Στην Ιταλία, ο υπηρεσιακός προπονητής μιας ποδοσφαιρικής ομάδας αποκαλείται συχνά «un traghettatore», ένας βαρκάρης.
Όταν τα νερά είναι ταραγμένα, δεν χρειάζεσαι κάποιον καπετάνιο με φιλόδοξες ιδέες. Το μόνο που θέλεις πραγματικά είναι κάποιον έμπειρο, ή με άγνοια κινδύνου που θα σε φέρει με ασφάλεια στην ακτή.
Ο Ιγκόρ Τούντορ δεν συμπαθεί αυτή τη λέξη. Όταν την άκουσε να χρησιμοποιείται για εκείνον κατά την άφιξή του στη Γιουβέντους την περασμένη σεζόν, παρατήρησε ότι κάθε προπονητής, παντού, ζει από παιχνίδι σε παιχνίδι.
«Μπορεί να έχεις συμβόλαιο για πέντε χρόνια και να σε στείλουν σπίτι μετά από τρία ματς», είπε. «Πρέπει να χτίζεις το αύριο σου σήμερα».
Κι όμως, έχει κερδίσει τη φήμη του ανθρώπου στον οποίο στρέφονται όταν βλέπουν το καράβι τους να μπάζει νερά.
Η Τότεναμ είναι η έβδομη ομάδα που προσλαμβάνει τον Τούντορ στη διάρκεια μιας σεζόν.
Δεν έχει επιτρέψει σε καμία από τις προηγούμενες έξι να βυθιστεί.
Η πρώτη του πλήρης θέση ως προπονητή ήταν στη Χάιντουκ Σπλιτ, την ομάδα με την οποία ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα. Απέμενε λιγότερο από ένας μήνας για το τέλος της σεζόν, αλλά αυτή έκλεισε με την ομάδα του Τούντορ να κατακτά το Κύπελλο Κροατίας.
Ακολούθησε ένα σύντομο πέρασμα από τον ΠΑΟΚ. Στη Θεσσαλονίκη πήγε τον Ιούνιο του 2015 και αποχώρησε πριν το φινάλε της αγωνιστικής περιόδου, τον Μάρτιο του 2016, εξαιτίας της κακής αγωνιστικής εικόνας που είχε ο «Δικέφαλος του Βορρά».
Στη Γαλατασαράι, ανέλαβε τον Φεβρουάριο του 2017 και την οδήγησε στην Ευρώπη.
Τον επόμενο Απρίλιο, έλαβε το κάλεσμα από την Ουντινέζε, που είχε υποστεί 11 συνεχόμενες ήττες στη Serie A, που αποτελούσε και αρνητικό ρεκόρ του συλλόγου.
Με τον Τούντορ στον πάγκο, συγκέντρωσαν επτά βαθμούς στα τέσσερα τελευταία παιχνίδια και απέφυγαν τον υποβιβασμό.
Αντί να του δώσει τη δουλειά σε μόνιμη βάση, η Ουντινέζε προσέλαβε το καλοκαίρι τον Χούλιο Βελάθκεθ και στη συνέχεια τον Νταβίντε Νίκολα, προτού επιστρέψει απεγνωσμένα στον Τούντορ τον Μάρτιο του 2019, όταν η ομάδα βρισκόταν έναν μόλις βαθμό πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού.
Τερμάτισε τελικά άνετα στη 12η θέση. Και οι ιστορίες συνεχίζονται.
Στη Βερόνα, το 2021, κληρονόμησε μια ομάδα που είχε δει δύο από τους καλύτερους παίκτες της να αποχωρούν, τον Ματία Τζακάνι και τον Φεντερίκο Ντιμάρκο, και την οδήγησε στην ένατη θέση.
Η Λάτσιο βυθιζόταν υπό τον Μαουρίτσιο Σάρι το 2024, πριν αναλάβει ο Τούντορ και τη βγάλει στην Ευρώπη με πέντε νίκες και τρεις ισοπαλίες σε εννέα αγώνες.
Το ίδιο ακριβώς σερί αποτελεσμάτων με τη Γιουβέντους πέρυσι την έφερε πίσω στο Champions League.
Επιτυχίες όχι σταθερότητα
Υπάρχει μια φυσική τάση να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τις βραχυπρόθεσμες επιτυχίες σε μακροπρόθεσμη σταθερότητα.
Στα 47 του, σπάνια ολοκληρώνει μια πλήρη σεζόν με μια ομάδα, με την τρίτη θέση με τη Μαρσέιγ στη Ligue 1 πριν από τρία χρόνια να αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα στο βιογραφικό του.
Μια δίκαιη αξιολόγηση θα απαιτούσε να εξετάσει κανείς τις λεπτομέρειες κάθε σταθμού, τις συνθήκες κάθε συλλόγου σε εκείνα τα κεφάλαια.
Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι οι ομάδες που αλλάζουν προπονητή στη μέση της σεζόν έχουν συχνά βαθύτερα προβλήματα εξαρχής.
Το άδοξο τέλος της θητείας του στη Γιουβέντους είναι ενδεικτικό. Παρά την επίτευξη των στόχων που του είχαν τεθεί την περασμένη σεζόν, δεν του ζητήθηκε αμέσως να συνεχίσει.
Μόνο αφού οι «μπιανκονέρι» απέτυχαν να εξασφαλίσουν το «ναι» από άλλους στόχους, του προσέφεραν επέκταση.
Ο Τούντορ δεν είναι άνθρωπος που υπομένει σιωπηλά. Είχε απειλήσει ότι θα αποχωρήσει αν δεν έπαιρνε συμφωνία πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων τον Ιούνιο.
Καθώς έχανε τον έλεγχο το φθινόπωρο, με μια ζοφερή σειρά οκτώ αγώνων χωρίς νίκη, υπαινίχθηκε ότι οι διοικούντες δεν στήριξαν το όραμά του στη μεταγραφική αγορά, διαμαρτυρόμενος μετά από ήττα από την Κόμο ότι ο αντίπαλος προπονητής, Σεσκ Φάμπρεγας, είχε μεγαλύτερη δύναμη να επιλέγει τους παίκτες που ήθελε.
Κακή εικόνα. Η Κόμο είναι πλέον ένας πλούσιος σύλλογος, αλλά η Γιουβέντους δεν έχει φτιαχτεί για να παίζει τον ρόλο του αουτσάιντερ.
Τα αποτελέσματα ήταν ακόμη χειρότερα. Η Γιουβέντους δεν κατάφερε καν να σκοράρει στα τέσσερα τελευταία παιχνίδια του Τούντορ στον πάγκο – το μεγαλύτερο «μπλακ άουτ» της εδώ και σχεδόν 25 χρόνια.
Κανείς, όμως, δεν αξίζει να κριθεί ολόκληρη η καριέρα του από ένα τόσο μικρό διάστημα.
Σε μια κρίση, η καθαρότητα προθέσεων είναι ισχυρό εργαλείο, και ένα στοιχείο που ξεχωρίζει στον Τούντορ είναι πόσο συνεπής είναι στην προσέγγισή του τουλάχιστον από την περίοδο του στη Βερόνα το 2021-22, όταν μίλησε για την ανανέωση των μεθόδων του από άμυνα ζώνης σε μαν του μαν.
Παιδί του Γκασπερίνι
Είναι «μαθητής» του Τζαν Πιέρο Γκασπερίνι, προτιμώντας τριάδα στην άμυνα, υψηλή πίεση και γρήγορες, άμεσες μεταβάσεις.
Μια απλή συνταγή που μπορεί να εφαρμοστεί γρήγορα, αν και επιβάλλει σημαντικές φυσικές απαιτήσεις στους παίκτες – κάτι που ίσως αποτελεί ανησυχία για την Τότεναμ, δεδομένης της κρίσης τραυματισμών.
Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πώς θα αρχίσει να διαμορφώνεται η ομάδα του Τούντορ με τους Ντέστινι Ουντόγκι και Πέδρο Πόρο στους ρόλους των φουλ μπακ, αλλά κανείς από τους δύο δεν αναμένεται να επιστρέψει για μερικές εβδομάδες.
Από την άλλη, ίσως είναι ο ιδανικός υποψήφιος για να «ξυπνήσει» ένα από τα χαμένα ταλέντα της Τότεναμ.
Ο Ραντάλ Κολό Μουανί δεν έχει σκοράρει ούτε ένα γκολ στην Premier League από τότε που αποκτήθηκε ως δανεικός από την Παρί Σεν Ζερμέν, αλλά πέτυχε πέντε σε 11 συμμετοχές στο σύντομο πέρασμά του υπό τον Τούντορ στη Γιουβέντους.
Η αποτυχία του συλλόγου να επεκτείνει την παραμονή του στο Τορίνο ήταν μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις του προπονητή το περασμένο καλοκαίρι.
Δεν αναμένεται να υπάρξουν συγκρούσεις για τη μεταγραφική πολιτική στο βόρειο Λονδίνο, όπου ο Τούντορ έχει συμβόλαιο μόνο μέχρι το τέλος της σεζόν.
Οι παίκτες, ωστόσο, μπορούν να περιμένουν ότι θα τον ακούσουν να μιλάει με ευθύτητα.
Στη Μαρσέιγ άφησε εκτός τον Ντιμίτρι Παγιέ –ίσως τον πιο τεχνικά καταρτισμένο παίκτη της ομάδας εκείνη την περίοδο– λόγω της απροθυμίας του να τρέχει και να πιέζει με την απαιτούμενη ένταση.
Σε συνέντευξή του στο France Football, ο Παγιέ περιέγραψε τις μεθόδους του Τούντορ ως «αυταρχικές» και «σκληρές», αν και παραδέχθηκε ότι αργότερα είδε εκείνο το κεφάλαιο διαφορετικά.
«Με λίγη απόσταση, ήταν αυστηρός, ίσως υπερβολικά αυστηρός, για να χαράξει την επικράτειά του στην αρχή, για να δείξει ότι ήρθε και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Αργότερα, έγινε κάπως καλύτερο. Όχι ακριβώς χαλαρό, αλλά καλύτερο».
Δώδεκα αγώνες Premier League ίσως να μην είναι αρκετοί για να δει η Τότεναμ όλες τις πτυχές του Τούντορ. Δεν είναι αυτή η στιγμή για υψηλές συζητήσεις περί διαχείρισης προσωπικοτήτων. Το μόνο που θέλει να ξέρει κανείς πάνω σε ένα καράβι που γέρνει είναι αν θα φτάσει με ασφάλεια στην ακτή.

