Στο limit up η Premier League

Στα ύψη η επιχειρηματική αποτίμηση των 6 κορυφαίων ομάδων της

8' 59" χρόνος ανάγνωσης

Τα διαμάντια του στέμματος της Premier League είναι διαχρονικά έξι και δεν μοιάζει να χάνουν τη λάμψη τους ακόμη κι όταν βιώνουν εποχές αγωνιστικού μαρασμού, με επιτυχίες δυσανάλογες με το μέγεθός τους.

Εδώ και πολλά χρόνια, το λεγόμενο «Big Six» του αγγλικού ποδοσφαίρου διατηρεί μια διακριτή απόσταση από τις υπόλοιπες ομάδες του πιο προβεβλημένου πρωταθλήματος στον κόσμο και τίποτα δεν μοιάζει ικανό να αλλάξει αυτή την εικόνα, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.

Ακόμα κι αν κάποιες ομάδες αυτού του πολύ κλειστού κλαμπ βολοδέρνουν αγωνιστικά και μένουν για μεγάλα διαστήματα μακριά από επιτυχίες, η φήμη, το βάρος της φανέλας τους και η εμπορικότητά τους τις κρατούν πολύ ψηλά σε δημοτικότητα, ακόμα και έξω από τα σύνορα της Αγγλίας.

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η Λίβερπουλ, η Μάντσεστερ Σίτι, η Τσέλσι, η Αρσεναλ και η Τότεναμ είναι διαχρονικά οι πιο προβεβλημένες ομάδες του αγγλικού ποδοσφαίρου, έχοντας αποδειχθεί πολύ ανθεκτικές στο χρόνο και στις αγωνιστικές κακουχίες.

Ανεξάρτητα από τις επιτυχίες τους στην Premier League ή στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, διατηρούν ιδιαίτερα ψηλά την αξία τους και αποτελούν μερικές από τις πιο ακριβές ποδοσφαιρικές ομάδες στον κόσμο.

Πάντα υπάρχει γι’ αυτές ένα ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον, με νούμερα που ξεπερνούν κατά πολύ τα πραγματικά οικονομικά τους μεγέθη και τη λογική της αγοράς.

Η προσπάθεια εκτίμησης της αξίας αυτών των κολοσσών του παγκοσμίου ποδοσφαίρου δεν είναι εύκολη υπόθεση γιατί δεν μπορεί να γίνει με βάση συγκεκριμένα οικονομικά κριτήρια.

Το ποδόσφαιρο δημιουργεί υπεραξίες πολύ συχνά για λόγους απροσδιόριστους, όπως φαίνεται και στο μεταγραφικό παζάρι όπου εδώ και πολλά χρόνια, οι τιμές έχουν εκτιναχθεί στα ύψη χωρίς να υπάρχει μια σταθερά.

Κάποιοι μιλούν για μια μεγάλη «φούσκα» που θα σκάσει θεαματικά, κάποιοι άλλοι εκτιμούν ότι όσο το ποδόσφαιρο γιγαντώνεται και δημιουργεί νέες αγορές με ενθουσιώδεις φίλαθλους-πελάτες, οι δείκτες θα έχουν μόνιμα ανοδικές τάσεις.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι το ποδόσφαιρο είναι μια τεράστια βιομηχανία και ακολουθεί μια ιδαίτερη χρηματιστηριακή λογική, παρότι ελάχιστες ομάδες του είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο.

Η εφημερίδα The Athletic επιχείρησε να κάνει μια αποτίμηση της αξίας του αγγλικού πρωταθλήματος, αρχικά με επίκεντρο τις ομάδες του «Big Six» και εν συνεχεία με όλες τις υπόλοιπες.

Όπως η ίδια διευκρινίζει, η αποτίμηση αυτή δεν βασίζεται σε απόλυτα μετρήσιμα μεγέθη μιας και τα οικονομικά στοιχεία των συλλόγων δεν αρκούν από μόνα τους για να διαμορφώσουν ένα σταθερό οικονομικό σημείο αναφοράς, με συνέπεια η αξία των ομάδων να είναι ένα κινητό… πανηγύρι, με τις επιρροές από το ευρύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον να είναι πολλές και ευμετάβλητες.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, γι’ αυτό και οι εκτιμήσεις έχουν συχνά μεγάλες αποκλίσεις και διαμορφώνονται διαφορετικά στην αγορά, άλλοτε προς τα πάνω (το συνηθέστερο) και άλλοτε προς τα κάτω.

