Η ιδανική ηλικία ενός επαγγελματία τερματοφύλακα, αυτή όπου συνήθως πιάνει το πικ της απόδοσής του, κυμαίνεται μεταξύ των 28 και των 35 ετών, αν και υπήρξαν (και υπάρχουν) περιπτώσεις γκολκίπερ που εξακολουθούν να είναι πολύ αποδοτικοί μέχρι να αγγίξουν τα δεύτερα -άντα της ζωής τους.
Ο Ντίνο Τζοφ ήταν σαράντα ετών όταν καθοδήγησε ως αρχηγός την Εθνική Ιταλίας μέχρι την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1982 στην Ισπανία, όντας ο γηραιότερος παγκόσμιος πρωταθλητής όλων των εποχών.
Ο Αντώνης Νικοπολίδης έπαιξε μέχρι τα σαράντα του σε υψηλό επίπεδο στον Ολυμπιακό, όντας 33 όταν αναδείχθηκε κορυφαίος γκολκίπερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2004, το οποίο κατέκτησε όντας εκ των μεγάλων πρωταγωνιστών της εθνικής μας ομάδας.
Ο Μάνουελ Νόιερ είναι 39 ετών και συνεχίζει απτόητος στην Μπάγερν Μονάχου, ενώ ο Τζανλουίτζι Μπουφόν κρέμασε τα γάντια στα 45 του χρόνια (!), όταν πλέον αποφάσισε ότι είναι πλήρης ποδοσφαιρικών ημερών.
Ο Αλμπάν Μαρκ Λαφόντ αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα για τους μοναχικούς, πάντα ιδιαίτερους κυρίους κάτω από τα δοκάρια της εστίας, αφού έκανε επαγγελματικό ντεμπούτο σε ηλικία 16 ετών και μετράει ήδη μια δεκαετία στο υψηλότερο επίπεδο.
Ο τερματοφύλακας από την Μπουρκίνα Φάσο με γαλλική εκπαίδευση ψάχνει να κάνει στον Παναθηναϊκό επανεκκίνηση μιας καριέρας γεμάτης ταλέντο, αλλά και σκαμπανεβάσματα, τα οποία έφεραν τον Λαφόντ από το να φοράει το περιβραχιόνιο του αρχηγού στη Ναντ, στην δεύτερη ομάδα των Καναρινιών.
Ο Αντουάν Κομπουαρέ, ο οποίος είχε δώσει πρώτος την αρχηγία στον ταλαντούχο γκολκίπερ, ως επιβράβευση για τις αρετές και την προσωπικότητα που επέδειξε κάτω από τα δοκάρια, ήταν και αυτός που τον τιμώρησε με τον υποβιβασμό στην δεύτερη ομάδα, εξαιτίας των σκαμπανεβασμάτων στην απόδοσή του.
Ο Λαφόντ, ίσως και λόγω του νεαρού της ηλικίας (για τερματοφύλακα), μπορεί να πιάσει απόδοση νούμερο ένα, όπως αυτή που κάποτε τον κατέτασσε ως τον δεύτερο πιο ελπιδοφόρο Κ20 ποδοσφαιριστή στον κόσμο, πίσω μόνο από τον νυν τερματοφύλακα της πρωταθλήτριας Ευρώπης Παρί Σεν Ζερμέν, Τζανλουίτζι Ντοναρούμα, και μπροστά από ολόκληρο Κιλιάν Μπαπέ.
Σε ηλικία 16 ετών και 310 ημερών, τον Νοέμβριο του 2015 και υπερασπιζόμενος την εστία της Τουλούζ, έγινε ο νεαρότερος γκολκίπερ που κάνει ντεμπούτο στην γαλλική Ligue 1, σπάζοντας το ρεκόρ του κορυφαίου τερματοφύλακα στην ιστορία της… Ναντ (σημάδεψε την συνέχεια της καριέρας του), Μικαέλ Λαντρό.
Σε ηλικία 19 ετών ήταν βασικός σε ιστορική ομάδα της ιταλικής Serie A (Φιορεντίνα), έπαιξε με επιτυχία σε όλες τις μικρές εθνικές ομάδες της Γαλλίας και έδειχνε ικανός να… καταπιεί τον κόσμο, παρά τον μεγάλο ανταγωνισμό, ειδικά στην εθνική ομάδα, με τον Ουγκό Γιορίς και τον Μάικ Μενιάν.
