Διεξήχθη προ ημερών το μεγάλο «ντέρμπι» του ελληνικού πρωταθλήματος χάντμπολ της Α1 ανδρών – Handball Premier 1 το μετονόμασε η διοίκηση της Ελληνικής Ομοσπονδίας, ως εάν τούτο μόνο να έλειπε για να ξαναβρεί το άθλημα τον δρόμο των επιτυχιών. Ηταν συναρπαστικό και κρίθηκε «στο γκολ» (28-27 υπέρ της ΑΕΚ), αλλά πόσο ελληνικό ήταν; Πολύ λίγο. Οποιος διάβαζε τις συνθέσεις των ομάδων θα πίστευε ότι παρακολουθούσε διεθνή αναμέτρηση με αντιπάλους ένα ελληνικό, κατά το ήμισυ, συγκρότημα και κάποιο ξένο, από μια απροσδιόριστη χώρα. ∆ιότι ο μεν Ολυμπιακός παρουσιάστηκε με οκτώ ξένους στη δεκαεξάδα του, η δε ΑΕΚ με μόλις… τέσσερις Ελληνες.
Τούτων δοθέντων, πώς προσδοκούμε να δούμε ξανά την εθνική μας ομάδα των ανδρών να μετέχει με αξιώσεις διάκρισης σε διεθνείς διοργανώσεις; Διότι η 23η θέση, που κατέλαβε στην τελική φάση του πρωταθλήματος Ευρώπης το 2024, πόρρω απέχει από την 6η, την οποία κατέκτησε το 2004 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, αλλά και στο πρωτάθλημα κόσμου του επόμενου έτους.
Ισως αντιτάξει κάποιος ότι και στο ποδόσφαιρο ελάχιστοι Ελληνες αγωνίζονται στο ελληνικό πρωτάθλημα. Μήπως, όμως, γι’ αυτό μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014, η εθνική μας ομάδα έχει χάσει την οδό η οποία απολήγει σε τελικούς μεγάλης διοργάνωσης; Και, επιπλέον, μήπως γι’ αυτό ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς προτιμά πολλούς από εκείνους που παίζουν σε σημαντικά ξένα πρωταθλήματα, όπου αποκτούν εμπειρία και έχουν παραστάσεις από ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου;
Το έχω ξαναγράψει, με αφορμή τον αφελληνισμό των πρωταθλημάτων της Α1 ανδρών και γυναικών του βόλεϊ: τον δρόμο δείχνει το, πράγματι, ελληνικό πόλο. Μόνο έως δύο ξένοι παίκτες (ή παίκτριες) από κάθε ομάδα σε κάθε αγώνα.

