Οσα συμβαίνουν σήμερα στη Μέση Ανατολή, με την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που προκαλούν σε παγκόσμιο επίπεδο, έρχονται να επιβεβαιώσουν πως ό,τι θεωρούσαμε δεδομένο στον μεταπολεμικό κόσμο έχει καταρρεύσει και ο πλανήτης βρίσκεται σε μια νέα ιστορική καμπή. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή ήρθε με την πανδημία του κορωνοϊού, που έσπειρε τον σπόρο της αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης αλλά και της επιστημονικής αυθεντίας. Ταυτόχρονα λειτούργησε ως αφορμή για να ενισχυθεί στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη το φαινόμενο της αντισυστημικότητας.
Ακολούθησε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, επαναφέροντας την Ευρώπη σε μια πραγματικότητα πολεμικών συγκρούσεων μεγάλης κλίμακας και συντρίβοντας εκ θεμελίων όλη την ενεργειακή πολιτική της. Η επανεκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ και οι επιλογές του, από την επιβολή δασμών έως την επίθεση στο Ιράν, ήρθαν να βάλουν οριστικά την ταφόπλακα στις βεβαιότητες που υπήρχαν και στον κόσμο, όπως τον γνωρίζαμε. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και με τον ανταγωνισμό Ηνωμένων Πολιτειών – Κίνας να εντείνεται και να δίνει νέο περιεχόμενο σε τομείς όπως η τεχνολογία και η ενέργεια, η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχειρεί να προσαρμοστεί με δειλά βήματα, που ως συνήθως προσκρούουν στις εσωτερικές διχόνοιες που χωρίζουν τα κράτη-μέλη της.
Στους κόλπους της, ωστόσο, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για κοινή αμυντική πολιτική, ενίσχυση της άμυνας και ενεργειακή αυτονομία. Σε πλήρη αντίθεση, η θεομηνία των μεταβολών αφήνει παγερά αδιάφορο το ελληνικό πολιτικό σύστημα, που δείχνει να απολαμβάνει τον μακάριο ύπνο του.
Θα περίμενε κανείς στον πολιτικό διάλογο να κυριαρχούν τα μεγάλα ερωτήματα σχετικά με το ποια πρέπει να είναι η θέση της χώρας στο νέο περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από τον έντονο οικονομικό ανταγωνισμό και παραβλέπει τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου. Αντιθέτως, η ελληνική δημόσια σφαίρα παραμένει εμμονικά εσωστρεφής και εξαντλείται στο να αναπαράγει αντιπαραθέσεις που ανήκουν σε έναν κόσμο ο οποίος έχει αλλάξει ριζικά, χρησιμοποιώντας όρους περασμένων δεκαετιών και επιχειρήματα εγκλωβισμένα σε παλαιά και ξεπερασμένα διλήμματα. Η Ελλάδα, όμως, ως χώρα που επιπλέον βρίσκεται τόσο κοντά στα φλεγόμενα μέτωπα, δεν διαθέτει την πολυτέλεια του εφησυχασμού. Χρειάζεται να συζητήσει, να αναζητήσει και να βρει πώς θα προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες.