Με την υποσημείωση ότι η προσπάθεια να τεθεί ένα οριστικό ποσό για κάθε σύλλογο είναι μια… ανόητη υπόθεση, η The Athletic αξιολόγησε χρήσιμα στοιχεία από αναλύσεις των Football Benchmark, Forbes, Kinnaird και Sportico, στην προσπάθειά της να προσδιορίσει την εμπορική αξία των έξι κορυφαίων ομάδων της Premier League.

Η έρευνα δεν απεικονίζει πλήρως τις τάσεις της αγοράς, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι εάν κάποια απ’ αυτές τις ομάδες προσφερθεί για πώληση, οι τιμές θα εκτοξευτούν πολύ παραπάνω από τις εκτιμήσεις, όπως συνέβη σε σχετικά πρόσφατες αγοραπωλησίες στο NFL και το ΝΒΑ.

Οι «Big Six»

ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ ΓΙΟΥΝΑΙΤΕΝΤ (εκτίμηση του The Athletic: 4,2 με 4,6 δισ. λίρες)

Με εξαίρεση την Τότεναμ της οποίας το 13% του μετοχικού κεφαλαίου της μπορεί να διαπραγματεύεται κάθε δύο μήνες, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι ο μόνος αγγλικός σύλλογος εισηγμένος στο χρηματιστήριο, οπότε είναι και η μόνη ομάδα της Premier League για την οποία μπορεί να υπάρξει μια πιο συγκεκριμένη αποτίμηση.

Η τιμή της μετοχής της την εποχή της έρευνας ήταν λίγο κάτω από τις 12 λίρες, με την κεφαλαιοποίηση της να ανέρχεται περίπου στα 2 δισ. λίρες.

Με συν – πλην τα χρέη και κάποια άλλα περιουσιακά στοιχεία του συλλόγου, η επιχειρηματική αξία του προσδιορίζεται περίπου στα 2,7 δισ. λίρες, ποσό πολύ χαμηλότερο από αυτό που οι περισσότεροι εκτιμητές υπολογίζουν την τρέχουσα αξία της Γιουνάιτεντ.

Η αποτίμηση αυτή είναι αισθητά χαμηλότερη από εκείνη που προκάλεσε η εμπλοκή του Σερ Τζιμ Ράτκλιφ, ο οποίος αγόρασε τον Φεβρουάριο του 2024 περισσότερο από το 25% της ομάδας, με 26,16 λίρες ανά μετοχή, σε μια συμφωνία που αποτίμησε χρηματιστηριακά την αξία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στα 4,3 δισ. λίρες.

Αν και η εικόνα μοιάζει καθοδική, στην πραγματικότητα πρόκειται για τη «ναυαρχίδα» του αγγλικού ποδοσφαίρου, η οποία παραμένει αβύθιστη παρότι ταλαιπωρείται πολύ αγωνιστικά από το 2013 όταν η αποχώρηση του Σερ Αλεξ Φέργκιουνσον την οδήγησε στην αγωνιστική παρακμή.

Δώδεκα χρόνια μετά, σε πολλές από τις δημόσιες διαθέσιμες λίστες αποτιμήσεων, η Γιουνάιτεντ παραμένει η πολυτιμότερη σε αξία ομάδα της Premier League. Στο διάστημα αυτό να αναγκάστηκε να απολύσει περισσότερους από 450 υπαλλήλους της κι όμως το κύρος της είναι τέτοιο στον επιχειρηματικό (και όχι μόνο) κόσμο, που αυτή τη στιγμή η αξία της είναι μεγαλύτερη κι από την υψηλότερη που είχε χρηματιστηριακά με την εμπλοκή του Σερ Τζιμ Ράτκλιφ.

ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ ΣΙΤΙ (4 με 4,4 δισ. λίρες)

Όταν το 2008 η Μάντσεστερ Σίτι εξαγοράστηκε από τον Όμιλο Abu Dhabi United (ADUG) για περίπου 200 εκατομμύρια λίρες, ίσως κανείς δεν περίμενε ότι λίγα χρόνια αργότερα η αξία της ομάδας θα ήταν περισσότερο από 20 φορές μεγαλύτερη!

Στο διάστημα αυτό έγιναν πολλές αλλαγές στη μετοχική της σύνθεση, με πιο σημαντική την απόκτηση του 10,4% της μητρικής εταιρίας του συλλόγου, City Football Group (CFG), από την αμερικανική εταιρία Silver Lake, έναντι περίπου 388 εκατομμυρίων λιρών.