Η συνέχεια, όμως, δεν ήταν ανάλογη. Δεν είχε την απαιτούμενη διάρκεια και σταθερότητα, παρότι διαθέτει ιδανικές αναλογίες για τερματοφύλακα (ύψος 1.96 και τεράστιο άνοιγμα χεριών), ξέρει πως να καλύπτει την εστία του και παρά το νεαρό της ηλικίας του μετράει πάνω από 350 συμμετοχές ως επαγγελματίας.
Γιος ερασιτέχνη τενίστα και διεθνούς παίκτριας χάντμπολ, αλλά και εγγονός επαγγελματία ποδοσφαιριστή με μακρά παραγοντική θητεία στην συνέχεια, ο αθλητισμός κυλούσε στις φλέβες του και φρόντισε να το επιβεβαιώσει από πολύ μικρός στην Γαλλία, όπου μετακόμισε σε ηλικία εννέα ετών για να ζήσει με τον πατέρα του, μετά το διαζύγιο των γονιών του.
Η μητέρα του παρέμεινε στην Μπουρκίνα Φάσο και ακολούθησε πολιτική καριέρα, φτάνοντας μέχρι το κοινοβούλιο της αφρικανικής χώρας, χωρίς πάντως να χάσει την επαφή της με τον γιο της.
Ακολουθεί σταθερά την καριέρα του που τα τελευταία έξι χρόνια τον βρήκε στη Ναντ, η οποία με πρωταγωνιστή τον Λαφόντ και μέλος της τον επίσης πράσινο Πέδρο Τσιριβέγια κατέκτησε το Κύπελλο Γαλλίας το 2022, στον πρώτο της τίτλο μετά από 21 ολόκληρα χρόνια και την «χρυσή» εποχή με γκολκίπερ τον Λαντρό.
Το σπάσιμο του ρεκόρ του τελευταίου αποτελεί αναμφίβολα ένα παράσημο, αλλά όχι το μοναδικό στην σταδιοδρομία ενός γκολκίπερ που σε ηλικία 17 ετών έχασε με δραματικό τρόπο συγγενικά του πρόσωπα σε τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ουαγκαντούγκου, πρωτεύουσα της Μπουρκίνα Φάσο, ενώ πριν από δύο χρόνια αντιμετώπισε μια σοβαρή ασθένεια του πατέρα του.
«Υπήρξαν μέρες που δεν ήθελα καν να προπονηθώ» παραδέχεται ένας υπέρ ταλαντούχος τερματοφύλακας που παίζει πολύ με την ψυχολογία και, βάσει αυτής, ανάλογη είναι και η απόδοσή του.
«Δεν μπορεί να παραμένεις ένα πρότζεκτ όταν έχεις πάνω από 300 παιχνίδια ως επαγγελματίας. Ίσως περίμεναν περισσότερα από εμένα, αλλά είμαι περήφανος για την καριέρα μου και σκέφτομαι πόσοι τερματοφύλακες θα ήθελαν να ήταν στην θέση μου» ξεκαθαρίζει σε όσους τον βάφτισαν «αιώνιο ταλέντο», έτοιμος να δείξει για τι είναι ικανός στην δεύτερη εμπειρία του εκτός Γαλλίας, πολύ πιο ώριμος, αλλά όντας πλέον και πατέρας.
Στην Φιορεντίνα υπήρξε συμπαίκτης με τον Μπαρτλομιέι Ντραγκόφσκι και στον Παναθηναϊκό ανταμώνει και πάλι με τον Πολωνό γκολκίπερ, σε έναν συναγωνισμό που μπορεί να έχει ως μεγάλο κερδισμένο το Τριφύλλι.
Τον Ιανουάριο του 2023, φλέρταρε έντονα με τον Άγιαξ, αλλά δεν έμελλε να ντυθεί στα ερυθρόλευκα. Αντίθετα, θα φορέσει τα πράσινα, αποφασισμένος να κάνει ένα restart για να φτάσει στο φουλ στην ιδανική ηλικία στην ζωή ενός τερματοφύλακα…
