατομμύρια Βρετανοί σήμερα ζουν και εργάζονται σε άλλες χώρες. Παντού ο μηχανισμός είναι ο ίδιος: όπου υπάρχει ανάπτυξη, όπου ανοίγουν πολλές δουλειές, εκεί πάνε αντίστοιχοι μετανάστες, για να καλύψουν τις αντίστοιχες θέσεις.
9. Οι μετανάστες κάνουν καλό στην οικονομία
Ξέρουμε όλες και όλοι (θέλω να πιστεύω) πως το επιχείρημα ότι «οι μετανάστες έρχονται και μας κλέβουν τις δουλειές» είναι μύθος. Οι μετανάστες δεν «κλέβουν δουλειές», αλλά καλύπτουν θέσεις εργασίας που έμεναν κενές. Οι γηγενείς δεν μπορούν να κάνουν τις δουλειές που κάνουν οι μετανάστες, συνήθως επειδή δεν έχουν το κίνητρο, την ηλικία και την υγεία (ηλικία, σωματική ρώμη) για να καλύψουν αυτές τις ανάγκες. Η ζήτηση για τέτοιου τύπου εργασία υπάρχει, και σχεδόν ποτέ δεν μπορεί να καλυφθεί από τους ντόπιους.
Ολες οι μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα, δε, ότι ακόμα και η απότομη είσοδος πολλών μεταναστών σε μια οικονομία (όπως στο Μαΐάμι τη δεκαετία του 1980, ή το Δυτικό Βερολίνο το 1990) έχει είτε πάρα πολύ μικρή και πρόσκαιρη επίπτωση στην απασχόληση και στους μισθούς είτε καμία.
Το γιατί γίνεται αυτό είναι επίσης γνωστό: επειδή οι μετανάστες δημιουργούν περισσότερες θέσεις εργασίας. Δεν είναι μόνο το ότι είναι και καταναλωτές στις χώρες υποδοχής, συνεισφέροντας μέρος του εισοδήματός τους σε φόρους και κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών. Δεν είναι καν το ότι στις περισσότερες περιπτώσεις –καθότι οι ίδιοι δεν δικαιούνται επιδόματα, συντάξεις ή άλλα προγράμματα στήριξης που απολαμβάνουν οι γηγενείς– ουσιαστικά με τους φόρους και τις εισφορές που πληρώνουν επιδοτούν το κράτος πρόνοιας των γηγενών.
Επιπλέον, συνεισφέρουν στην ανάπτυξη και έμμεσα. Οι μετανάστες που εργάζονται ως οικιακοί βοηθοί, κηπουροί, φροντιστές παιδιών ή ηλικιωμένων απελευθερώνουν γηγενείς εργαζόμενους οι οποίοι έχουν το χρόνο και την ευχέρεια να δουλέψουν περισσότερο, να ιδρύσουν επιχειρήσεις και να παραγάγουν πλούτο.
Το 2020, επί Covid, στη Βρετανία ξεκίνησε το πρόγραμμα «Μαζέψτε για τη Βρετανία», με το οποίο η κυβέρνηση ενθάρρυνε τους πολίτες να εργαστούν στις αγροτικές καλλιέργειες, έναν τομέα όπου 9 στους 10 εργαζόμενους ήταν μετανάστες. Στη Βρετανία του 2020, βεβαίως, οι μετανάστες δεν θεωρούνταν καλό πράγμα, οπότε με αυτό το πρόγραμμα προσπάθησαν να πείσουν τους ντόπιους να κάνουν αυτές τις δουλειές. Ακόμα και ο τότε πρίγκιπας Κάρολος βγήκε σε βίντεο για να ενθαρρύνει τους υπηκόους να πάνε στις φάρμες και να μαζέψουν φρούτα. Αντιλαμβάνεστε, φαντάζομαι, πώς πήγε αυτό. Ελάχιστοι Βρετανοί εμφανίστηκαν. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να φέρει Ανατολικοευρωπαίους εργάτες με αεροπλάνα, για να γίνει η δουλειά.
10. Η μετανάστευση δεν ωφελεί ολόκληρη την οικονομία
Πολλοί οικονομολόγοι τείνουν να υποστηρίζουν τη μετανάστευση για πρακτικούς και όχι για ηθικούς λόγους. Επειδή ωφελεί με πολλούς, καλά κατανοητούς και μετρήσιμους τρόπους την οικονομία της χώρας υποδοχής και, σε πολλές περιπτώσεις, έχει και ευεργετικά αποτελέσματα και στις οικονομίες από τις οποίες προέρχονται οι μετανάστες. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό, αλλά δεν είναι όσο ξεκάθαρο και απλό ακούγεται. Εχει αποχρώσεις. Οι μετανάστες δεν φέρνουν οφέλη σε ολόκληρη την οικονομία που τους υποδέχεται, αλλά μόνο σε ένα κομμάτι της: τους πλούσιους. Οι πιο ευεργετηθέντες από τη μετανάστευση είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα οικονομικά συμφέροντα που επωφελούνται από το χαμηλό κόστος και την εργατικότητα των μεταναστών. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τις εταιρείες που προσλαμβάνουν φτηνούς εργάτες στα εργοστάσια, αλλά ακόμα και τα πιο ευκατάστατα νοικοκυριά, που μπορούν να προσλαμβάνουν νταντάδες, κηπουρούς, καθαριστές και άλλο βοηθητικό προσωπικό που, όπως είπαμε, τους προσφέρουν ελεύθερο χρόνο ώστε να εργαστούν περισσότερο, να είναι πιο δημιουργικοί, να ασχολούνται με πιο παραγωγικές και αποδοτικές εργασίες. Από την άλλη, οι μόνοι που μπορεί και να δουν αρνητικές συνέπειες από την είσοδο μεταναστών σε μια οικονομία είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι. Ολοι οι άλλοι οφελούνται από τους μετανάστες. Κι όσο πιο πλούσιοι, τόσο πιο ωφελημένοι.
Αυτές ήταν οι 10 αλήθειες. Αν σας άρεσαν, έχει κι άλλες μέσα στο βιβλίο. Αν εξακολουθείτε να έχετε απορίες, αναζητήστε το για να τις λύσετε εκεί. Και υπάρχει κι άλλη μία σημαντική, που ήθελα να τη βάλω εδώ, αλλά μου βγήκε μεγάλο το κείμενο και, επίσης, δεν ήθελα να χαλάσω το στρογγυλό «10». Οπότε γι’ αυτή θα συζητήσουμε το ερχόμενο Σάββατο, στην άλλη στήλη.
Εχει να κάνει με το έγκλημα.
