Η λίστα του «Four-Four-Two» με τους 100 κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών στο ποδόσφαιρο είναι διαμορφωμένη κατά βάση με αντικειμενικά κριτήρια, ανάλογα με τους τίτλους και τις επιτυχίες που έχουν γευτεί όλοι όσοι περιλαμβάνονται σ’ αυτήν.
Εχει όμως και ένα υποκειμενικό χαρακτήρα που επιτρέπει την γενικότερη αξιολόγηση ενός προπονητή, κυρίως με βάση το πόσο επιδραστικό μπορεί να χαρακτηριστεί το αποτύπωμά του στο πιο δημοφιλές ομαδικό σπορ παγκοσμίως. Στην ουσία οι περισσότεροι εξ’ αυτών ήταν κάτι περισσότερο από προπονητές καθώς με τις ιδέες τους, τις καινοτομίες και τον τρόπο που προσέγγισαν το ποδόσφαιρο, επηρέασαν πάρα πολύ την εξέλιξη του και καθόρισαν την πορεία του μέσα στο χρόνο, μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή «βιομηχανοποιημένη» εποχή όπου τα πράγματα κινούνται σε εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς, με την επιστήμη και την τεχνολογία να διαμορφώνουν ένα τοπίο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για πρωτοβουλίες και φρέσκες ιδέες.
Φυσικά η αξιολόγηση του «Four-Four-Two» περιλαμβάνει προπονητές από εντελώς διαφορετικές εποχές μεταξύ τους, με ένα μέτρο σύγκρισης που κάθε άλλο παρά εύκολο μπορεί να θεωρηθεί. Εξυπακούεται ότι η λίστα αυτή δεν είναι «κλειστή», υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να περιλαμβάνει κάποια άλλα ονόματα, κατά την προσωπική εκτίμηση του καθενός.
Σίγουρα μέσα σε ένα πλήθος σπουδαίων προπονητών υπάρχουν κάμποσοι που θα άξιζε να βρίσκονται σ’ αυτήν τη λίστα και δεν βρίσκονται ή ενδεχομένως θα μπορούσε να ήταν αρκετά διαφορετική η σειρά κατάταξης, ανάλογα με τη διαχρονική διαδρομή τους. Για παράδειγμα, ο Κάρλος Αντσελότι με 5 τρόπαια Champions League (σε 6 τελικούς) και 116 νίκες (επίδοση ρεκόρ) στην ίδια διοργάνωση, ίσως να άξιζε να βρίσκεται πολύ ψηλότερα από την 17η θέση που τον κατατάσσει η σχετική αξιολόγηση.
Σε γενικές γραμμές, όμως, όλοι όσοι βρίσκονται στη σχετική λίστα έχουν σπουδαίες επιτυχίες να επιδείξουν στην μακρά πορεία τους στο χώρο του ποδοσφαίρου και δεν αμφισβητείται η αξία τους. Ας το δεχτούμε αυτό και ας προχωρήσουμε…
Με βάση τα μέτρα και τα σταθμά του ελληνικού ποδοσφαίρου, θα περίμενε κανείς ότι κανείς απ’ αυτή την λίστα των 100 κορυφαίων προπονητών του κόσμου δεν θα είχε εργαστεί στην «ταπεινή» Ελλάδα. Λάθος! Οι προπονητές απ’ αυτή τη λίστα των κορυφαίων που έχουν εργαστεί στη χώρα μας είναι συνολικά 13, αριθμός πολύ μεγάλος αναλογικά με τα χαμηλά… κυβικά μας. Ορισμένοι, εξ αυτών, μάλιστα είχαν αρκετές θητείες στο ελληνικό ποδόσφαιρο, είτε ως προπονητές συλλόγων, είτε ως ομοσπονδιακοί τεχνικοί.
Ο Παναθηναϊκός είναι η ομάδα που έχει συνεργαστεί με τους περισσότερους εξ’ αυτών. Από τους 13 που έχουν δουλέψει στη χώρα μας, περισσότεροι από τους μισούς, 7 συνολικά, έχουν συνεργαστεί με τους «πράσινους». Ακολουθεί η εθνική μας ομάδα η οποία έχει προσλάβει 3 από αυτούς, άλλοι δύο έχουν περάσει από τον πάγκο του Εθνικού, ενώ οι ΠΑΟΚ, ΑΕΚ, Ολυμπιακός, Ξάνθη και… Ρόδος έχουν συνεργαστεί με έναν απ’ αυτήν τη λίστα των κορυφαίων.
