Στην τελική ευθεία από αύριο εισέρχονται οι τέσσερις «μεγάλοι» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Οι τρεις ως φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου και ο τέταρτος με την κρυφή ελπίδα πως δεν θα αποτελέσει απλώς τον «ρυθμιστή».
Είναι σίγουρο πως σε όλα τα παιχνίδια ο κόσμος θα κατακλύσει τις εξέδρες. Βλέπετε, ο Ελληνας φίλαθλος χαλαλίζει λεφτά και ώρες μόνο για παιχνίδια με βαθμολογικό ενδιαφέρον και όπου παράγεται φανατισμός.
Και το διαπιστώσαμε αυτό, ξανά, στον αγώνα της Εθνικής μας με την Παραγουάη στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης», όπου αν δεν υπήρχαν και τα παιδιά, θα ήταν σαν… κεκλεισμένων των θυρών. Κάντε συγκρίσεις με τα άλλα φιλικά της ίδιας ημέρας και στο κατάμεστο «Πούσκας Αρένα».
Δεν πάει ο οπαδός για να δει την ομάδα του και να τη χειροκροτήσει, ασχέτως αποτελέσματος. Θέλει τον άρρωστο ανταγωνισμό, την τοξικότητα και το μίσος που του ποτίζουν μερίδα παραγόντων, παικτών, προπονητών, με φερέφωνό τους τον οπαδικό Τύπο.
Μετρημένες στα δάχτυλα οι περιπτώσεις που ο ηττημένος δέχθηκε την ανωτερότητα του αντιπάλου και τον συνεχάρη για τη νίκη του. Η αναζήτηση δικαιολογιών γίνεται πάντα εκτός των αγωνιστικών χώρων, στα γραφεία των ομοσπονδιών και σε αυτά των διαιτητών.
Δυστυχώς, όταν υπάρξει νεκρός από την οπαδική βία, όλες οι «πολεμικές ανακοινώσεις» και οι προσωπικές επιθέσεις μεταξύ των αφεντικών των επαγγελματικών ομάδων, σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ, μπαίνουν προσωρινά στο συρτάρι.
Αντ’ αυτών χύνονται τα γνωστά «κροκοδείλια» δάκρυα, από όλους, με πρωτοστάτες τους εκάστοτε κυβερνώντες, που εκτός από το να δίνουν υποσχέσεις, ψηφίζουν και νόμους, οι οποίοι ποτέ δεν εφαρμόζονται στο σύνολό τους. Κι αν εφαρμοστούν κάποιοι, τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμά τους έχει συλλογικό χρώμα.

