«Η Ρεάλ Μαδρίτης εξετάζει σοβαρά την υπογραφή του Κωνσταντίνου Καρέτσα, ενός 18χρονου Eλληνα επιθετικού μέσου που αγωνίζεται στην Γκενκ και πραγματοποιεί μια σεζόν που έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον αρκετών «γιγάντων» στην ήπειρο. Η Γκενκ, γνωρίζοντας το ταλέντο που έχει στα χέρια της, δεν βιάζεται να πουλήσει. Ωστόσο, μια προσφορά κοντά στα 50 εκατ. ευρώ για το ελληνικό «διαμάντι» θα μπορούσε να αλλάξει το τοπίο των διαπραγματεύσεων».
Αυτό είναι ένα από τα τελευταία μεταγραφικά σενάρια που δημοσιεύθηκαν σε ισπανικά ΜΜΕ και αφορούν τον νεαρό διεθνή μέσο. Κάποια άλλα κάνουν λόγο για ενδιαφέρον της Μπάγερν, της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, της Λίβερπουλ και της Λεβερκούζεν. Ο ομογενής άσος βρίσκεται στην κορυφή μιας «χρυσής» λίστας 15 Ελλήνων ποδοσφαιριστών, όπου η χρηματιστηριακή αξία του καθενός υπολογίζεται σε πάνω από τα 10 εκατ. ευρώ.
Και για αυτούς, ευρωπαϊκοί κολοσσοί δείχνουν το ενδιαφέρον τους: ομάδες από την Premier League για τον Χρήστο Τζόλη, Παρί Σεν Ζερμέν και Γιουβέντους για τον Χρήστο Μουζακίτη και η μισή Μπουντεσλίγκα για τον Γιάννη Κωνσταντέλια, ο οποίος φαντάζει… πολυτέλεια για το ελληνικό πρωτάθλημα.
Πώς φτάσαμε, όμως, μέσα στην πορεία του χρόνου, από κάποιες μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού μετακινήσεις, τα σύνορα να «γκρεμιστούν» για να περάσει ο Eλληνας ποδοσφαιριστής;
Από το 1970 και τον Γιώργο Σιδέρη, που ήταν ο πρώτος που έκανε μεταγραφή σε σύλλογο του εξωτερικού και συγκεκριμένα στη βελγική Αντβέρπ, το 1987 και τον Νίκο Αναστόπουλο, που αγωνίστηκε στο Καμπιονάτο, μέχρι και τις μετέπειτα, το 1996, όπου Νίκος Μαχλάς, Γιώργος Δώνης και Βασίλης Τσιάρτας μεγαλούργησαν σε ολλανδικό, αγγλικό και ισπανικό πρωτάθλημα αντίστοιχα, ανοίγοντας τον δρόμο για τους επόμενους να αγωνιστούν στις κορυφαίες λίγκες. Ακολούθησε μια πλειάδα παικτών: ανάμεσά τους οι Νταμπίζας, Γιαννακόπουλος, Ζαγοράκης, Δέλλας, Γεωργάτος, Καραγκούνης, Γκέκας, Χαριστέας και Κατσουράνης. Oλα ωστόσο μοιάζουν να έχουν αλλάξει με εντυπωσιακό τρόπο.
Συνδυασμός παραγόντων
«Νομίζω πως για να γίνει αυτό το άνοιγμα των συνόρων για τον Eλληνα ποδοσφαιριστή, ευθύνεται ένας συνδυασμός παραγόντων», αναφέρει στην «Κ» ο Νίκος Μαχλάς, ο οποίος μετά έξι περιόδους στον ΟΦΗ, το 1996 οι σκάουτερ της ολλανδικής Φίτεσε, επωφελούμενοι και από τον νόμο Μποσμάν που μόλις είχε εφαρμοστεί, τον απέκτησαν ως κοινοτικό.
Τρεις ξεχωρίζουν – Τη δεδομένη χρονική στιγμή, δύο με τρία παιδιά, όπως ο Καρέτσας, ο Τζόλης και ο Κωνσταντέλιας, ναι, έχουν περισσότερο ταλέντο από εμάς τους παλιούς και είναι σε καλύτερο επίπεδο.
Ενα χρόνο αργότερα αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στην Ευρώπη με 34 γκολ σε 32 ματς, κερδίζοντας το «Χρυσό Παπούτσι», και φορώντας τη φανέλα του Αγιαξ αποτέλεσε την έως τότε ακριβότερη μεταγραφή του «Αίαντα». Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι το συγκεκριμένο επίτευγμα του παλαίμαχου Κρητικού άσου ήταν αυτό που έκανε το «κλικ» στους Ευρωπαίους να ασχοληθούν περισσότερο με τους Eλληνες ποδοσφαιριστές και στη συνέχεια να ανοίξουν τις πόρτες τους διάπλατα.