Με βάση την σειρά κατάταξης του «Four-Four-Two», η καταγραφή των πεπραγμένων τους στην Ελλάδα:
Νο 21, Μπέλα Γκούτμαν: Ο Ούγρος τεχνικός είναι αυτός που έσπασε την απόλυτη κυριαρχία του ισπανικού ποδοσφαίρου στο ξεκίνημα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, κερδίζοντας με την Μπενφίκα το τρόπαιο το 1961 κόντρα στην Μπαρτσελόνα και το 1962 με αντίπαλο τη Ρεάλ Μαδρίτης. Πέντε χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1967, ήλθε στον Παναθηναϊκό και… χαιρέτησε σχεδόν αμέσως, μετά τις δύο ήττες – αποκλεισμό από τη Μπάγερν Μονάχου!
Νο 26, Σερ Αλφ Ράμσεϊ: Ο μοναδικός προπονητής που έχει κατακτήσει μεγάλο τρόπαιο (το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966) με την Αγγλία, συνεργάστηκε με τον Παναθηναϊκό σε ρόλο άτυπου τεχνικού διευθυντή στο πρώτο (κρίσιμο) διάστημα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Δεν κάθισε ποτέ στον πάγκο του, τον βοήθησε, όμως, να οργανωθεί σε ευρωπαϊκά πρότυπα, με πυλώνα το πρωτοποριακό για την εποχή προπονητικό κέντρο της Παιανίας, που κατασκευάστηκε με βάση τις δικές του υποδείξεις.
Νο 41, Ράφα Μπενίτεθ: Ο νυν προπονητής του Παναθηναϊκού μετρά σχεδόν 3 μήνες παρουσίες στην Ελλάδα, έχοντας μια τεράστια καριέρα και ένα βαρύ βιογραφικό που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την κατάκτηση του Champions League με τη Λίβερπουλ κόντρα στη Μίλαν το 2005 (έπαιξαν ξανά μαζί στον τελικό της Αθήνας το 2007- επικράτησαν τότε οι «ροσονέρι» του Κάρλος Αντσελότι) και του Europa League το 2013, με αντίπαλο την Μπενφίκα.
Νο 47, Ότο Ρεχάγκελ: Αναμφίβολα ο πιο επιτυχημένος προπονητής στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, με κορωνίδα της σχεδόν δεκαετούς (2001-2010) θητείας του στην εθνική μας ομάδα, το «θαύμα» της κατάκτησης του Euro 2004. Την οδήγησε, επίσης, στην τελική φάση του Euro 2008 και του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2010, όπου σημείωσε και την παρθενική της νίκη στη διοργάνωση.
Νο 60, Τόμισλαβ Ιβιτς: Ο καινοτόμος Κροάτης προπονητής που καθιέρωσε το 3-5-2 στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ήλθε στον νταμπλούχο Παναθηναϊκό το καλοκαίρι του 1986 και απολύθηκε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Λίγους μήνες αργότερα προσλήφθηκε στην πρωταθλήτρια Ευρώπης, Πόρτο, με την οποία κατέκτησε το Διηπειρωτικό Κύπελλο και το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ.
Νο 62, Στέφαν Κόβατς: Ο Ρουμάνος τεχνικός είχε συμβολή στην κατάκτηση του Κυπέλλου του 1982 από τον Παναθηναϊκό ως τεχνικός σύμβουλος (προπονητής ο Λάκης Πετρόπουλος), αναλαμβάνοντας την ομάδα ως πρώτος προπονητής από την επόμενη περίοδο. Πέρασε την πόρτα της εξόδου σχετικά γρήγορα, κυρίως λόγω της κακής σχέσης του με τους παίκτες. Πριν έλθει στην Ελλάδα, είχε κατακτήσει με τον Αγιαξ δύο συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών, το 1972 και το 1973.
Νο 63, Εμεριχ Γένεϊ: Ρουμάνος τεχνικός κι αυτός όπως ο Κόβατς, ήλθε στη χώρα μας 9 χρόνια μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1986, στον ιστορικό (λόγω των αποκρούσεων 4 πέναλτι από τον Ντουκαντάμ) τελικό της Σεβίλλης, με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα. Το καλοκαίρι του 1995 προσλήφθηκε από τον Πανιώνιο-96 και έμεινε μέχρι τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς.
