Ηταν Μάρτιος του 2018, όταν παραμονές του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας ο πρόεδρος της FIFA Τζιάνι Ινφαντίνο επιβεβαίωνε πως το VAR (Video Assistant Referee) θα χρησιμοποιηθεί κανονικά στο τουρνουά.
Οκτώ χρόνια μετά κι ενώ το Μουντιάλ της Αμερικής βρίσκεται προ των πυλών, η συγκεκριμένη επανάσταση, αν και φαινομενικά μοιάζει να έχει ενσωματωθεί στους βασικούς ποδοσφαιρικούς κανόνες, εντούτοις εξακολουθεί να προκαλεί διλήμματα.
Στο πρόσφατο ντέρμπι ΑΕΚ – Ολυμπιακού, στην τελευταία επίμαχη φάση με την οποία το VAR ενημέρωνε τον διαιτητή πως υπάρχει περίπτωση πέναλτι, η απόφαση ελήφθη με το γράμμα του νόμου, όμως για αρκετούς αυτομάτως είχε χαθεί το πνεύμα που διέπει το άθλημα.
Την ίδια στιγμή, το BBC με αφορμή αγώνες της Premier League, αναρωτιόταν αν τελικά το ποδόσφαιρο θα ήταν καλύτερο αν δεν υπήρχε το VAR και ποιο είναι το κόστος που πληρώνει το άθλημα. Οι μεγάλες καθυστερήσεις, οι εκνευρισμένοι παίκτες και προπονητές με τις συνεχείς διαμαρτυρίες μετά την αναίρεση των αρχικών διαιτητικών αποφάσεων, ήταν μόνο μερικά από τα στοιχεία που μπήκαν στο τραπέζι.
«Σε όλα υπάρχει ένα κόστος. Το VAR μπορεί να έχει μια αρνητική επίπτωση σε ό,τι αφορά την αξιοποίηση του ποδοσφαιρικού χρόνου ή στο ότι κρατάει σε αναμονή την εκδήλωση συναισθημάτων όπως η χαρά και ο πανηγυρισμός πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος, αλλά μη γελιόμαστε. Εχει βοηθήσει πολύ σε όσο το δυνατόν πιο δίκαιες αποφάσεις και κυρίως στην εξάλειψη των σημαντικών λαθών», λέει στην «Κ» ο παλαίμαχος διαιτητής Κύρος Βασσάρας.
«Οπου δεν υπάρχει άμεση πρόβλεψη των κανόνων, ο διαιτητής θα πρέπει να κινηθεί εντός του “πνεύματος” του παιχνιδιού με το σκεπτικό τι θα σήμαινε για το άθλημα η απόφασή του»
Ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ελληνικής διαιτησίας θεωρεί ότι το VAR δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, αφού «την τελική κρίση πάντα την έχει ο διαιτητής, κάτι που είναι και το ορθό», και ότι «πάντα θα υπάρχουν φάσεις αμφισβητούμενες, γι’ αυτό και θα πρέπει να βελτιώσουμε τον τρόπο λειτουργίας του και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε κάποιες συμπεριφορές, όπως για παράδειγμα των ποδοσφαιριστών, που έχουν στο μυαλό τους το πώς θα εκβιάσουν για να πάρουν ένα πέναλτι ή ένα φάουλ». Ο κ. Βασσάρας εκτιμά πως μόνο όταν δεν βγαίνει ασφαλές συμπέρασμα από την εξέταση μιας φάσης στο VAR, ο διαιτητής, συνυπολογίζοντας όλα τα δεδομένα του αγώνα, θα πρέπει να αποφασίζει με το πνεύμα του νόμου. «Η ερμηνεία της φάσης φυσιολογικά τότε γίνεται σε υποκειμενική βάση, αλλά θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην περίπτωση που υπάρχει έστω και μία αμφιβολία για την πρόθεση, η απόφαση να μην είναι καταδικαστική για μια ομάδα».
Με την αναγκαιότητα της παρουσίας του VAR συμφωνεί και ο παλαίμαχος διαιτητής και γνωστός τηλεκριτικός διαιτησίας Αριστομένης Κουτσιαύτης: «Η χρήση της τεχνολογίας έκανε το άθλημα δικαιότερο και έδωσε τη δυνατότητα στους “μικρότερους” να διεκδικούν επί ίσοις οροις τους αγώνες. Ολες οι μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί δείχνουν σημαντική βελτίωση στη λήψη των αποφάσεων. Σοβαρά και επικίνδυνα μαρκαρίσματα αλλά και βίαιη συμπεριφορά είναι πλέον πολύ σπάνια στο ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου. Δεν είναι όλα τέλεια, υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης, αλλά είναι αδύνατο να κάνουμε πίσω. Μαζί με την εφαρμογή του ημιαυτόματου οφσάιντ αποτελούν μια πραγματική πολυτέλεια και για το ελληνικό πρωτάθλημα».