«Οντως, τόσο στην περίπτωσή μου όσο και σε αυτές του Δώνη και του Τσιάρτα, έπαιξε ρόλο η συγκυρία του Μποσμάν, με τους οποίους έπαψαν οι περισσότεροι περιορισμοί. Επωφεληθήκαμε, αλλά θεωρώ πως ακόμη και τότε το ρίσκο να αποκτήσουν ευρωπαϊκές ομάδες Eλληνα ποδοσφαιριστή ήταν μεγάλο. Πόσο μάλλον παλιότερα, όπως στην περίπτωση του Αναστόπουλου. Τότε ήταν πολύ δύσκολο να μας εμπιστευθεί ευρωπαϊκός σύλλογος. Προτιμούσαν ταλαντούχους παίκτες από την κεντρική Ευρώπη. Η εκτίμησή μου είναι πως αν μπούμε σε διαδικασία σύγκρισης, τη δεδομένη χρονική στιγμή, δύο με τρία παιδιά, όπως ο Καρέτσας, ο Τζόλης και ο Κωνσταντέλιας, ναι, έχουν περισσότερο ταλέντο από εμάς τους παλιούς και είναι σε καλύτερο επίπεδο. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους και τις χρηματιστηριακές αξίες, έχουμε να κάνουμε με μια υπερεκτίμηση 20% με 30%, που είναι αποτέλεσμα του πώς γίνεται η σύγχρονη διαχείριση των μεταγραφών σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα ποσοστά που μοιράζονται, αλλά και το επικοινωνιακό κομμάτι, παίζουν τον ρόλο τους. Η εξέλιξη του αθλήματος έχει επεκταθεί ραγδαία και έξω από το καθαρά αγωνιστικό σκέλος».
Εχει αλλάξει η αγορά – Στην εθνική ομάδα, που είναι ο «καθρέφτης», υπάρχει μια πλειάδα παικτών κορυφαίας κλάσης. Oμως δεν πιστεύω πως έχει ανέβει τόσο το επίπεδο, απλώς έχει αλλάξει το μοντέλο της αγοράς.
Ο Νίκος Μαχλάς είχε υπηρετήσει τον ΟΦΗ και από το πόστο του προέδρου και γνωρίζει καλά όλες τις πτυχές που διαμορφώνουν την αξία ενός ποδοσφαιριστή: «Με όλους τους κινδύνους που κρύβει η κάθε αγοραπωλησία, είναι η προοπτική που διαφαίνεται μέσα από την ηλικία και ανεβάζει την τιμή, η μεταπωλητική προοπτική του αγοραστή, οι όροι που βάζει ο πωλητής και άλλοι παράγοντες που πρέπει να συμπέσουν σε ένα κατάλληλο τάιμινγκ. Θυμάμαι τον Ρέτσο όταν πήγε στη Λεβερκούζεν, πριν από δέκα χρόνια, αντί 20 εκατομμυρίων. Το ποσό που δαπανήθηκε τότε για τον παίκτη ήταν δυσθεώρητο. Οι Γερμανοί ρίσκαραν και απέτυχαν αφού ο παίκτης επέστρεψε πίσω. Τώρα ο Ρέτσος στα 27 του, που είναι αρχηγός και ηγέτης του Ολυμπιακού, έχει μια πραγματική αξία που μπορεί να φτάνει αυτά τα χρήματα. Αλλά αν θα δείτε, η τιμή του κυμαίνεται κάπου στα 6 εκατ. Αρα λοιπόν το θέμα της αξίας ενός ποδοσφαιριστή είναι σχετικό και διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες. Είναι κάτι σαν “λαχείο”. Και φυσικά είναι και η τάση της αγοράς. Για παράδειγμα, αν η Ρεάλ Μαδρίτης αποκτήσει τον Καρέτσα, θα συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους παίκτες μας. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, η Μπάγερν θα στραφεί στον Κωνσταντέλια, η Γιουβέντους στον Τζόλη και ούτω καθεξής».
Η προσωπικότητα
Πέρα από το καθαρά οικονομικό σκέλος, ο Μαχλάς θέτει και την παράμετρο της πραγματικής αξίας σε βάθος χρόνου: «Αυτή καθορίζεται από τη διάρκεια στην απόδοση. Και αυτό έχει να κάνει όχι μόνο με το ταλέντο, αλλά και με την προσωπικότητα κάθε παίκτη, που θα τον βοηθήσει να κάνει καριέρα. Χωρίς να θέλω να μειώσω τα σημερινά παιδιά, πιστεύω ότι υπολείπονται. Γι’ αυτό δεν είμαι σίγουρος για τη μετέπειτα πορεία τους ακόμη κι αν καταφέρουν κάποια στιγμή να παίξουν σε ελίτ επίπεδο. Το σίγουρο είναι ότι κάθε εποχή έχει τα ταλέντα της. Το άνοιγμα των αγορών έχει καταστήσει πιο εύκολο το αγωνιστικό και οικονομικό “άλμα” για κάθε ταλαντούχο ποδοσφαιριστή. Στην εθνική ομάδα, που είναι ο “καθρέφτης», υπάρχει μια πλειάδα παικτών κορυφαίας κλάσης. Oμως δεν πιστεύω πως έχει ανέβει τόσο το επίπεδο, απλώς έχει αλλάξει το μοντέλο της αγοράς, που διαμορφώνει και τις εκτιμήσεις».