Νο 64, Φερνάντο Σάντος: Μαζί με τον Ότο Ρεχάγκελ, ο πιο «Ελληνας» προπονητής της λίστας, με πολύ σημαντικό αποτύπωμα στο ποδόσφαιρο της χώρας μας. Πριν κατακτήσει το Euro του 2016 με την Πορτογαλία μέσα στο Παρίσι με αντίπαλο τη Γαλλία, είχε οδηγήσει την εθνική μας στην προημιτελική φάση του Euro 2012 και στη φάση των 16 του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2014. Πέρασε από τον πάγκο τριών κορυφαίων ελληνικών ομάδων. Είχε διπλή θητεία στην ΑΕΚ (2001-02, 2004-06), ένα πολύ σύντομο πέρασμα από τον Παναθηναϊκό (2002) και μια τριετή παρουσία στον πάγκο του ΠΑΟΚ, από το 2007 μέχρι το 2010, όταν και ανέλαβε την «γαλανόλευκη».
Νο 71, Χάουαρντ Κένταλ: Πριν έλθει στην Ελλάδα για την Ξάνθη τη σεζόν 1994-95, ο Αγγλος τεχνικός είχε κατακτήσει (μεταξύ άλλων) δύο πρωταθλήματα Αγγλίας (1985, 1987) και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων (1985) με την Εβερτον. Δεν πρόλαβε καν να συμπληρώσει ένα τρίμηνο στον πάγκο της ακριτικής ομάδας, αλλά παρά την τραυματική εμπειρία του, επέστρεψε στην Ελλάδα την περίοδο 1998-99 για να αναλάβει τον Εθνικό, από τον οποίο απολύθηκε πριν τελειώσει το πρωτάθλημα, τον Μάρτιο του 1999.
Νο 72, Ντίτμαρ Κράμερ: Άλλο ένα σπουδαίο όνομα που ήλθε στη χώρα μας μόλις 5 χρόνια μετά την κατάκτηση δύο Κυπέλλων Πρωταθλητριών με την Μπάγερν Μονάχου, το 1975 και το 1976. Την περίοδο 1981-82 ανέλαβε τον Αρη και τον οδήγησε στην 5η θέση του πρωταθλήματος, θέση που θεωρήθηκε από τη διοίκηση αποτυχία.
Νο 86, Βικ Μπάκιγχαμ: Ιδιαίτερη περίπτωση, ο Άγγλος τεχνικός πέρασε από τον πάγκο τριών ελληνικών συλλόγων, όπως ο Φερνάντο Σάντος. Είχε δύο θητείες στον Εθνικό (1968-69 και 1974-75, απολύθηκε τον Μάρτιο), ένα σύντομο πέρασμα από τον Ολυμπιακό (1975-1976, απολύθηκε τον Ιανουάριο του 1976 μετά από ένα βαρύ 4-0 από τον ΠΑΟΚ) και μία χρονιά στην «ταπεινή» Ρόδο, στο 1ο επαγγελματικό πρωτάθλημα στην Ελλάδα (1979-80).
Νο 90, Κλαούντιο Ρανιέρι: Αν και πριν έλθει στην Ελλάδα είχε σημαντική παρουσία σε πολλούς σπουδαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους (Τσέλσι, Γιουβέντους, Ρόμα, Ίντερ, Βαλένθια, Μονακό κλπ), δεν είχε κατακτήσει σημαντικούς τίτλους στην καριέρα του, με εξαίρεση το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ με τη Βαλένθια το 2004. Τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του τη γεύτηκε μετά το αποτυχημένο πέρασμά του από την εθνική μας ομάδα το 2014. Απολύθηκε από τη «γαλανόλευκη» μετά από 4,5 μήνες και την επόμενη περίοδο, οδήγησε την Λέστερ στην κατάκτηση της Premier League, στην πιο μεγάλη έκπληξη στη σύγχρονη ιστορία του αγγλικού πρωταθλήματος.
Νο 99, Φατίχ Τερίμ: Προπονητής – θρύλος στην Τουρκία, μπήκε οριακά στη λίστα των 100 κορυφαίων κυρίως λόγω της κατάκτησης του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ του 2000 με τη Γαλατασαράι. Στην Ελλάδα ήλθε τον Δεκέμβριο του 2023 για τον Παναθηναϊκό παίρνοντας τη θέση του Ιβάν Γιοβάνοβιτς, αλλά δεν ολοκλήρωσε τη χρονιά. Απολύθηκε την προτελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος, χωρίς να είναι παρών στον νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τη Φιορεντίνα, πριν υπογράψει συμβόλαιο με τη θρυλική Μίλαν των 7 Champions League.
Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
Μια βαθύτερη ματιά στην παρουσία των 13 προπονητών στην λίστα των 100 κορυφαίων παγκοσμίως που δούλεψαν στην Ελλάδα, αναδεικνύει τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Η μία πλευρά του φεγγαριού είναι λαμπερή, καθώς το ποσοστό του 13% που δούλεψε στη χώρα μας δεν συνάδει με το λιλιπούτειο μέγεθος του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η άλλη πλευρά του φεγγαριού, όμως, είναι πολύ σκοτεινή και επιβεβαιώνει τις παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου:
–Ο Μπέλα Γκούτμαν, Νο 21 προπονητής στην παγκόσμια λίστα, έμεινε μόλις δύο παιχνίδια στον πάγκο του Παναθηναϊκού – απολύθηκε μετά τις ήττες με 5-0 και 1-2 από την Μπάγερν Μονάχου.
– Αν και είχε γενικώς σταθερή παρουσία στην ΑΕΚ (συνολικά 3 χρόνια), στον ΠΑΟΚ (επίσης μια τριετία) και στην εθνική μας ομάδα (4 χρόνια – οδηγήθηκε στην πόρτα της εξόδου παρά την επιτυχημένη παρουσία της ομάδας σε δύο μεγάλες διοργανώσεις), ο Φερνάντο Σάντος έμεινε στον Παναθηναϊκό μόνο για 4 παιχνίδια πρωταθλήματος πριν λάβει το απολυτήριο, Οκτώβρη μήνα!
–Ο Τόμισλαβ Ιβιτς, με την τόσο σημαντική καριέρα πριν και μετά τον Παναθηναϊκό, έμεινε στους «πράσινους» μόλις 102 ημέρες, ένα χρόνο πριν κατακτήσει με την Πόρτο δύο σημαντικά διεθνή τρόπαια και το νταμπλ στην Πορτογαλία. Η απόλυσή του, μάλιστα, πανηγυρίστηκε με μεγάλη… ανακούφιση από τους οπαδούς της ομάδας!
-Ξανά ο Παναθηναϊκός, «έσβησε» μέσα σε 5-6 μήνες το άστρο του Στέφαν Κόβατς, ο οποίος απολύθηκε στα μισά της περιόδου 1982-83, πριν συμπληρωθούν δέκα χρόνια από την 2η κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ως προπονητής του Αγιαξ.
–Ο Οτο Ρεχάγκελ κράτησε τη θέση του στην εθνική μας ομάδα λόγω της ξεροκεφαλιάς του Βασίλη Γκαγκάτση. Όταν τα ΜΜΕ και οι φίλαθλοι ασκούσαν ασφυκτική πίεση ζητώντας την απόλυσή του, ο πρόεδρος της ΕΠΟ τον κράτησε με… πραξικόπημα και δικαιώθηκε πανηγυρικά εκ του αποτελέσματος!
–Ο Χάουαρντ Κένταλ έμεινε μόλις 7 παιχνίδια στον πάγκο της Ξάνθης και δεν κατάφερε να βγάλει τη χρονιά με τον Εθνικό – απολύθηκε τον Μάρτιο.
–Ούτε ο Εμεριχ Γιένεϊ πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σεζόν στη Νέα Σμύρνη και στον Πανιώνιο. Απολύθηκε τον Φεβρουάριο του 1996, πριν συμπληρωθεί μια δεκαετία από τότε που κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών κόντρα στη Μπαρτσελόνα.