Πού όμως αρχίζει και πού τελειώνει η επιρροή του VAR; Μήπως έχουμε πάει στο άλλο άκρο, τηρώντας ένα καθαρά τυπολατρικό πρωτόκολλο;
«Το πρωτόκολλο αναφέρει ότι θα πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά για σαφή και προφανή λάθη. Ο διαιτητής VAR λειτουργεί ως προστατευτικό δίχτυ στον “σχοινοβάτη” διαιτητή. Ακόμη και αν παρέμβει, όμως, η τελική απόφαση παραμένει στον διαιτητή, ανεξάρτητα αν κάποιες φορές μπορεί να τον μπερδέψει και να τον οδηγήσει στη λάθος απόφαση. Αρα η χρήση του είναι απολύτως εναρμονισμένη και με το γράμμα και με το πνεύμα του κανονισμού. Είτε οι αποφάσεις είναι σωστές είτε λάθος, το “πνεύμα” του παιχνιδιού απαιτεί οι αποφάσεις των διαιτητών να γίνονται σεβαστές. Οι κανόνες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν κάθε πιθανή κατάσταση ακόμη και με τη χρήση VAR. Επομένως, όπου δεν υπάρχει άμεση πρόβλεψη, ο διαιτητής θα πρέπει να κινηθεί εντός του “πνεύματος” του παιχνιδιού με το σκεπτικό τι θα σήμαινε για το άθλημα η απόφασή του. Με τον ίδιο τρόπο και πάνω στις ίδιες οδηγίες γίνεται και η εκπαίδευση των διαιτητών στο VAR», τονίζει ο κ. Κουτσιαύτης.
«Για έναν παίκτη περιοχής που έρχεται συνεχώς σε επαφή με αμυντικούς, η συμβολή του VAR είναι καθοριστική. Βρίσκει το πόδι του επιθετικού ο αμυντικός, είναι πέναλτι».
Οσον αφορά τον αγώνα ΑΕΚ – Ολυμπιακού, υπήρξαν περιπτώσεις ξεκάθαρες, αλλά και άλλες που βρίσκονται σε μια «γκρίζα ζώνη» του κανονισμού. «Γκρίζα θα ήταν η περίπτωση του 60΄, όταν ο Ποντένσε χτυπάει τον αντίπαλό του με τον πήχυ του δεξιού χεριού του. Ο διαιτητής έδειξε την κίτρινη κάρτα. Κάθε χτύπημα δεν μπορεί να θεωρηθεί κόκκινη κάρτα. Σημαντικό κριτήριο είναι η δύναμη του χτυπήματος, που προκύπτει από την ένταση και την ταχύτητα αλλά και το σημείο του χτυπήματος. Οσον αφορά στην τελευταία φάση, πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις εξετάζεται ο λόγος που ένας ποδοσφαιριστής βρέθηκε στο έδαφος».
Ο Γιάννης Φετφατζίδης, ο οποίος εγκατέλειψε την ενεργό δράση το περασμένο καλοκαίρι στα 35 του, ήταν από τους πιο χαρισματικούς ντριμπλέρ της γενιάς του και βρέθηκε πρωταγωνιστής αμέτρητες φορές σε φάσεις όπου το VAR είχε λόγο. «Στην Ελλάδα, όπου αναλωνόμαστε συνεχώς με τη διαιτησία, ναι, το VAR έχει βοηθήσει αναμφισβήτητα στη λήψη πιο σωστών αποφάσεων. Εχω ζήσει και τις δύο εποχές το ίδιο. Και αυτή με VAR και αυτή χωρίς. Για έναν παίκτη περιοχής που έρχεται συνεχώς σε επαφή με αντιπάλους αμυντικούς, η συμβολή του είναι καθοριστική, όπως και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει αμφιβολία για το αν πέρασε η μπάλα τη γραμμή του τέρματος. Πρέπει να ξέρουμε τι θέλουμε. Οταν γίνεται ανατροπή, ο κανονισμός είναι σαφής. Δεν αναφέρει αν αυτός που κάνει την παράβαση δεν το θέλει, όπως για παράδειγμα τώρα ο Μουκουντί. Βρίσκει το πόδι του επιθετικού ο αμυντικός στην περιοχή, είναι πέναλτι. Τα υπόλοιπα έχουν να κάνουν με τους οπαδούς, το χρονικό διάστημα που γίνεται η φάση, αλλά και με τις ίδιες τις ομάδες για τους δικούς τους λόγους».
Πάντως, ο πρώην διεθνής μεσοεπιθετικός δεν κρύβει και τις ενστάσεις του: «Εχει μειωθεί ο καθαρός χρόνος του ποδοσφαίρου. Φτάνει πλέον ένας αγώνας να διαρκεί 110 λεπτά ή και παραπάνω».