Η συμφωνία αυτή αποτίμησε πριν από 6 χρόνια την CFG στα 3,7 δισ. λίρες, τιμή που ισχύει ακόμα και τώρα μιας και η συνολική αποτίμηση της Μάντσεστερ Σίτι στις μέρες μας είναι μεγαλύτερη από τα 4 δισ. λίρες.

Και έχει λογική αυτή η τεράστια αύξηση καθώς η Μάντσεστερ Σίτι έχει εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία σε μια από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές ομάδες παγκοσμίως, με τεράστιες επιτυχίες και υπεραξίες

ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ (3,9 με 4,3 δισ. λίρες)

Το ίδιο θεαματική ήταν η εκτίναξη της αξίας της Λίβερπουλ. Όταν η Fenway Sports Group την αγόρασε τον Οκτώβριο του 2010 έναντι μόλις 230,4 εκατ. λιρών, η Λίβερπουλ ήταν ένα σύλλογος με χάος στα οικονομικά του, χωρίς σταθερή εικόνα ούτε στους αγωνιστικούς χώρους, πολλά χρόνια μακριά από το τελευταίο πρωτάθλημα της ιστορίας της.

Σε λιγότερο από 15 χρόνια, μετατράπηκε σε μια ομάδα που κυριαρχεί εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων, ικανή να ξοδεύει μόνο μέσα σε μία μεταγραφική περίοδο ένα ποσό διπλάσιο σε σχέση με το ποσό που αγοράστηκε!

Τα περισσότερα από 400 εκατ. λίρες που έριξαν οι «ρεντς» στην αγορά το περασμένο καλοκαίρι είναι τεράστιο νούμερο ακόμα και για τα δεδομένα της Premier League και αποδεικνύουν την τεράστια οικονομική ανάπτυξη που βιώνει ο σύλλογος τα τελευταία χρόνια.

Οι βελτιώσεις στο Ανφιλντ και η κατασκευή νέου προπονητικού κέντρου ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την οικονομική αξία της Λίβερπουλ, η οποία γιγαντώνεται από την παγκόσμια βάση των οπαδών της, σε σημείο να θεωρείται ισάξιο εμπορικό μέγεθος με τις δύο μεγάλες ομάδες του Μάντσεστερ.

ΑΡΣΕΝΑΛ (3,2 με 3,5 δισ. λίρες)

Η KSE Inc UK, που κατείχε το 67,05% των μετοχών και ανήκει στον Σταν Κρένκε, απέκτησε το 2018 έναντι 550 εκατ. λιρών και το 30,5% που ανήκε στον Αλισερ Ουσμάνοφ.

Με την κίνηση αυτή, της ανήκει πλέον εξ ολοκλήρου ένας σύλλογος που η εξαγορά αυτή τον αποτίμησε στα 1,83 δισ. λίρες.

Η αξία της Αρσεναλ έχει αυξηθεί κατά πολύ από τότε, ειδικά τώρα που προβάλλει αγωνιστικά ως ένα από τα μεγάλα φαβορί για την κατάκτηση τόσο της Premier League όσο και του Champions League.

Οι περισσότεροι εκτιμητές τοποθετούν τον πήχη της αξίας της παραπάνω από τα 3 δισ. λίρες, κάποιοι άλλοι, όμως, θεωρούν ότι δεν έχει ως σύλλογος την απαραίτητη δυναμική και μια τόσο μεγάλη δεξαμενή φιλάθλων παγκοσμίως, που να δικαιολογεί τέτοια άνοδο.

Τη διαφορά την κάνει το Emirates Stadium. Από τότε που η Αρσεναλ μετακόμισε εκεί, τα έσοδά της αυξήθηκαν ραγδαία.

Ο κύκλος εργασιών της αυξήθηκε κατά 24% και 150 εκατομμύρια λίρες μόνο την περίοδο 2023-24, με πιθανή περαιτέρω αύξηση άνω των 50 εκατ. λιρών μόλις δημοσιευτούν τα οικονομικά στοιχεία του 2024-25.

Αυτά τα νούμερα δείχνουν ότι η Αρσεναλ σύντομα θα ξεπεράσει σε αξία τα 4 δισ. λίρες, μιας και η αύξηση του κύκλου εργασιών της είναι σταθερά η μεγαλύτερη των 20 ομάδων της Premier League.

