Με σπασμένα τα φρένα, η Χαρτς συνεχίζει την τρελή της πορεία στο πρωτάθλημα Σκωτίας και περίπου στο ένα τρίτο της διαδρομής προβάλλει ως μεγάλο φαβορί για τον τίτλο. Εκπληξη; Αναμφίβολα ναι και μάλιστα μεγατόνων.
Σε μια κούρσα φτιαγμένη αποκλειστικά για δυο, η Σέλτικ με τη Ρέιντζερς μοιράζονται τους τίτλους με ένα μονότονο ρυθμό εδώ και μερικές… δεκαετίες, χωρίς να αφήνουν χώρο για να τρυπώσει κάποιος ανάμεσά τους και να αμφισβητήσει τη δυαρχία τους.
Η τελευταία φορά που κατέκτησε το πρωτάθλημα κάποια άλλη ομάδα εκτός απ’ αυτές τις δύο, χρονολογείται από το μακρινό 1985, σαράντα χρόνια πίσω, όταν η ταπεινή Αμπερντίν του… ρούκι (πριν γίνει Σερ) Αλεξ Φέργκιουσον κέρδισε τον τίτλο και έγραψε ιστορία. Από τότε μέχρι σήμερα, δεν έχει βρεθεί καμία ομάδα να σπάσει το δίπολο και να βάλει μια διαφορετική πινελιά στη ρουτίνα που ταλανίζει το σκωτσέζικο ποδόσφαιρο, με το τρόπαιο του πρωταθλητή να πηγαινοέρχεται σε δύο συνοικίες της Γλασκώβης.
Από την ημέρα ίδρυσής της το 1874 μέχρι σήμερα, δηλαδή σε 151 χρόνια ιστορίας, η Χαρτς έχει κατακτήσει όλα κι όλα 4 πρωταθλήματα. Τα δύο πρώτα χρονολογικά δύο… αιώνες πιο πριν, το 1895 και το 1896, ενώ τα άλλα δύο μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1958 και το 1960. Η τελευταία φορά που εμφανίστηκε ανταγωνιστική σε τόσο υψηλό επίπεδο ήταν την περίοδο 2005-06, όταν ξεκίνησε με το απόλυτο 8Χ8 και μέτρησε 10 νίκες – 2 ισοπαλίες μέχρι να γνωρίσει την πρώτη της ήττα στο… γρουσούζικο 13ο παιχνίδι της στο πρωτάθλημα. Εκανε και το λάθος να αλλάξει προπονητή στα μισά της περιόδου κι όταν την προσπέρασε η Σέλτικ, κατέρρευσε. Τερμάτισε 2η με 74 βαθμούς έναντι 91 της Σέλτικ, θέση που είναι η καλύτερη στη σύγχρονη ιστορία της και φυσικά θέλει να την ξεπεράσει, φέρνοντας τον τίτλο στο Εδιμβούργο ύστερα από 66 ολόκληρα χρόνια.
Η διαφορά των 9 βαθμών που έχει από τη 2η Σέλτικ μετά την 11η αγωνιστική φυσικά δεν την εξασφαλίζει, όχι μόνο επειδή οι Κέλτες έχουν ένα παιχνίδι λιγότερο και θεωρητικά μπορεί να τη μειώσουν στους 6, αλλά επειδή η υψοφοβία είναι ένα συχνό φαινόμενο για ομάδες που βρίσκονται για καιρό απροσδόκητα ψηλά, διαταράσσοντας τις ισορροπίες. Οσο έχουν άγνοια κινδύνου προχωράνε καμαρωτά καμαρωτά κι όταν αντιλαμβάνονται τι πραγματικά μπορούν να πετύχουν, τότε εμφανίζεται η πίεση και τις γονατίζει. Ισως αυτός να είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Χαρτς, μιας και η μέχρι τώρα αγωνιστική της εικόνα δεν αφήνει περιθώρια να αμφισβητήσει κανείς την ανωτερότητά της έναντι των ομάδων που την ανταγωνίζονται.
Δεν έχει ούτε τη βαριά φανέλα της Σέλτικ και της Ρέιντζερς, ούτε φυσικά τη δυναμική τους, ούτε τα χρήματα ούτε και το πλήθος των οπαδών τους. Είναι όμως μια καλοδουλεμένη ομάδα, φτιαγμένη με φτηνά αλλά πολύ ανθεκτικά «υλικά» και δεν έχει αφήσει κανέναν να την αμφισβητήσει εντός αγωνιστικού χώρου. Απόδειξη οι καθαρές νίκες επί της Σέλτικ με 3-1 στην προπερασμένη αγωνιστική και επί της Ρέιντζερς με 2-0 στη Γλασκώβη, όπως και ο καθρέπτης της βαθμολογίας: έχει μαζέψει 29 βαθμούς σε 11 αγώνες, αήττητη με 9 νίκες και 2 ισοπαλίες, με μακράν την καλύτερη επίθεση του πρωταθλήματος με 28 γκολ, 10 παραπάνω από τη Χιμπέρνιαν, 12 από τη Σέλτικ και… 16 από τη Ρέιντζερς. Ανάλογες διαφορές υπάρχουν και στη βαθμολογία, με τη Σέλτικ να έχει 20 βαθμούς σε 10 ματς και τις Χιμπέρνιαν, Ρέιντζερς να ακολουθούν με 15, έχοντας 11 και 10 παιχνίδια αντίστοιχα. Είναι η ίδια πολύ καλή ομάδα, έκατσε και η συγκυρία να είναι φέτος πολύ στα κάτω τους οι παραδοσιακές δυνάμεις της Γλασκώβης, οπότε πορεύεται με ούριο άνεμο στα πανιά της για να ολοκληρώσει ένα θαύμα που σε όποιον και να το έλεγες το περασμένο καλοκαίρι στη Σκωτία, θα σε πέρναγε για τρελό.
Κατά ένα περίεργο τρόπο, η Χαρτς είναι η πιο «ελληνική» ομάδα του σκωτσέζικου πρωταθλήματος, κι αυτό όχι απαραίτητα μόνο λόγω της παρουσίας του Αλέξανδρου Κιζιρίδη. Ο 25χρονος ακραίος επιθετικός κάνει τη σεζόν της ζωής του και έχει εξελιχθεί σε έναν πολύ σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα των επιτυχιών (3 γκολ και 4 ασίστ), έχοντας σκοράρει σε κρίσιμα παιχνίδια όπως αυτό με τη Σέλτικ. Πήγε στη Χαρτς το περασμένο καλοκαίρι από τη Μιχαλόβιτσε, τελευταίο σταθμό του… αγροτικού του με περάσματα από τη Σλοβακία (Βίον, Μιχαλόβιτσε), τη Σλοβενία (Μούρα) και την Ουγγαρία (Ντέμπρετσεν), αφού (δεν) είχε παίξει 6 μήνες στον Ηρακλή (1 ματς) και έναν χρόνο στον Βόλο (6 παιχνίδια συν 2 στο Κύπελλο), πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια.
Αυτό που συνδέει έμμεσα τη Χαρτς με την Ελλάδα δεν είναι, λοιπόν, τόσο ο Κιζιρίδης όσο ο τρόπος που τον επέλεξε ανάμεσα σε εκατοντάδες παίκτες από το μεταγραφικό παζάρι το περασμένο καλοκαίρι. Εν ολίγοις, τον επέλεξε με την ίδια διαδικασία που αποκτήθηκαν από την Μπράιτον ο… Μπάμπης Κωστούλας και ο Στέφανος Τζίμας. Πώς έγινε αυτό; Πολύ απλά, μέσω του Τόνι Μπλουμ, ιδιοκτήτη της Μπράιτον, της βελγικής Σεν Ζιλουάζ και εσχάτως συνιδιοκτήτη της Χαρτς με ποσοστό 29%, τόσο όσο ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που γεννά η πολυϊδιοκτησία στην (διόλου απίθανη) περίπτωση που δύο από τις ομάδες του βρεθούν στην ίδια ευρωπαϊκή διοργάνωση.
❤️ Pleased with pre-season
💪 Challenging Celtic and Rangers
👏 Lifting the Scottish gameHear from minority owner Tony Bloom as he speaks on his ambitious plans for Hearts ⬇️ pic.twitter.com/FrE08MEuWA
— Sky Sports Scotland (@ScotlandSky) August 4, 2025
Ο Μπλουμ έκανε λεφτά κυρίως ως παίκτης του στοιχήματος και όταν βρήκε την ευκαιρία, επένδυσε στην Μπράιτον την οποία κρατά πολύ ψηλά τηρουμένων των αναλογιών στο πιο ποιοτικό και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα του κόσμου, ανάμεσα σε μεγαθήρια. Ψάχνοντας να δημιουργήσει μια αντίστοιχη κατάσταση και την προοπτική να απογειώσει μια απαξιωμένη ομάδα για να καρπωθεί την υπεραξία που θα γεννούσαν οι επιτυχίες της, βρήκε την Ουνιόν Σεν Ζιλουάζ, που βολόδερνε για δεκαετίες στις μικρές κατηγορίες του Βελγίου, παρότι προπολεμικά ήταν από τις πιο σημαντικές ομάδες της χώρας. Την ανέβασε το 2021 ύστερα από 48 χρόνια στην Α΄ κατηγορία του Βελγίου, κατέκτησε την περασμένη περίοδο το πρωτάθλημα 90 χρόνια μετά το… 1935 και τώρα απολαμβάνει τη συμμετοχή της στη League Phase του Champions League, ανάμεσα σε μεγαθήρια του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Τόσο η Μπράιτον όσο και η Ουνιόν Σεν Ζιλουάζ αποδείχθηκαν φλέβα χρυσού για τον Τόνι Μπλουμ και τον οδήγησαν στην απόφαση να μεγαλώσει τον… στάβλο του, αγοράζοντας τον περασμένο Ιούνιο έναντι 10 εκατ. ευρώ το 29% των μετοχών της Χαρτς. Αν και τον έλεγχο τον διατηρεί τυπικά το Foundation of Hearts, δηλαδή οι οπαδοί της ομάδας, στην πραγματικότητα τα ηνία τα κρατάει στα δικά του χέρια. Εστησε τη Χαρτς με τον τρόπο που εκτόξευσε τις άλλες δύο ομάδες του και από πολύ νωρίς άρχισε να καρπώνεται τα αποτελέσματα των επιλογών του, μ’ αυτήν την τρελή πορεία της στο πρωτάθλημα Σκωτίας, που αν καταφέρει να την ολοκληρώσει, θα της ανοίξει με το… καλημέρα δρόμο για το Champions League. Πραγματικά αδιανόητο, ειδικά αν συμβεί από την πρώτη κιόλας χρονιά σε ένα πρωτάθλημα όπου η πολυθρόνα του πρωταθλητή είναι φτιαγμένη εδώ και δεκαετίες μόνο για δύο.
Οι επιτυχημένες επιλογές του Μπλουμ στη μεταγραφική αγορά δεν οφείλονται τόσο στον παραδοσιακό τρόπο, που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση των παικτών και αξιολόγηση από έμπειρο «μάτι» σε μια σειρά αγώνων, συνήθως σε διαφορετικές συνθήκες. Οι επιλογές γίνονται μέσα από την εταιρεία Jamestown Analytics η οποία ανήκει στον ίδιο και μέσω της επεξεργασίας δεδομένων και ειδικών αναλύσεων, χρησιμοποιεί αλγόριθμους που την οδηγούν σε ενδιαφέρουσες μεταγραφικές περιπτώσεις, κυρίως παικτών που δεν έχουν κάνει κάτι ακόμα στην καριέρα τους αλλά έχουν εξαιρετικές προοπτικές να εκτοξεύσουν την αγωνιστική και τη χρηματιστηριακή τους αξία.
Με τη διαφορά στα οικονομικά μεγέθη να είναι τεράστια ανάμεσα στο σκωτσέζικο και το αγγλικό πρωτάθλημα, η Χαρτς επέλεξε μέσω αυτών των αλγόριθμων τον Κιζιρίδη και η Μπράιτον τους Κωστούλα, Τζίμα. Φάνηκε (και είναι) εντελώς τρελό μια ομάδα που δεν έχει τεράστιο μέγεθος στην Premier League ούτε την τσέπη των μεγάλων club του πρωταθλήματος, να δαπανά περισσότερα από 60 εκατ. ευρώ για να αποκτήσει δύο σχεδόν έφηβους παίκτες, που δεν έχουν δοκιμαστεί για πολύ στο υψηλό επίπεδο και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν μια τόσο μεγάλη επένδυση.
Πέρα από τις αναλύσεις και τους αλγόριθμους, ο Μπλουμ ακολουθεί πάντα και το ένστικτο του… τζογαδόρου. Δεν αποκλείει φυσικά το ρίσκο ενός μεγάλου λάθους και μιας χαμένης επένδυσης, απ’ όσο δείχνει όμως η διαδρομή του εντός και εκτός γηπέδων, έχει αυτό το ένστικτο να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τις ευκαιρίες και να τις αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό, χωρίς να γονατίζει από τις όποιες αστοχίες του.
Η Χαρτς στήθηκε το περασμένο με μεταγραφές 11 παικτών που η καριέρα τους ήταν ουσιαστικά αθόρυβη και το κασέ τους μικρό, αλλά η προοπτική τους πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο θα μπορούσε να υπαγορεύσει η λογική. Μέσα από ένα σύστημα περισσότερο μαθηματικής και στατιστικής αξιολόγησης των παικτών παρά αγωνιστικής με τον συνηθισμένο εμπειρικό τρόπο του scouting, επιλέχθηκαν 11 παίκτες από «ταπεινά» πρωταθλήματα όπως της Σλοβακίας, της Εσθονίας ή της Ισλανδίας, οι οποίοι έχουν ήδη εκτινάξει στο σύνολό τους τη χρηματιστηριακή τους αξία, με προοπτικές να την ανεβάσουν ακόμα περισσότερο.
Με ελάχιστα χρήματα σε σχέση με τα εκατομμύρια λίρες που ξοδεύουν κάθε χρόνο η Σέλτικ και η Ρέιντζερς, η Χαρτς κατάφερε έτσι να φτιάξει ένα ισχυρό σύνολο, να σπάσει το δίπολο στη Σκωτία και να προβάλλει τώρα ως το μεγάλο φαβορί για τον τίτλο του πρωταθλητή, αν και έχει ακόμα πολύ ανηφορικό δρόμο μπροστά της. Και επειδή «σύμπτωση που επαναλαμβάνεται παύει να είναι σύμπτωση», είναι ξεκάθαρο ότι η γρήγορη εκτόξευση της Μπράιτον, της Ουνιόν Σεν Ζιλουάζ και τώρα της Χαρτς, οφείλεται σε αυτήν τη μεθοδολογία του Τόνι Μπλουμ, που μοιάζει σχεδόν… αιρετική, αλλά στην πράξη έχει αποδειχθεί απίστευτα αποτελεσματική.