-Μία χρονιά και με το ζόρι συμπλήρωσε στον Αρη ο Ντέτμαρ Κράμερ, κάτοχος δύο Πρωταθλητριών με την Μπάγερν 5 χρόνια νωρίτερα. Τουλάχιστον αυτός, δεν πήρε το απολυτήριο μεσούσης της σεζόν…
-Ο Βικ Μπάκιγχαμ είναι ο μοναδικός προπονητής της λίστας των 100 κορυφαίων που έκατσε στον πάγκο του Ολυμπιακού, αλλά δεν πρόλαβε να μακροημερεύσει. Απολύθηκε κι αυτός Γενάρη μήνα, στα μισά της περιόδου. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ούτε την 2η θητεία του στον Εθνικό – απολύθηκε Μάρτη μήνα.
–Ο Κλαούντιο Ρανιέρι έμεινε στην εθνική μας ομάδα μόλις για 4,5 μήνες, με όλα κι όλα 4 παιχνίδια στον πάγκο της. Σαφώς και ήταν καταστροφικά τα αποτελέσματα, αλλά από τη στιγμή που ο ίδιος άνθρωπος υπέγραψε τη επόμενη χρονιά το μεγαλύτερο «θαύμα» στην ιστορία της Premier League, μάλλον δεν ήταν μόνο δική του η ευθύνη…
-Μικρή χρονικά ήταν και η παρουσία του Φατίχ Τερίμ στον πάγκο του Παναθηναϊκού. Ηλθε μετά βαΐων και κλάδων στα μισά της περιόδου (τέλη Δεκεμβρίου) και απολύθηκε λίγο πριν κλείσει η σεζόν, τον επόμενο Μάιο.
Εν ολίγοις, από τους 13 προπονητές της λίστας των 100 κορυφαίων παγκοσμίως που δούλεψαν στην Ελλάδα, ελάχιστοι στηρίχθηκαν από τις ομάδες τους – η συντριπτική τους πλειοψηφία απολύθηκε στο ξεκίνημα ή στα μισά του πρώτου χρόνου της θητείας τους. Αν και όλοι τους κατέκτησαν πριν ή μετά το πέρασμά τους από την Ελλάδα σπουδαίους τίτλους στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ουδείς πήρε πρωτάθλημα ή (έστω) Κύπελλο στη χώρα μας! Απ’ όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, μοιάζει πραγματικά απίστευτο!
Ειδικά ο Παναθηναϊκός, ενώ είχε ανέκαθεν ένα ευρωπαϊκό προφίλ και μια κοσμοπολίτικη αύρα που τον οδήγησε (με μεγάλες οικονομικές υπερβάσεις) στην πρόσληψη 7 κορυφαίων προπονητών όταν όλες οι άλλες ελληνικές ομάδες μαζί έφεραν 6, δεν κράτησε ούτε έναν στον πάγκο του πριν κλείσει η σεζόν! Εξαίρεση είναι ο Σερ Αλφ Ράμσεϊ που είχε ρόλο προπονητή αλλά τεχνικού συμβούλου και ο Ράφα Μπενίτεθ, ο οποίος μόλις έκλεισε ένα τρίμηνο στην ομάδα, στην αρχή ενός μεγαλόπνοου πρότζεκτ εν μέσω φουρτούνας!
Πρόκειται για αντιφατικές συμπεριφορές στο σύνολό τους, που εξηγούν εν μέρει γιατί το ελληνικό ποδόσφαιρο όταν αποφασίζει να κάνει ένα θαρραλέο βήμα μπροστά, συνήθως κάνει άλλα δύο βήματα προς τα πίσω. Δεν είναι συνηθισμένη υπόθεση να έχουν περάσει από μια μικρή, ομολογουμένως, αγορά τόσο πολλοί κορυφαίοι προπονητές, αλλά είναι ταυτόχρονα αδιανόητο να μην στηρίζονται αυτές οι επιλογές από τις ομάδες, τα ΜΜΕ και τους φιλάθλους. Βεβαίως οι περισσότεροι εξ αυτών ήλθαν στη χώρα μας στη δύση της τεράστιας καριέρας τους (ειδάλλως, πώς θα καταδεχόντουσαν να έλθουν;), αλλά στην ουσία μόνο ο Ρεχάγκελ με τον Σάντος πήραν (όχι από παντού) μια πίστωση χρόνου για να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους. Οι υπόλοιποι θυσιάστηκαν στον βωμό του γρήγορου αποτελέσματος, με ένα τρόπο που προκαλεί σοκ αν αναλογιστούμε ότι ελάχιστοι έφτασαν μέχρι τα μισά της περιόδου! Ρητορικό το ερώτημα, λοιπόν: είναι στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε;