ΤΟΤΕΝΑΜ (2,9 δισ. λίρες-3,2 δισ. λίρες)

Παρά τις έντονες συζητήσεις για την πώληση ομάδας με την εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις και της Rothschild & Co, η ENIC δήλωσε πρόσφατα ότι δεν είχε καμία επιθυμία να πουλήσει.

Η διάψευση αυτή έσβησε προς το παρόν τις φήμες αλλά η γενική αίσθηση είναι ότι κάποια στιγμή, όχι και τόσο μακρινή, το θέμα της πώλησης της Τότεναμ θα φουντώσει.

Ο πρόεδρος της ομάδας, Ντάνιελ Λίβι, προσπαθεί να ανεβάσει τον πήχη της πώλησης στα 3,75 δισ. λίρες, όταν η αγορά εκτιμά ότι πρέπει να οριστεί περίπου στα 3 δισ. λίρες ώστε να βρεθούν πρόθυμοι αγοραστές.

Η οικογένεια Λιούις, η οποία κατέχει την Τότεναμ μέσω της ENIC, έχει επενδύσει μεγάλα ποσά σε μια ομάδα που δεν τα έχει «επιστρέψει» με αντίστοιχες αγωνιστικές επιτυχίες.

Εχει όμως κατασκευάσει ένα από τα ωραιότερα γήπεδα παγκοσμίως κι αν χτιστεί στο μέλλον μια πιο ανταγωνιστική ομάδα, ο υψηλός στόχος που έχει τεθεί για την πώλησή της, μπορεί να πραγματοποιηθεί.

ΤΣΕΛΣΙ (2,5 δισ. λίρες-2,7 δισ. λίρες)

Η απόφαση του Ρόμαν Αμπράμοβιτς να θέσει την Τσέλσι προς πώληση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, σηματοδότησε την τελευταία φορά που ένας σύλλογος του «Big Six» πουλήθηκε πλήρως.

Τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η Τσέλσι εξαγοράστηκε από μια κοινοπραξία, με επικεφαλής τους Μπεχντάντ Εγκμπάλι και Χοσέ Φελισιάνο της Clearlake Capital.

Ο όμιλος πλήρωσε 2,5 δισ. λίρες για τον σύλλογο, συν άλλα 150 εκατ. λίρες υπό τη μορφή ρήτρας που με τα τωρινά δεδομένα, μοιάζει εντελώς απίθανο να καταβληθούν στον Αμπράμοβιτς.

Οι νέοι ιδιοκτήτες της Τσέλσι ανέλαβαν και τη δέσμευση να επενδύσουν επιπλέον 1,75 δισ. λίρες στον σύλλογο τα επόμενα 10 χρόνια, έχοντας ήδη διαθέσει τεράστια ποσά άνω των 800 εκατ. λιρών από τα πρώτα δύο χρόνια που πήραν τα ηνία στα χέρια τους.

Η αξία της Τσέλσι επηρεάζεται σημαντικά και από την θέση που βρίσκεται το γήπεδο της. Το Στάνφορντ Μπριτζ είναι κτισμένο σε μια πανάκριβη περιοχή του δυτικού Λονδίνου, γεγονός που του δίνει μεν μεγάλη αξία, από την άλλη, όμως, δεν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για την κατασκευή στον ίδιο χώρο ενός σύγχρονου γηπέδου ή έστω στην βελτίωση των εγκαταστάσεων για να γίνει το γήπεδο πυλώνας ανάπτυξης.

Με εξαίρεση την Μάντσεστερ Σίτι η οποία αυτή την εποχή βρίσκεται στην υλοποίηση ενός προγράμματος για την επέκταση και την βελτίωση του Etihad, σχέδιο που περιορίζει τα έσοδά της, η Τσέλσι είναι η μόνη ομάδα του «Big Six» που κερδίζει λιγότερα από 100 εκατ. λίρες ετησίως  από τους αγώνες της.

Η συνθήκη αυτή δεν επιτρέπει την εκτίναξη της αξίας της ακόμα κι αν γιγαντωθεί ξανά αγωνιστικά, αλλά η Τσέλσι παραμένει μια δημοφιλής ομάδας παγκοσμίως, χωρίς η αξία της μα πέσει κάτω από τα ποσά που διατέθηκαν για την εξαγορά της πριν σχεδόν 4 χρόνια.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT