Premier League: Το Ελντοράντο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου!

Premier League: Το Ελντοράντο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου!

Παρά τις μεγάλες ζημιές που εμφανίζουν λογιστικά κάθε χρόνο, οι αγγλικές ομάδες έχουν δημιουργήσει τεράστιες υπεραξίες

7' 13" χρόνος ανάγνωσης

Το να αναδεικνύεται για 4η συνεχόμενη χρονιά η Ρεάλ Μαδρίτης η ποδοσφαιρική ομάδα με τη μεγαλύτερη οικονομική αξία σε όλο τον κόσμο σύμφωνα με τις λίστες του Forbes, δεν συνιστά καμιά απολύτως έκπληξη. Η «βασίλισσα της Ευρώπης» έχει τις μεγαλύτερες αγωνιστικές επιτυχίες διαχρονικά στο ποδόσφαιρο και παρότι πέρασε μια μεγάλη περίοδο που πορεύτηκε με δυσκολίες λόγω των έργων ανακατασκευής του θρυλικού «Σαντιάγκο Μπερναμπέου», κατάφερε να βρεθεί στην κορυφή αυτής της ιδιαίτερης λίστας 9 φορές την τελευταία δωδεκαετία.

Σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση του Forbes, η αξία της ανέρχεται τώρα στα 6,75 δισ. δολάρια, με μια μικρή αύξηση της τάξης του 2% σε σχέση με το 2024. Τη χρονιά που πέρασε, η Ρεάλ Μαδρίτης γκρέμισε και ένα μεγάλο «τείχος»: είναι η πρώτη ομάδα στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου που έσπασε μέσα σε μια χρονιά το φράγμα του 1 δισ. ευρώ στα έσοδα, με την καταμέτρηση να φτάνει στο 1,13 δισ. δολάρια, ποσό που από μόνο του «σκεπάζει» την αξία όλων των ομάδων πολλών ισχυρών πρωταθλημάτων στην Ευρώπη.

Στη 2η θέση και στις δύο λίστες υπάρχουν δύο ομάδες από την Premier League. Κι αν για κάποιους δεν συνιστά έκπληξη ότι η Μάντσεστερ Σίτι του Πεπ Γκουαρδιόλα είχε έσοδα 901 εκατ. δολάρια την περίοδο 2023-24 πλησιάζοντας κι αυτή το φράγμα του 1 δισεκατομμυρίου, σίγουρα ξαφνιάζει ότι η Νο2 στη λίστα των ποδοσφαιρικών ομάδων με τη μεγαλύτερη αξία παγκοσμίως είναι η… Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ! Μια Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ η οποία έχει καταρρεύσει από τότε που αποσύρθηκε ο Σερ Αλεξ Φέργκιουνσον και η σημερινή της αγωνιστική εικόνα δεν έχει την παραμικρή σχέση με την περίοδο ακμής που έζησε επί των ημερών ίσως του πιο επιδραστικού προπονητή στη σύγχρονη ιστορία του ποδοσφαίρου. Με βάση τη λίστα του Forbes και παρά την αγωνιστική της κατρακύλα, η… χαμένη στο διάστημα Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ απέχει ελάχιστα ως εμπορική αξία από τη Ρεάλ και με αποτίμηση 6,6 δισ. δολαρίων είναι στη 2η θέση, πολύ πιο μπροστά από την 3η Μπαρτσελόνα που αποτιμάται στα 5,65 δισεκ. δολάρια.

Ο υπολογισμός της εμπορικής αξίας μια ομάδας είναι πάντα μια σύνθετη και ιδιόρρυθμη υπόθεση, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τις αγωνιστικές της επιτυχίες, τα οικονομικά της μεγέθη έτσι όπως αποτυπώνονται με αριθμούς ανάλογα με τη χρηματιστηριακή της αξία, τα έσοδά της, την αποτίμηση του ρόστερ της ή της συνολικής της περιουσίας. Για παράδειγμα, οι Λ.Α Γκάλαξι που αγωνίζονται στο όχι ακόμα ιδιαίτερα λαμπερό MLS και δεν θεωρούνται αγωνιστικά ομάδα πρώτης γραμμής, αξίζουν περίπου 1 δισ. δολάρια, δηλαδή 100 εκατ. παραπάνω από την Αστον Βίλα, μια ιστορική ομάδα της Premier League, 3η φέτος στο πιο ισχυρό πρωτάθλημα του κόσμου, με ένα πολύ πιο ακριβό ρόστερ και έσοδα πέρυσι 343 εκατ. δολάρια, σχεδόν 3,5 φορές περισσότερα από τα μόλις 95 εκατ. της ομάδας του Λος Αντζελες.

Κι όμως, εάν έβγαιναν και οι δύο στην αγορά σε ένα δυνητικό σενάριο, για λόγους που δεν είναι εύκολο να εξηγηθούν με βάση τα στενά όρια της λογικής, θα χρειάζονταν αρκετά περισσότερα χρήματα για να αγοράσει κάποιος τους Λ.Α Γκάλαξι σε σχέση με την Αστον Βίλα, παρότι τα αγωνιστικά και οικονομικά μεγέθη είναι αναμφίβολα υπέρ της αγγλικής ομάδας.

Αν και η La Liga έχει την 1η και την 3η ομάδα της λίστας των ποδοσφαιρικών συλλόγων με τη μεγαλύτερη αξία παγκοσμίως, αναμφίβολα το πιο ισχυρό αγωνιστικά και πιο πλούσιο εμπορικά πρωτάθλημα του κόσμου είναι η Premier League. Η τωρινή εικόνα δεν έχει καμία σχέση ως προς τα μεγέθη με εκείνη του 1992 όταν το παραδοσιακό αγγλικό πρωτάθλημα μπήκε σε νέες βάσεις με τη δημιουργία της Premier League, με στόχο να γιγαντωθεί στο μέλλον έξω από τα στενά όρια του αγωνιστικού χώρου. Και η αλήθεια είναι ότι οι ομάδες του πιο λαμπερού πρωταθλήματος του κόσμου έχουν πολλαπλασιάσει εντυπωσιακά την εμπορική τους αξία μέσα σε μια διαδρομή 33 χρόνων, σε σημείο η συνολική τους αξία να υπερκαλύπτει το ΑΕΠ πάρα πολλών κρατών, που βρίσκονται από το μέσο και προς τα πάνω στην παγκόσμια κατάταξη!

Με πολύ βαθιά τσέπη και εμπορική αξία που ολοένα και μεγαλώνει παρά το παράδοξο ότι οι περισσότερες απ’ αυτές εμφανίζουν σε κάθε χρήση μεγάλες ζημιές και όχι κέρδη, οι αγγλικές ομάδες ξοδεύουν σε κάθε μεταγραφική περίοδο τεράστια ποσά, δημιουργώντας υπεραξίες που δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με την αγωνιστική αξία των ποδοσφαιριστών τους. Μια χαμηλής δυναμικότητας ομάδα της Premier League μπορεί να διαθέσει «χαλαρά» πολύ περισσότερα χρήματα για να αποκτήσει π.χ έναν αναπληρωματικό αριστερό μπακ σε σχέση με όσα μπορεί να διαθέσουν οι πρωταθλήτριες ομάδες πολλών χωρών, ακόμα κι αν έχουν εξασφαλισμένη θέση στο Champions League. Για παράδειγμα, η πιο ακριβή μεταγραφή του Ολυμπιακού τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια είναι ο Στρεφέτσα και κόστισε περίπου 8 εκατ. ευρώ, όταν η Μπράιτον, μια μέση ομάδα της Premier League, δαπάνησε το περασμένο καλοκαίρι περισσότερα από 60 εκατ. ευρώ μόνο για τους Κωστούλα και Τζίμα, δύο σχεδόν… αμούστακα παιδιά με λαμπρό μέλλον, βέβαια, αλλά πολύ μικρό αποτύπωμα στο ποδόσφαιρο στην μέχρι τώρα μικρή επαγγελματική τους διαδρομή.

Με βάση τα οικονομικά στοιχεία από την περίοδο 2023-24, την πιο πρόσφατη για την οποία υπάρχει ένα πλήρες σύνολο δεδομένων, οι αγγλικές ομάδες ξοδεύουν «σαν να μην υπάρχει αύριο»! Πέρα από τα τεράστια ποσά που διαθέτουν για μεταγραφές, οι αγγλικές ομάδες έχουν μεγάλο μπάτζετ για το μισθολόγιο των παικτών τους, σε σημείο σχεδόν οι μισοί σύλλογοι της Premier League να καταλαμβάνουν 9 θέσεις στην πρώτη 20άδα των ομάδων με το μεγαλύτερο μισθολογικό κόστος παγκοσμίως. Μια μέση ομάδα του αγγλικού πρωταθλήματος προσφέρει πολύ μεγαλύτερους μισθούς από τη Γιουβέντους ή τη Μαρσέιγ για παράδειγμα, σε σημείο που πολλοί να μην μιλούν για επενδύσεις παρά μόνο για… σπατάλη!

Με έναν τέτοιο τρελό χορό δισεκατομμυρίων, η Premier League έχει εξελιχθεί σε μια πολύ ελκυστική πρόταση για τους υποψήφιους αγοραστές που θέλουν να μπουν δυνατά στο ποδόσφαιρο. Αυτό φαίνεται και από το ετερόκλητο πλήθος μεγιστάνων και εταιριών που έχουν εισβάλλει στο αγγλικό ποδόσφαιρο και έχουν αγοράσει τις κορυφαίες ομάδες του. Σχεδόν το 80% των ομάδων της φετινής Premier League ανήκει σε ξένους και όχι Αγγλους (ή Βρετανούς, έστω) επενδυτές, είτε πρόκειται για φυσικά πρόσωπα είτε εταιρίες – κολοσσούς. Το αντικείμενο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας καλύπτει σχεδόν τα πάντα, χωρίς να υπάρχει μια σταθερά για το είδος των επενδυτών που θέλουν να τοποθετήσουν τα χρήματά τους στο αγγλικό ποδόσφαιρο.

Με τη στενή επιχειρηματική λογική, όλη αυτή η εικόνα θα μπορούσε να παραπέμψει περισσότερο σε μια τεράστια φούσκα παρά σε μια σημαντική επενδυτική ευκαιρία. Οι αριθμοί έχουν τη δική τους λογική αλλά προφανώς δεν επηρεάζουν ιδιαίτερα την τάση της αγοράς. Το τι έχει αξία είναι κάτι το πολύ σχετικό σε διάφορους τομείς της ζωής μας, ακόμα και στον επιχειρηματικό στίβο όπου κυριαρχεί συνήθως η λογική των αριθμών. Όπως στην τέχνη όπου η ομορφιά είναι αμφιλεγόμενη ανάλογα με την οπτική του θεατή, έτσι και στον επιχειρηματικό κόσμο κάποιοι μπορούν να βρουν αξίες εκεί που άλλοι αδιαφορούν και συνειδητά απέχουν.

Αν θεωρήσουμε την πανδημία Covid-19 ορόσημο για τη διαμόρφωση ενός νέου τοπίου στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο με τα άδεια από φιλάθλους γήπεδα και το «μαύρο» σε πολλές διοργανώσεις και πρωταθλήματα, η μετέπειτα εικόνα της Premier League δεν δικαιολογεί τέτοιες τεράστιες επενδύσεις. Από την αρχή της σεζόν 2019-20 που ξεκίνησε η πανδημία, από τα 102 αποτελέσματα προ φόρων που δημοσίευσαν οι ομάδες της Premier League, μόνο σε 27 περιπτώσεις (ποσοστό 26%) υπήρχαν κέρδη. Σε όλες τις άλλες χρήσεις καταγράφηκαν μόνο ζημιές, τεράστιες, μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις όπου τα έξοδα ήταν πολλαπλάσια από τα έσοδα.

Χαρακτηριστικά, ο Ρότζερ Μπελ, συνιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Vysyble, δήλωσε στην εφημερίδα The Athletic ότι στις 16 σεζόν από το 2008-09 έως το 2023-24, οι ομάδες της Premier League υπέστησαν οικονομική ζημία ύψους 7,87 δισ. λιρών (περίπου 10,6 δισ. δολαρίων). Το ίδιο εντυπωσιακό είναι και το ότι περίπου το μισό αυτής της ζημίας προήλθε από μόλις έξι ομάδες, τις Αρσεναλ, Τσέλσι, Λίβερπουλ, Μάντσεστερ Σίτι, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Τότεναμ, οι οποίες θεωρούνται το Big 6 του αγγλικού ποδοσφαίρου και ξεχωρίζουν μακράν ως αγωνιστικό και εμπορικό μέγεθος από τις υπόλοιπες.
Υπάρχουν κάποιες αναλαμπές, όπως αυτή της Αρσεναλ που είδε την περασμένη χρονιά τα έσοδά της να αυξάνονται κατά 31% σε σχέση με την προηγούμενη, αλλά με καθαρά επιχειρηματικούς όρους μοιάζει παράλογο να έχουν αυτές οι 6 ομάδες τόσο μεγάλη μεταπωλητική αξία, όταν σχεδόν κάθε χρόνο υποχρεώνουν σε μεγάλες ζημιές τους ιδιοκτήτες του, που αναγκαστικά ξοδεύουν πολύ περισσότερα απ’ όσα εισπράττουν.

Εξυπακούεται ότι το ποδόσφαιρο έχει μια εντελώς διαφορετική δυναμική παγκοσμίως σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις, που πορεύονται στην αγορά κυρίως με τα οικονομικά τους μεγέθη. Το κύρος που προσδίδουν ομάδες τέτοιου μεγέθους στους ιδιοκτήτες τους είναι τόσο μεγάλο, σε σημείο πολλοί να παραβλέπουν τη λογική των αριθμών και να εμφανίζονται πρόθυμοι να επενδύσουν τεράστια ποσά για να πάρουν μια θέση στο «παιχνίδι». Κι αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το γιατί οι τωρινοί ιδιοκτήτες των ομάδων της Premier League πρόθυμους αγοραστές πληρώσουν μεγάλες υπεραξίες για ομάδες που μόνο ζημιές έχουν να επιδείξουν λογιστικά εδώ και πολλά χρόνια…

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT