Τέσσερις φορές παγκόσμια πρωταθλήτρια, με τελευταία κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006, η Ιταλία έφτασε στο σημείο να είναι απούσα για τρίτη συνεχόμενη φορά από το κορυφαίο ποδοσφαιρικό γεγονός του πλανήτη. Μια χώρα που ανέδειξε τεράστιες μορφές και προσωπικότητες, μοιάζει πλέον αποκομμένη από το ίδιο της το παρελθόν.
Η «τρίτη αποκάλυψη» -τίτλος της Gazzetta dello Sport μετά το νέο δράμα των Ιταλών για τους οποίους το ποδόσφαιρο είναι σχεδόν θρησκεία- δεν ήρθε ξαφνικά. Τα σημάδια υπήρχαν εδώ και χρόνια. Οι αποτυχημένες παρουσίες στα Μουντιάλ του 2010 και του 2014 και οι αποκλεισμοί στα προκριματικά του 2018 και του 2022 είχαν ήδη δημιουργήσει ένα σκοτεινό μοτίβο. Τον θρίαμβο στο Euro 2020 πολλοί τον είδαν ως επιστροφή στην κορυφή. Σήμερα, αποδεικνύεται ότι τελικά ήταν μια φωτεινή παρένθεση και μόνο.
Το βράδυ της Τρίτης στη Ζένιτσα, η Ιταλία μπήκε δυνατά στον «τελικό» με τη Βοσνία. Το γκολ του Μόιζε Κιν στο 15ο λεπτό έδωσε την εντύπωση ότι όλα θα κυλούσαν ομαλά, καθώς απέναντι σε έναν αντίπαλο θεωρητικά κατώτερο, οι «Ατζούρι» έδειχναν να έχουν τον έλεγχο.
Ομως το ποδόσφαιρο δεν υπακούει πάντα στη λογική. Η αποβολή του Μπαστόνι πριν από το ημίχρονο άλλαξε τις ισορροπίες. Με δέκα παίκτες και υπό πίεση, η Ιταλία υποχώρησε και η ισοφάριση της Βοσνίας με τον Ταμπάκοβιτς στο 79΄ μετέτρεψε το παιχνίδι σε θρίλερ. Παρά την αντίσταση και την προσπάθεια να κρατηθεί «ζωντανή», η «Σκουάντρα Ατζούρα» λύγισε στα πέναλτι. Εκεί όπου άλλοτε έγραφε ιστορία, αυτή τη φορά κατέρρευσε, ζωντανεύοντας φαντάσματα του 1994.
Μετά τον αγώνα, ο Λεονάρντο Σπινατσόλα ήταν συντετριμμένος. Μίλησε για μια γενιά παιδιών που δεν έχει δει ποτέ την εθνική ομάδα σε Μουντιάλ, μια φράση που αποτυπώνει το μέγεθος της κρίσης.
Κι όμως, όπως συμβαίνει συχνά στο ποδόσφαιρο, οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά. Ενα χαμένο πέναλτι, μια αποβολή, μια φάση που δεν τελείωσε όπως έπρεπε. Οπως το 2017 με τον αποκλεισμό από τη Σουηδία ή το 2022 με τα χαμένα πέναλτι του Ζορζίνιο απέναντι στην Ελβετία. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες αποτυχίες, αλλά για μια αλυσίδα γεγονότων που αποκαλύπτουν βαθύτερα προβλήματα.
Η Ιταλία αποκλείστηκε από μια ομάδα που βρίσκεται στην 65η θέση της παγκόσμιας κατάταξης, σε μια μέρα όπου οι θεωρητικά κατώτεροι αντίπαλοι είχαν 31 σουτ. Θα μπορούσε να γίνει σύγκριση με την ήττα του 2022 από τη Βόρεια Μακεδονία, ένα ακόμη κομμάτι της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όμως τότε, τουλάχιστον, η Ιταλία είχε 30 τελικές προσπάθειες.

Ο άνθρωπος που ανέλαβε να αλλάξει την πορεία, ο Τζενάρο Γκατούζο, ένας ποδοσφαιριστής-σύμβολο του πάθους και της αυταπάρνησης, έδειξε ότι δεν ήταν αρκετός. Μετά τον αποκλεισμό, ζήτησε συγγνώμη. Μίλησε για προσπάθεια, για καρδιά, για αδικία, παραδέχθηκε έμμεσα κι αυτός ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Μπουφόν, πλέον σε διοικητικό ρόλο, προσπάθησε να κρατήσει ισορροπίες. Καμία άμεση παραίτηση, καμία δραστική απόφαση, μια στάση που για πολλούς στην Ιταλία μοιάζει με στασιμότητα.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται πλέον και ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Γκαμπριέλε Γκραβίνα. Για τους επικριτές του, αποτελεί τον κοινό παρονομαστή των αποτυχιών. Οι φωνές για αλλαγές πληθαίνουν. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και φίλαθλοι ζητούν ριζική αναδιάρθρωση, διότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην εθνική ομάδα.

Η πτώση της Ιταλίας αντανακλά μια ευρύτερη εικόνα. Το ιταλικό πρωτάθλημα χάνει έδαφος σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά. Οι σύλλογοι δεν κυριαρχούν όπως παλιά. Η ανάπτυξη νέων παικτών παραμένει ζητούμενο. Παρά τις προσπάθειες αλλαγής, τις μεταρρυθμίσεις στις ακαδημίες, τις επενδύσεις σε υποδομές, τις νέες διοργανώσεις για νέους, την ανάδειξη παικτών όπως ο Φραντσέσκο Καμάρντα, το πρόβλημα παραμένει.
Πολλοί πιστεύουν ότι είναι η ίδια της η Ιστορία, καθώς το παρελθόν φαίνεται να λειτουργεί ως βαρίδι. Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και συχνά άδικες. Οταν έχεις κατακτήσει τον κόσμο, κάθε αποτυχία μοιάζει με καταστροφή. Και όταν οι αποτυχίες επαναλαμβάνονται, μετατρέπονται σε κρίση ταυτότητας, σε μαύρη τρύπα.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι απλώς τι πήγε λάθος, αλλά τι πρέπει να αλλάξει. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Για τους ειδικούς στην Ιταλία, απαιτείται αναδιοργάνωση σε όλα τα επίπεδα: από τις ακαδημίες μέχρι τη διοίκηση και από τη φιλοσοφία του παιχνιδιού μέχρι τη διαχείριση ταλέντων.
Αν και η Ιταλία εξάγει ταλέντο, το γεγονός ότι τα δύο τρίτα των παικτών της Serie A είναι ξένοι μοιάζει ως ένα κομβικό πρόβλημα το οποίο από το 1966 κρατά την Αγγλία μακριά από μια κατάκτηση Μουντιάλ.
Η μεγαλύτερη αδυναμία της Ιταλίας βρίσκεται στην τελική προσπάθεια. Δεν υπάρχει πλέον ένας Μπάτζιο, ένας Μαντσίνι, ένας Βιάλι. Η «γραμμή παραγωγής» των κλασικών ιταλικών «δεκαριών» σταμάτησε όταν οι Τότι και Ντελ Πιέρο ολοκλήρωσαν την καριέρα τους. Ο πιο κοντινός διάδοχός τους, ο Ινσίνιε έφυγε για το MLS στα 31 του, κάτι που υπογραμμίζει τις επιπτώσεις της οικονομικής παρακμής της Serie A. Ο Ματέο Ρετέγκι, πρώτος σκόρερ της Serie A πέρσι, μετακινήθηκε στο πρωτάθλημα της Σαουδικής Αραβίας και μοιραία έδειξε χαμένος στα μπαράζ.
Το «καμπιονάτο» δεν αποτελεί βασική προτεραιότητα των σταρ. Η πτώση της δημοφιλίας του έχει επιπτώσεις στην Εθνική, ενώ σε συλλογικό επίπεδο καμία ιταλική ομάδα δεν βρίσκεται στους προημιτελικούς του Champions League, με την Ιντερ να αποκλείεται από την άσημη Μπόντο Γκλιμτ και την Αταλάντα να διασύρεται από την Μπάγερν Μονάχου.
Η πρόσφατη δυναμική της Ιντερ δίνει μια χαραμάδα ελπίδας, όμως πλέον συνολικά υπάρχουν λιγότεροι παίκτες κορυφαίου επιπέδου σε σχέση με την εποχή του Γκατούζο το 2006 ή του Μπάτζιο το 1994 ή ακόμη περισσότερο στις μεγάλες ομάδες του 1982, 1938 και 1934. Η ομάδα του 1958 είχε αποτύχει να προκριθεί σε Μουντιάλ. Εκείνη ήταν η μεγάλη εξαίρεση. Τώρα, δείχνει να έχει γίνει ο κανόνας.
Για την ώρα, όμως, η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η Ιταλία θα παρακολουθήσει ακόμη ένα Μουντιάλ από τον καναπέ. Και αυτό που κάποτε φαινόταν αδιανόητο, αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα επαναλαμβανόμενο.
Στη Ζένιτσα, οι Βόσνιοι πανηγύριζαν. Οι Ιταλοί έκλαιγαν. Δύο κόσμοι σε πλήρη αντίθεση, ενωμένοι σε μια στιγμή που θα γραφτεί στην Ιστορία. Για την Ιταλία, όμως, αυτή η ιστορία δεν είναι ένδοξη. Είναι μια υπενθύμιση ότι ακόμη και οι αυτοκρατορίες μπορούν να καταρρεύσουν και ότι η επιστροφή στην κορυφή είναι πάντα πιο δύσκολη από την κατάκτησή της.

